Το 2014 η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών ανήλθε σε 1.460,52 ευρώ, καταγράφοντας μείωση κατά 3,2% ή 48,87 ευρώ, σε σύγκριση με το 2013, σύμφωνα με την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών 2014, τα ευρήματα της οποίας δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ. Σε πραγματικούς όρους, η μέση μηνιαία δαπάνη μειώθηκε κατά 0,7% ή 9,63 ευρώ, λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού. Η σμίκρυνση της διαφοράς σε σταθερές τιμές οφείλεται στον αρνητικό πληθωρισμό, δηλαδή στον αποπληθωρισμό.

Την εξαετία της ύφεσης, δηλαδή σε σύγκριση με το 2008, το «καλάθι της νοικοκυράς» συρρικνώθηκε κατά 31% σε τρέχουσες τιμές, ενώ σε σταθερές τιμές η μέση οικογενειακή δαπάνη μειώθηκε κατά 35,4%. Πιο συγκεκριμένα: Το 2008 η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών είχε φτάσει τα 2.117,67 ευρώ, ποσό που αποτελεί ιστορικό ρεκόρ για τη χώρα μας. Το 2014, μετά από μία συνεχή πτωτική πορεία, συρρικνώθηκε σε 1.460,53 ευρώ, ποσό που είναι πολύ χαμηλότερο από τα επίπεδα του 2004 (1.792 ευρώ) και ελάχιστα υψηλότερα σε σχέση με το 1998 (1.384 ευρώ)! Στα έξι χρόνια της ύφεσης και των μνημονίων τα ελληνικά νοικοκυριά περιέκοψαν τις μηνιαίες δαπάνες τους κατά 657,14 ευρώ κατά μέσο όρο ή ποσοστό 31%. Οι μεγαλύτερες ποσοστιαίες περικοπές καταγράφηκαν στα διαρκή αγαθά 51,3% και στην ένδυση-υπόδηση 50,8%.

Στον αντίποδα βρίσκονται τα είδη διατροφής, με «ψαλίδισμα» 13,7% για προφανείς λόγους, και τα οινοπνευματώδη ποτά και ο καπνός με -14% (η μικρή σχετικά μείωση οφείλεται στη μεγάλη αύξηση της φορολογίας στα προϊόντα αυτής της κατηγορίας). Σε ό,τι αφορά τα είδη διατροφής, η μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση σημειώθηκε στα ζαχαρώδη (-34,3%), ενώ ακολουθούν τα ψάρια (-20,8%), τα φρούτα (-17%) και το κρέας (-14,3%). Αντίθετα, οι δαπάνες για αμυλώδη προϊόντα (ψωμί, δημητριακά, αλεύρι) μειώθηκαν μόλις 3,6% και ακολουθούν τα έλαια και λίπη με -5,9%. Το μερίδιο του λιανεμπορίου στο «καλάθι της νοικοκυράς» μειώθηκε από τα 668,55 ευρώ το 2008 σε 499,29 ευρώ το 2014. Δηλαδή οι μηνιαίες απώλειες δαπανών ανά οικογένεια ανέρχονται σε 169,26 ευρώ.

Το «σπαρτιάτικο καλάθι»
Η ΕΛΣΤΑΤ εκτιμά ότι τα ελληνικά νοικοκυριά ανέρχονται σε 4.136.073. Βάσει αυτού προκύπτει ότι: Οι συνολικές μηνιαίες δαπάνες των νοικοκυριών το 2014 ήταν μικρότερες σε σύγκριση με το 2008 κατά 2,8 δισ. ευρώ, ενώ σε ετήσια βάση η μείωση φτάνει τα 33,2 δισ. ευρώ. Οι συνολικές δαπάνες των νοικοκυριών που κατευθύνονται στο λιανεμπόριο στο ίδιο διάστημα μειώθηκαν κατά 700 εκατ. ευρώ το μήνα ή 8,4 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση. Σε σταθερές τιμές έτους, η εικόνα του 2014 σε ό,τι αφορά το σύνολο του «καλαθιού» είναι χειρότερη και θα ήταν ακόμα χειρότερη, αν ο αποπληθωρισμός δεν επιβράδυνε τον ρυθμό πτώσης των οικογενειακών δαπανών την τελευταία διετία. Σύμφωνα, λοιπόν, με την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών σε τιμές του 2014 ανήλθε το 2008 σε 2.267,47 ευρώ. Από το «καλάθι της νοικοκυράς» αφαιρέθηκαν συνολικά 801,95 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 35,4% του συνόλου!

