Αυτό, τουλάχιστον, μας αφήνουν να καταλάβουμε τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, που κάνουν την κυβέρνηση να “τρέμει” από ικανοποίηση και τον υπουργό Ανάπτυξης, κ. Δ. Σιούφα, να αναφωνεί για άλλη μια φορά περιχαρής ότι “οι Κασσάνδρες διαψεύστηκαν… Αν, μάλιστα, η επιβάρυνση από τα καύσιμα ήταν η ίδια με το 2003, ο πληθωρισμός θα είχε πέσει ακόμη χαμηλότερα”. Αυτά διακηρύσσει ο κ. Σιούφας, θυμίζοντάς μας μια παλιά παροιμία γι’ αυτά “που δεν φτάνει η αλεπού”…

Μόνο που από το 2003 έχουν περάσει ήδη τρία χρόνια και πολύ νερό έχει κυλήσει στο αυλάκι της Νέας Διακυβέρνησης για να συνεχίζει ακόμη ο κ. υπουργός να κάνει συγκρίσεις με την πΝΔ (προ Νέας Διακυβέρνησης) εποχή. Και δυστυχώς για την κυβέρνηση, τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, που -σημειωτέον- αμφισβητούνται όλο και πιο έντονα τόσο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης όσο και από όλους σχεδόν τους φορείς των κοινωνικών εταίρων, είναι μόνο η μία όψη του νομίσματος. Η άλλη του όψη δείχνει ότι πίσω από την ευημερία των δεικτών κρύβεται μια εικόνα της αγοράς που λίγο απέχει από το να χαρακτηριστεί ζοφερή.

Τα κομμάτια του παζλ που συνθέτουν αυτή τη ζοφερή εικόνα, σχηματίζονται κι αυτά επίσης από τα στοιχεία των πλέον έγκυρων επίσημων “καταμετρητών” των διαφόρων δεικτών της οικονομίας: της ΕΣΥΕ και της Τράπεζας της Ελλάδος. Να αναφέρουμε ορισμένα από αυτά εντελώς επιγραμματικά:

  • Τα καταναλωτικά δάνεια που βρίσκονται σε καθυστέρηση ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ.
  • Τα “φέσια” στην αγορά έσπασαν το φράγμα του ενός δισ. ευρώ το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου, ενώ περισσότερα από 180.000 “τεμάχια” ακάλυπτων επιταγών και απλήρωτων συναλλαγματικών προστέθηκαν στη “μαύρη λίστα” του Τειρεσία.
  • Η αλματώδης (μόνο κατά την ΕΣΥΕ, γιατί τα μηνύματα από την αγορά είναι εντελώς διαφορετικά) αύξηση του τζίρου των λιανεμπορικών καταστημάτων οφείλεται αποκλειστικά στις επιδόσεις των υπεραγορών που δραστηριοποιήθηκαν τον τελευταίο χρόνο στη χώρα μας. Αντίθετα, οι πωλήσεις των χιλιάδων μικρών καταστημάτων βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση.
  • Ο πληθωρισμός μειώνεται, αλλά στο μέρος του “καλαθιού της νοικοκυράς” που αφορά τις πιο βασικές ανάγκες των νοικοκυριών, δηλαδή τα τρόφιμα, τα ποτά και τα τσιγάρα, οι τιμές αυξάνονται με διπλάσια ταχύτητα από ό,τι πριν από έναν χρόνο και πάντως με ρυθμό πολλαπλάσιο του πληθωρισμού. Με ρυθμό υψηλότερο του πληθωρισμού αυξάνονται και οι τιμές στα είδη ένδυσης και υπόδησης, ενώ στα είδη οικιακής χρήσης ναι μεν ο ρυθμός αύξησης είναι χαμηλότερος από τον πληθωρισμό, αλλά έχει επιταχυνθεί σε σχέση με πέρυσι.

