Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα μελέτης, υπάρχει άμεση θετική επίδραση των πρακτικών που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις στο πεδίο της προστασίας του περιβάλλοντος και της επίλυσης κοινωνικών ζητημάτων στα οικονομικά τους αποτελέσματα (με έμφαση στην κερδοφορία).

Η πανδημία έστειλε ένα ισχυρό μήνυμα προς τη διεθνή κοινότητα για την αναγκαιότητα άμεσης λήψης μέτρων που θα υποστηρίζουν τις αρχές της ισότητας, της δικαιοσύνης και της πρόσβαση όλων των πολιτών σε κοινωνικά αγαθά, όπως η εργασία και η υγεία.

Παρά τη συγκρατημένη αισιοδοξία που προκάλεσαν οι αρχικές ενδείξεις μιας συνειδητοποίησης εκ μέρους διεθνών οργανισμών και κρατών ότι η αλόγιστη εκμετάλλευση των διαθέσιμων πόρων με στόχο τον πλουτισμό ενός ελάχιστου αριθμού ατόμων θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του παγκόσμιου πληθυσμού και του πλανήτη, οι εξελίξεις επιβεβαίωσαν πως η αδυναμία αλλαγής του κυρίαρχου μοντέλου ανάπτυξης είναι το κύριο εμπόδιο αλλαγής πλεύσης της ανθρωπότητας.

Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε παρά να δούμε με θετικό βλέμμα τις πρωτοβουλίες διεθνών οργανισμών και επιχειρήσεων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο των γενικών αρχών της αειφορίας, παρά τις παλινωδίες, τα εμπόδια και τη μέχρι στιγμής μηδαμινή αποτελεσματικότητά τους.

Mε δεδομένη την κυριαρχία ενός οικονομικού μοντέλου που ευνοεί τον πλουτισμό των λίγων και όχι μια ισότιμη κατανομή στο σύνολο της ανθρωπότητας των διαθέσιμων πόρων και του οφέλους από την αξιοποίησή τους, οι αποφάσεις που αφορούν στόχους όπως η προστασία του περιβάλλοντος είναι λογικό να αποτυγχάνουν να υλοποιηθούν εντός των χρονικών πλαισιίων που έχουν τεθεί από τον εκάστοτε οργανισμό. Την ίδια στιγμή, στο όνομα της βιώσιμης ανάπτυξης εξακολουθούν να συντελούνται -και να χρηματοδοτούνται- έργα με ανυπολόγιστες αρνητικές συνέπειες, στην αντίθετη από την διακηρυσσόμενη κατεύθυνση. Παρόλα αυτά, ορισμένες αποφάσεις που λαμβάνονται με αφορμή την πανδημία και τις συνέπειές της, όπως η επιστροφή των ΗΠΑ στην Πράσινη Συμφωνία, ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες και οδηγίες που προάγουν ζητήματα περιβάλλοντος και κοινωνικών πολιτικών, η αναθεώρηση απόψεων σχετικά με την αξία του δημόσιου τομέα, ειδικά σε ό,τι αφορά την υγεία κ.ά, επιβεβαιώνουν πως η κοινωνία, έστω και με αργά βήματα, δεν σταματά να εξελίσσεται πως μια βιώσιμη κατεύθυνση.

Σε αυτό το πλαίσιο, σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις, έχοντας ως στόχο την ενίσχυση των δράσεων βιώσιμης ανάπτυξης στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε στις 21 Απριλίου 2021 την Ευρωπαϊκή Οδηγία για την εταιρική αναφορά βιωσιμότητας (CSRD – Corporate Sustainability Reporting Directive). Σύμφωνα με την νέα οδηγία, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να μοιράζονται στοχευμένες, αξιόπιστες πληροφορίες, στις οποίες θα υπάρχει ευκολία πρόσβασης από κάθε ενδιαφερόμενο και θα αποτελούν τη βάση για τη λήψη αποφάσεων σχετικών με τη βιώσιμη ανάπτυξη. Μετά από ένα μήνα, στις 19 Μαΐου, oι Ευρωβουλευτές ζήτησαν την ενίσχυση των υφιστάμενων κανόνων της ΕΕ σχετικά με την νομική ευθύνη των εταιρειών, έχοντας ως στόχο τη μείωση και την πρόληψη περιβαλλοντικών βλαβών.

Το θέμα της μετάβασης στην «πράσινη οικονομία» και της επίτευξης των στόχων στους οποίους συμφώνησε η Ευρωβουλή για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ήταν στο επίκεντρο της Έκτακτης Συνόδου των «27», που ξεκίνησε τις εργασίες της στις 25 Μαΐου.
Αυτές οι πρωτοβουλίες είναι ενδεικτικές της ανησυχίας για την καθυστέρηση υλοποίησης ουσιαστικών παρεμβάσεων, τόσο σε θέματα εταιρικής κοινωνικής ευθύνης συνολικά όσο και ειδικότερα στο μεγάλο θέμα της προστασίας του περιβάλλοντος.

