Οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι εισηγμένες εταιρείες κάθε χώρας της ΕΕ οφείλουν να δίνουν πληροφορίες για τους καταβληθέντες φόρους επί των κερδών τους και τις δημόσιες ενισχύσεις υπέρ αυτών, ψήφισαν οι ευρωβουλευτές στις 8 Ιουλίου, με τροπολογίες στο σχέδιο κανόνων για την ενίσχυση της διαφάνειας και την προώθηση της μακροχρόνιας δέσμευσης των μετόχων των επιχειρήσεων, σύμφωνα με ανακοίνωση του Ευρωκοινοβουλίου.

Επίσης, οι ευρωβουλευτές εκδήλωσαν την επιθυμία οι μέτοχοι να ψηφίζουν, τουλάχιστον ανά τριετία, αναφορικά με την πολιτική αμοιβών των διοικητικών στελεχών των εταιρειών τους. «Η σχετική ψηφοφορία αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου προς την κατεύθυνση της εξασφάλισης περισσότερης διαφάνειας στη διαχείριση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, αλλά και της ενεργού συμμετοχής των θεσμικών επενδυτών και των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων», δήλωσε ο εισηγητής, κ. Sergio Cofferati (S&D, IT), μετά την ψηφοφορία, προσθέτοντας: «Το εγκεκριμένο κείμενο περιέχει σημαντικά εργαλεία για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής, όπως για παράδειγμα την υποχρέωση της λογοδοσίας από χώρα σε χώρα-μέλη της ΕΕ, μέσω της οποίας θα εξασφαλιστεί ότι οι πολυεθνικές επιχειρήσεις θα δηλώνουν δημοσίως τους φόρους που καταβάλλουν σε κάθε χώρα δραστηριοποίησής τους. Δεν μπορεί να χάσουμε αυτή την ευκαιρία, ιδίως μετά τα Luxleaks και άλλα σκάνδαλα».

Υποχρεώσεις φορολογικής λογοδοσίας
Ειδικότερα, οι ευρωβουλευτές εισήγαγαν την υποχρέωση των μεγάλων οργανισμών να δημοσιεύουν πληροφορίες σε κάθε χώρα της ΕΕ αναφορικά με τα κέρδη ή τις απώλειές τους προ φόρων, τους φόρους επί των κερδών ή των απωλειών τους και τις δημόσιες επιδοτήσεις που έχουν λάβει. Οι οντότητες δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβανομένων των εισηγμένων εταιρειών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και οι εταιρείες που ορίζονται από τα κράτη-μέλη ως οντότητες δημοσίου συμφέροντος, οφείλουν να πράττουν το ίδιο.

Το Ευρωκοινοβούλιο κρίνει σκόπιμο οι κανόνες να επιτρέπουν στους μετόχους να ψηφίζουν, τουλάχιστον ανά τριετία, επί της πολιτικής των αποδοχών για τα διοικητικά στελέχη των εισηγμένων εταιρειών. Ωστόσο, όπως σημειώνεται, τα κράτη- μέλη πρέπει να έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσουν το κατά πόσο η ψηφοφορία σχετικά με την πολιτική αμοιβών από τη γενική συνέλευση των μετόχων θα είναι δεσμευτική ή συμβουλευτική.

Η πολιτική κάθε εταιρείας σχετικά με τις αμοιβές των διοικητικών της στελεχών πρέπει να εξηγεί το πώς το περιεχόμενό της συμβάλλει στο μακροπρόθεσμο συμφέρον της και να θέτει σαφή κριτήρια για τη χορήγηση σταθερών και μεταβλητών αποδοχών, περιλαμβανομένων όλων των πριμ και των επιδομάτων, σύμφωνα με τη θέση του Ευρωκοινοβουλίου. Η αξία των μετοχών δεν πρέπει να παίζει κύριο ρόλο όσον αφορά στα κριτήρια οικονομικών επιδόσεων και η αμοιβή των μετόχων δεν πρέπει να αποτελεί το πιο σημαντικό μέρος των μεταβλητών αποδοχών των διοικητικών στελεχών, έκριναν οι ευρωβουλευτές.

Το κείμενο εγκρίθηκε με 556 ψήφους υπέρ, 67 κατά και 80 αποχές. Οι ευρωβουλευτές αποφάσισαν να μην κλείσει η πρώτη ανάγνωσή του, αλλά να εκκινήσουν οι ανεπίσημες συνομιλίες με τα κράτη-μέλη, με σκοπό να επιτευχθεί συμφωνία επί της τελικής έκδοσης της σχετικής νομοθεσίας. Επί του παρόντος μόνο 13 κράτη-μέλη δίνουν στους μετόχους των επιχειρήσεων το δικαίωμα λόγου επί των αμοιβών του διοικητικού στελεχικού δυναμικού των επιχειρήσεών τους, είτε μέσω ψηφοφορίας αναφορικά με την πολιτική αποδοχών είτε (ή και) μέσω σχετικής έκθεσης. Επίσης, μόνο 15 κράτη-μέλη απαιτούν τη δημοσιοποίηση της πολιτικής αμοιβών, ενώ 11 απαιτούν τη δημοσιοποίηση των αμοιβών μεμονωμένων διευθυντών.