Χρειάζεται να κάνουμε, όμως, μια μικρή “στάση”. Ο επικεφαλής του κλιμακίου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, κ. Ρ. Φορντ, που πρόσφατα επισκέφθηκε τη χώρα μας, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα αυτής της επίσκεψης, άφησε σαφείς αιχμές κατά της Στατιστικής Υπηρεσίας, τονίζοντας ότι «η αξιοπιστία της ΕΣΥΕ δεν είναι τόσο ισχυρή όσο θα επιθυμούσαμε και γεννάται ζήτημα αποδοχής των στοιχείων από το κοινό». Μάλιστα, ζήτησε να μετατραπεί σε Ανεξάρτητη Αρχή, κάτι που δεν απέκλεισε ο υπουργός Οικονομίας κ. Γ. Αλογοσκούφης.
Επιστρέφουμε και πάλι στα από πολλούς αμφισβητούμενα και βαλλόμενα στοιχεία της ΕΣΥΕ, κάνοντας αρχή από την εξέλιξη του τζίρου των λιανεμπορικών καταστημάτων.

Ευημερία για τους ισχυρούς
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της ΕΣΥΕ, με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από πέρυσι αυξάνονταν το επτάμηνο του 2006 οι λιανικές πωλήσεις των καταστημάτων σε σχέση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2005. Όμως, σχεδόν το σύνολο της μεγέθυνσης της αγοράς φαίνεται ότι το καρπώνονται τα πολύ μεγάλα καταστήματα, των οποίων το “ειδικό βάρος” αυξήθηκε εντυπωσιακά από πέρυσι το φθινόπωρο, με την εγκατάσταση νέων πολύ μεγάλων μονάδων στο λεκανοπέδιο. Σύμφωνα με εκπροσώπους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, η μετατόπιση του τζίρου προς τις μεγάλες επιχειρήσεις οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στο νέο ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων, το οποίο έκλεισε ήδη έναν χρόνο εφαρμογής.

Βέβαια, οι υπέρμαχοι των ρυθμίσεων που ήδη έχουν αρχίσει να αλλάζουν το τοπίο στον χώρο του λιανεμπορίου, υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές προσέθεσαν πάνω από 7.000 νέες θέσεις εργασίας το β’ τρίμηνο του 2006 (σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2005), στον κλάδο του εμπορίου συνολικά. Ήδη, τονίζουν, το εμπόριο έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια στον κλάδο με τη μεγαλύτερη απασχόληση, και μάλιστα με μεγάλη διαφορά από τον δεύτερο, καθώς απασχολεί περίπου 800.000 εργαζόμενους.
Πάντως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αύξηση της απασχόλησης στο εμπόριο “τρέχει” με ρυθμό πολύ χαμηλότερο από το σύνολο της ελληνικής οικονομίας: Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ, μέσα σε έναν χρόνο η συνολική απασχόληση στη χώρα αυξήθηκε 1,6%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στο εμπόριο μόλις φθάνει το 0,9%.
Όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της ΕΣΥΕ:

  • Το επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου καταγράφηκε αύξηση του όγκου των πωλήσεων 7,2% (σταθερές τιμές), ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από το 3,7% που είχε καταγραφεί το αντίστοιχο επτάμηνο του 2005.
  •  Πέρυσι, σχεδόν το σύνολο της αύξησης οφειλόταν στα καταστήματα τροφίμων, αφού στους υπόλοιπους κλάδους οι πωλήσεις -πάντα σε σταθερές τιμές- είχαν σημειώσει αύξηση χαμηλότερη από τη μία ποσοστιαία μονάδα.
  •  Φέτος, όμως, η εικόνα άρχισε να αλλάζει, βοηθούσης και της παρουσίας των μεγάλων υπεραγορών στον περίγυρο του λεκανοπεδίου. Έτσι, οι πωλήσεις των καταστημάτων εκτός διατροφής αυξήθηκαν 5,6%, ποσοστό ιδιαίτερα εντυπωσιακό σε σχέση με το 0,8% του προηγουμένου έτους.