Σύνδεση EKE και επιχειρηματικού μέλλοντος
Στην αναλυτική μελέτη με τίτλο «Corporate due diligence and corporate accountability European added value assessment», που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2020 από την υπηρεσία ερευνών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου European Parliamentary Research Service (EPRS) και του European Added Value Unit -EAVA (το Think Tank Αξιολόγησης Αντίκτυπου και Ευρωπαϊκής Προστιθέμενης Αξίας), διατυπώνονται εκτιμήσεις, βάσει επιστημονικής μεθοδολογίας και συγκεκριμένων εργαλείων ανάλυσης, για το οικονομικό όφελος που προσφέρουν περιβαλλοντικές και κοινωνικές πρακτικές, όπως και η υιοθέτηση των κατευθύνσεων που αφορούν την εταιρική διακυβέρνηση εκ μέρους των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Παρουσιάζονται επίσης οι αποκλίσεις και οι συγκλίσεις στην εφαρμογή των σχετικών οδηγιών και νόμων, καλά και κακά παραδείγματα από χώρες-μέλη -ακόμη και στην ίδια χώρα-, καθώς και γενικά συμπεράσματα για το πώς η ΕΕ και οι επιχειρηματικοί οργανισμοί θα πρέπει να κινητοποιηθούν προς μια ουσιαστική αειφόρο δραστηριότητα. Ειδικότερα, μελετάται το πώς εφαρμόζονται και με ποια αποτελέσματα οι αποφάσεις και οι προτάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας (due diligence) και την υποχρέωση των επιχειρήσεων να λογοδοτούν για τις ενέργειές τους.

Ένα γεγονός που ενίσχυσε την απαίτηση υιοθέτησης από τις επιχειρήσεις διαδικασιών δέουσας επιμέλειας στον τομέα των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των επιβλαβών για το περιβάλλον δραστηριοτήτων είναι η εντεινόμενη παγκοσμιοποίηση και η σχετική σύνδεση των αλυσίδων παραγωγής αξίας, σημειώνεται στην έρευνα. Οι δραστηριότητες των επιχειρήσεων έχουν περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε περιοχές που οι ίδιες έχουν την έδρα τους, αλλά και σε περιοχές πολύ απομακρυσμένες.

Όπως σημειώνει επίσης η μελέτη, υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την παραβίαση βασικών δικαιωμάτων, που σχετίζονται με επιχειρηματικές δραστηριότητες. Παραδείγματος χάριν, το 2017, στην έκθεση του ILO, του διεθνούς οργανισμού εργασίας (International Labour Organization), καταγράφηκαν 24,9 εκατομμύρια θύματα αναγκαστικής εργασίας (forced labour), από τα οποία τα 16 εκατομμύρια αφορούσαν την ιδιωτική οικονομία -βιομηχανική παραγωγή, κατασκευές, αγροτική παραγωγή, οικιακή εργασία. Η έρευνα κατέγραψε επίσης τις επιπτώσεις της οικονομικής εκμετάλλευσης στο περιβάλλον: Κατά 62% καταστροφή των τοπικών δασών λόγω αγροτικής εκμετάλλευσης για παραγωγή ειδών προς κατανάλωση και 24% λόγω παράνομων δράσεων με αντικείμενο την παραγωγή εξαγώγιμων προϊόντων.

Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρουν οι μελετητές του EAVA, αναλήφθηκαν ορισμένες από τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες σε διεθνές επίπεδο, όπως η έκδοση των βασικών κατευθύνσεων των Ηνωμένων Εθνών για τις επιχειρήσεις και τη διασφάλιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων (Guiding Principles on Business and Human Rights). Μέσω αυτών των πρωτοβουλιών, προωθήθηκε και η υιοθέτηση διαδικασιών δέουσας επιμέλειας (due diligence) εκ μέρους των επιχειρήσεων, με στόχο την εφαρμογή κοινωνικά υπεύθυνων πολιτικών από μέρους τους. Όμως, σημειώνουν οι αναλυτές, οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας εξακολουθούν να εφαρμόζονται σε εθελοντική βάση και η υιοθέτησή τους εξακολουθεί να αφορά ένα μικρό ποσοστό των επιχειρήσεων.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν αναληφθεί μια σειρά από σχετικές πρωτοβουλίες, όπως οι οδηγίες για τη δημοσίευση έκθεσης με στοιχεία εκτός των οικονομικών δεδομένων της επιχείρησης (Non-Financial Reporting Directive), ο κανονισμός για την προστασία των δασών (Timber Regulation) και για την εκμετάλλευση μεταλλευμάτων (Conflict Minerals Regulation). Όμως, η πραγματικότητα αποδεικνύει πως οι μέχρι στιγμής πρωτοβουλίες είναι ελάχιστα αποτελεσματικές μπροστά στις τεράστιες προκλήσεις. Σε έρευνα που εξέδωσε η ΕΕ, και ειδικότερα το Directorate-General for Justice and Consumers (DG JUST) το 2020, καταγράφεται πως ένα ποσοστό ελάχιστα μεγαλύτερο του ενός τρίτου των επιχειρήσεων που ερωτήθηκαν δήλωσαν πως εφαρμόζουν due diligence για ένα μεγάλο εύρος επιπτώσεων των δραστηριοτήτων τους στα ανθρώπινα δικαιώματα και το περιβάλλον. Επίσης, σημειώθηκαν κενά στην αποζημίωση των θυμάτων, υποχρέωση που απορρέει από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2012).