Οι μεγάλες αλλαγές, πάντως, φαίνεται να συντελούνται “ένθεν και ένθεν” της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα στις μεγάλες και τις μικρές λιανεμπορικές μονάδες. Αν, λοιπόν, ληφθεί ως κριτήριο σύγκρισης το μέγεθος των καταστημάτων, τότε τα στοιχεία είναι όχι μόνο εντυπωσιακά αλλά συντριπτικά κατά των μικρών επιχειρήσεων. Έτσι:

  • Τα σούπερ μάρκετ πέτυχαν φέτος να αυξήσουν τον τζίρο τους κατά 12,6%, δηλαδή κατά ποσοστό υπερδιπλάσιο από το 5,8% του 2005.
  • Οι επιδόσεις των πολυκαταστημάτων ήταν ακόμη περισσότερο εντυπωσιακές. Πέρυσι είχαν αυξήσει τον τζίρο τους μόλις κατά 2,8%, ενώ φέτος το ποσοστό αύξησης εκτινάχθηκε στο 18,7%!
  • Εντελώς αντίστροφη ήταν η εικόνα των μικρών εμπορικών επιχειρήσεων. Τα μικρά καταστήματα τροφίμων το επτάμηνο πέρυσι είχαν αυξήσει τις πωλήσεις τους (σε σταθερές τιμές) 6%, ενώ φέτος η ΕΣΥΕ κατέγραψε μείωση 0,4%. Οριακά αυξημένες, 0,8%, ήταν πέρυσι οι πωλήσεις των καταστημάτων ένδυσης και υπόδησης. Φέτος, ο κλάδος βρίσκεται αντιμέτωπος με μία κάμψη των πωλήσεων, της τάξης του 2,8%.

Δανεικά κι …αγύριστα
Η ελληνική αγορά σε μεγάλο βαθμό φαίνεται να κινείται με δανεικά. Ήδη ο συνολικός δανεισμός επιχειρήσεων και νοικοκυριών έχει ξεπεράσει το 86% του ΑΕΠ, ενώ μόνο τα νοικοκυριά χρωστάνε στις τράπεζες πάνω από το 40% του ακαθάριστου προϊόντος της χώρας, ποσοστό που τον περασμένο Ιούλιο μεταφραζόταν σε περίπου 78 δισ. ευρώ. Τα καταναλωτικά δάνεια άγγιξαν τα 24 δισ., από τα οποία πάνω από 2 δισ. βρίσκονται σε καθυστέρηση, δηλαδή οι δανειολήπτες δεν μπορούν να τα εξοφλήσουν. Τον περασμένο Ιούλιο καταγράφηκε αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών της τάξης του 24,9%. Αυξημένα ήταν ακόμη και τα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών, έστω και κατά το χαμηλό ποσοστό 2,9%, τα οποία το τελευταίο διάστημα μειώνονταν.

Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Ν. Γκαργκάνας, εξαιρετικά ανήσυχος από τη μεγάλη αύξηση των δανείων που βρίσκονται στο “κόκκινο”, ζήτησε από τους τραπεζίτες “να περνούν από ψιλό κόσκινο τους υποψήφιους δανειολήπτες”, συνθήκη απαραίτητη για να περιορίσουν τις επισφάλειές τους, αλλά και να συμπιέσουν το υψηλό περιθώριο μεταξύ επιτοκίων και χορηγήσεων-καταθέσεων. Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, το ποσοστό των επισφαλών δανείων στην ελληνική αγορά είναι σχεδόν διπλάσιο από την ΕΕ, αγγίζοντας το 6,6% έναντι 3,4% που είναι ο μέσος όρος της ευρωζώνης. Στα καταναλωτικά δάνεια η εικόνα είναι ακόμη χειρότερη, αφού τα επισφαλή δάνεια ξεπερνούν το 8,2% του συνόλου.

Όμως, σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα κυμαίνονται και τα “φέσια” στην αγορά. Το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου έφθασαν τα 1,06 δισ. ευρώ, ποσό που είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στην ιστορία (υπολείπεται μόνο του 2005). Θα πρέπει να τονισθεί ότι η αξία των απλήρωτων συναλλαγματικών έχει φθάσει τα 141 εκατ. ευρώ, σπάζοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ.