Στις περισσότερες έρευνες υπογραμμίζεται η ασάφεια σχετικά με τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων, ως αποτέλεσμα της έλλειψης ενός κοινού νομικού πλαισίου από την ΕΕ. Παράλληλα, τονίζεται η εντεινόμενη απαίτηση για μια κοινή αντιμετώπιση του ζητήματος, καθώς οι επιχειρήσεις που αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες σε θέματα κοινωνικής ευθύνης και περιβάλλοντος κινδυνεύουν να μειονεκτούν έναντι του ανταγωνισμού τους, τονίζουν οι μελετητές.

Άμεση η θετική επίδραση στα οικονομικά αποτελέσματα
Η μελέτη υποστηρίζει πως η υιοθέτηση μιας σειράς μέτρων υποχρεωτικής και όχι εθελοντικής εφαρμογής θα οδηγούσε σε εναρμόνιση των επιχειρήσεων με στάνταρ που θέτουν για παράδειγμα οι Γενικές Οδηγίες του ΟΟΣΑ και οι Κατευθυντήριες Αρχές των Ηνωμένων Εθνών. Μια αντίστοιχη εναρμόνιση των απαιτήσεων σε επίπεδο ΕΕ θα συνέβαλε, τονίζουν, στη δημιουργία ενός κοινού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, που θα ευνοεί τον δίκαιο ανταγωνισμό. Παράλληλα, η θεσμοθέτηση υποχρεωτικού due diligence θα λάμβανε υπόψη και τα κόστη, τα οποία θα υπερκάλυπταν τα οικονομικά οφέλη, όπως αποδεικνύουν σχετικές μελέτες. Φυσικά, σημειώνουν πως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στον σχεδιασμό των μέτρων και το μέγεθος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων.

Συνολικά, όπως αποδεικνύουν και τα ευρήματα της μελέτης, υπάρχει άμεση θετική επίδραση των πρακτικών που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις στο πεδίο της προστασίας του περιβάλλοντος και της επίλυσης κοινωνικών ζητημάτων στα οικονομικά τους αποτελέσματα (με έμφαση στην κερδοφορία). Έχει μάλιστα ενδιαφέρον το γεγονός ότι η επίδραση είναι ακόμη πιο θετική στην περίπτωση των επιχειρήσεων με διεθνή δραστηριότητα. Εκτιμάται πως κάνοντας ένα βήμα εμπρός στις πολιτικές κοινωνικής και περιβαλλοντικής ευθύνης θα μπορούσε η επιχείρηση να αυξήσει την απόδοση της σχετικής επένδυσης κατά 2,26%. Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, παρά το ότι η ερμηνεία των αποτελεσμάτων της έρευνας θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή, δίνεται η δυνατότητα σχεδιασμού διαφορετικών σεναρίων αναβάθμισης των σχετικών πρακτικών και εξίσωσης των όρων επένδυσης σε περιβαλλοντικές και κοινωνικές πολιτικές στα μέλη της ΕΕ, ώστε να δοθούν ικανά κίνητρα στους ενδιαφερόμενους. Με όρους κερδοφορίας, η αύξηση που υπολογίζουν οι ερευνητές πως θα προκύψει από την εφαρμογή διαδικασιών due diligence, θα μπορούσε να κυμαίνεται μεταξύ 1% (βάσει του λιγότερο φιλόδοξου σεναρίου) και 3,5% (στην περίπτωση του πλέον φιλόδοξου). Τα μεγαλύτερα οφέλη, περίπου 4%, αναμένεται να προκύψουν στην περίπτωση των επιχειρήσεων που ξεκινούν από ένα πολύ χαμηλό επίπεδο σχετικής δραστηριότητας.