Ψήλωσε ο “τιμάριθμος των φτωχών”
Τον Σεπτέμβριο ο πληθωρισμός, για πρώτη φορά μετά από ενάμισι χρόνο, μειώθηκε κάτω από το 3% (διαμορφώθηκε στο 2,9%). Το γεγονός, όπως είπαμε, προκάλεσε πανηγυρισμούς από την πλευρά της κυβέρνησης. Όμως, μια δεύτερη ματιά στα στοιχεία της ΕΣΥΕ, δείχνουν ότι οι πανηγυρισμοί δικαιολογούνται μόνο για λόγους επικοινωνιακούς και σε καμία περίπτωση δεν έχουν αντίκρισμα στην καθημερινότητα των χαμηλόμισθων και χαμηλοσυνταξιούχων. Και για να εξηγούμαστε:

  • Τον Σεπτέμβριο του 2005 είχε καταγραφεί αύξηση του πληθωρισμού κατά 3,9%. Στα είδη διατροφής η αύξηση ήταν 2% και στα ποτά και τα τσιγάρα 3,3%. Δηλαδή, στους δύο κλάδους με τις πιο ανελαστικές δαπάνες για τα νοικοκυριά, η αύξηση των τιμών πέρυσι έτρεχε με ρυθμό χαμηλότερο από τον πληθωρισμό.
  • Τον φετινό Σεπτέμβριο, με τον πληθωρισμό να αυξάνει κατά 2,9%, στα είδη διατροφής καταγράφηκε αύξηση 4,7% και στα ποτά και τσιγάρα 6,7%. Και στις δύο περιπτώσεις ο ρυθμός αύξησης των τιμών είναι πολύ υψηλότερος από τον μέσο όρο, καθώς επίσης και υπερδιπλάσιος από το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.
  • Στον άλλο μεγάλο κλάδο του λιανεμπορίου, την ένδυση και υπόδηση, καταγράφηκε φέτος μια επιβράδυνση στον ρυθμό αύξησης των τιμών (3,1% έναντι 3,6% πέρυσι), αλλά η ταχύτητα και σε αυτή την περίπτωση είναι υψηλότερη από τον πληθωρισμό φέτος.

Ο “τιμάριθμος των φτωχών”, λοιπόν, κάθε άλλο παρά αποκλιμακώθηκε. Και αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό μια φυσιολογική εξέλιξη των “τρελών” αυξήσεων που καταγράφονταν όλους τους προηγούμενους μήνες στις βιομηχανικές και χονδρικές τιμές των περισσότερων προϊόντων, που, βέβαια, δεν μπόρεσε τελικά να απορροφήσει το λιανεμπόριο, με αποτέλεσμα μέρος αυτών να καταγράφονται πλέον στα ράφια των καταστημάτων.

Τα “αντιπληθωριστικά” καύσιμα
Η μείωση του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στη μείωση της τιμής της βενζίνης. Πέρυσι τέτοια εποχή η βενζίνη σάρωνε κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Έτσι, ενώ αυτή τη στιγμή κάθε άλλο παρά φθηνή είναι, αφαιρεί “πόντους” από τον τιμάριθμο. Το ίδιο θα συμβεί και με το πετρέλαιο θέρμανσης, για το οποίο ο γενικός γραμματέας της ΕΣΥΕ, κ. Μ. Κοντοπυράκης, υπολογίζει ότι θα αφαιρέσει από τον πληθωρισμό του Οκτωβρίου 0,3 μονάδες, παρότι το εν λόγω καύσιμο πωλείται τουλάχιστον 15% ακριβότερο από πρόπερσι και 70% ακριβότερο σε σχέση με το 2003! Οι περσινές τιμές ρεκόρ, απλούστατα, αφαιρούν φέτος μονάδες από τον πληθωρισμό, αλλά ταυτόχρονα και χρήματα από τους ισχνούς οικογενειακούς προϋπολογισμούς των περισσότερων Ελλήνων, οι οποίοι, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν αυξήθηκαν κατά 15% μέσα σε μια διετία ή 70% μέσα σε τρία χρόνια!