Σε ό,τι αφορά την επίτευξη κοινωνικών στόχων, όπως η μείωση παραβιάσεων των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, η θετική επίδραση καθιέρωσης υποχρεωτικής εφαρμογής διαδικασιών δέουσας επιμέλειας (due diligence) αναμένεται να είναι μεγάλη. Πράγματι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του EPRS, που εξέταζε την επίδραση της θέσπισης υποχρεωτικής εφαρμογής διαδικασιών due diligence με στόχο τη ανάσχεση της αποψίλωσης των δασών σε παγκόσμιο επίπεδο, προέκυψε πιθανή μείωση της εν λόγω καταστροφής κατά περίπου 62%! Παράλληλα η EAVA καταγράφει, μέσω συγκεκριμένων case studies, θετικό αντίκτυπο των διαδικασιών due diligence που προωθούν τη λειτουργία μιας κοινωνικά υπεύθυνης αλυσίδας δημιουργίας αξίας στις επιχειρήσεις και στα κοινωνικά στάνταρ που γίνονται αντιληπτά από τους εργαζόμενους. Σχετικές διαδικασίες με σημαντικό αντίκτυπο είναι όσες αφορούν την ανάληψη ευθύνης από την επιχείρηση για παραβιάσεις κανόνων στην εφοδιαστική αλυσίδα, την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου με τη συμμετοχή και δημόσιων οργανισμών, καθώς και τη συμμετοχή των εργαζομένων στις αποφάσεις και τα όργανα εκπροσώπησης της επιχείρησης.

Συμπερασματικά, η έρευνα τεκμηριώνει τη θετική επίδραση της υιοθέτησης διαδικασιών που προωθούν λύσεις στα κοινωνικά θέματα και τα ζητήματα του περιβάλλοντος, σημειώνοντας την προσοχή που πρέπει να δοθεί στο κόστος επένδυσης στις σχετικές πρωτοβουλίες, ιδίως εκ μέρους των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σε ό,τι αφορά τις διαφορετικές ταχύτητες μεταξύ των κρατών στα θέματα ΕΚΕ, στην πρώτη θέση του σχετικού πίνακα κατατάσσεται η Φινλανδία και στη δεύτερη η Γαλλία.

H καλή φήμη
Όπως αναφέρει η EAVA, στην πλέον πρόσφατη έρευνα με θέμα τις επιχειρήσεις και τα αποτελέσματα της εφαρμογής των νόμων σχετικά με τις πρακτικές due diligence στην ΕΕ, καταγράφεται πως για την πλειονότητα των ερωτηθέντων βασικό κίνητρο υιοθέτησης πολιτικών ΕΚΕ αποτελεί το ρίσκο της κακής φήμης (66%), ακολουθούμενο από τις απαιτήσεις επενδυτών και καταναλωτών για υψηλά σχετικά στάνταρ (51% και 45% αντίστοιχα). Οι κίνδυνοι στο πεδίο της λειτουργίας και οι νομικές απαιτήσεις για δημοσίευση έκθεσης ΕΚΕ έχουν το ίδιο ποσοστό, 42%, ενώ οι οικονομικοί κίνδυνοι έλαβαν 41%. Σε έρευνα του 2016 του ΟΟΣΑ που αφορούσε την εξορυκτική βιομηχανία, σε ποσοστό 82,8% οι ερωτηθέντες εξέφρασαν την πεποίθησή τους πως τα στάνταρ που θεσμοθέτησε ο οργανισμός (OECD Guidance) έφεραν σημαντικά οφέλη, έστω και αν κάποια από αυτά δεν είναι μετρήσιμα.

Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται τα οφέλη λόγω της καλής φήμης, αλλά και του εξορθολογισμού της εφοδιαστικής αλυσίδας (συμπεριλαμβανομένης και της διασφάλισης μελλοντικών πόρων), η βελτίωση των οικονομικών αποτελεσμάτων, η παραγωγικότητα και η καινοτομία (στην έρευνα γίνεται μελέτη σε βάθος της σχέσης μεταξύ εφαρμογής των αρχών CSR και ESG και των επιχειρηματικών αποτελεσμάτων).

 

Στο αφιέρωμα διαβάστε επίσης:

Σύνδεση τεχνολογίας-αειφορίας

Οι καταναλωτές και το εγγυοδοτικό σύστημα ανακύκλωσης

Πώς εξελίσσεται η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία

Ανθρώπινα δικαιώματα, περιβάλλον και χρηστή διακυβέρνηση

Δημοσίευση πληροφοριών και απαιτήσεις από τις εταιρείες

Εγγυοδοσία στις συσκευασίες: Μια μεγάλη παρέμβαση σε αναζήτηση σχεδίου υλοποίησης

Υποτονικό ενδιαφέρον από τους καταναλωτές, αυξητικό από τον κλάδο