Σε αποπληθωρισμένες τιμές η χαμηλότερη ποσοστιαία μείωση των δαπανών καταγράφηκε στη διατροφή με -19,1% και ακολουθούν τα οινοπνευματώδη ποτά και ο καπνός με -19,4%, η εκπαίδευση με -26,5%, η στέγαση με -26,7% και η υγεία με -30,2%. Στον αντίποδα βρίσκονται τα διαρκή αγαθά με -54,4%, τα είδη ένδυσης-υπόδησης με -53,9%, ο τουρισμός και η εστίαση με – 41,5% και τα διάφορα αγαθά και υπηρεσίες με -40,7%. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της αιμορραγίας των ελληνικών νοικοκυριών, αξίζει να αναφέρουμε ότι το 2004 το «καλάθι» «περιείχε» 2.134,61 ευρώ σε τιμές του 2014. Δηλαδή, σε πραγματικούς όρους, μια δεκαετία νωρίτερα οι μέσες μηνιαίες δαπάνες των νοικοκυριών ήταν κατά 674,09 ευρώ υψηλότερες σε σχέση με πέρσι, ή σε ποσοστό 31,6%.

Η ΕΛΣΤΑΤ δεν παρέχει παλαιότερα αποπληθωρισμένα στοιχεία, αλλά το πιθανότερο είναι ότι θα χρειαστεί να πηδήσουμε στη δεκαετία του ’80 για να ανακαλύψουμε «καλάθι της νοικοκυράς» ίσο με αυτό του 2014, χωρίς τις επιπτώσεις του πληθωρισμού. Επανερχόμενοι στο «καλάθι της νοικοκυράς» του 2014, αξίζει να επισημάνουμε ότι:

  • Το μικρότερο «καλάθι» κρατούν τα μονομελή νοικοκυριά ηλικιωμένων άνω των 65 ετών. Η μέση μηνιαία δαπάνη τους ανέρχεται μόλις σε 669,12 ευρώ. Το 60,2% του αναιμικού μηνιαίου προϋπολογισμού τους αναλώνεται σε δαπάνες για είδη διατροφής (25,6%), έξοδα κατοικίας (19,8%) και έξοδα στον τομέα της υγείας (14,9%).
  • Υψηλότερη από τον μέσο όρο είναι η συμμετοχή της διατροφής στο «καλάθι» των νοικοκυριών με τρία ή περισσότερα παιδιά μέχρι 16 χρονών (το 24,6% του οικογενειακού προϋπολογισμού των 2.015,88 ευρώ).
  • Τα νοικοκυριά με υπεύθυνους αυτοαπασχολούμενους εργοδότες διαθέτουν τον μεγαλύτερο –και με διαφορά από τους υπόλοιπους– οικογενειακό προϋπολογισμό. Η μέση μηνιαία δαπάνη τους ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 3.046,9 ευρώ. Ακολουθούν τα νοικοκυριά με υπεύθυνο αυτοαπασχολούμενο χωρίς μισθωτούς (1.836,8 ευρώ), τα νοικοκυριά των μισθωτών με 1.810,8 ευρώ και τα νοικοκυριά των οικονομικά μη ενεργών ή των ανέργων με 1.137,9 ευρώ. Μάλιστα, ο μέσος προϋπολογισμός των τελευταίων μειώθηκε το 2014 κατά 8,2% σε σχέση με το 2013, ενώ στις υπόλοιπες κατηγορίες οι αυξομειώσεις ήταν πολύ μικρές (αυτοπασχολούμενοι χωρίς μισθωτούς -1,6%, μισθωτοί +0,8%, εργοδότες +1,8%).
  • Το φτωχότερο 20% του πληθυσμού δαπάνησε το 63,8% του προϋπολογισμού του για είδη διατροφής (32,9%), στέγαση (22,7%) και υγεία (8,2%). Αντίθετα, το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού δαπάνησε μόλις το 13,9% του προϋπολογισμού του για είδη διατροφής και το 10,7% για στέγαση, ενώ ιδιαίτερα αυξημένο εμφανίζεται το κονδύλι των μεταφορών (15,2%) και του τουρισμού-εστίασης (1,3%).
  • Σημαντικές ήταν οι μεταβολές που καταγράφηκαν και στις ποσότητες ενέργειας που κατανάλωσαν τα νοικοκυριά. Μεγάλη αύξηση σημειώθηκε στην κατανάλωση στερεών καυσίμων (καυσόξυλα), που ποσοστιαία έφτασε το 15,4% σε σχέση με το 2013. Σε όλες τις άλλες μορφές ενέργειας, οι ποσότητες ήταν μειωμένες: ηλεκτρική ενέργεια -1,3%, φυσικό αέριο -21,3%, υγραέριο -3,9%, υγρά καύσιμα -19,7%.

Αξίζει να επισημανθεί ότι το μερίδιο των ειδών διατροφής στο «καλάθι της νοικοκυράς» αυξήθηκε από 16,4% το 2008 σε 20,5% το 2014. Το ποσοστό αυτό αποτελεί κριτήριο του βιοτικού επιπέδου ενός λαού. Ενδεικτικά, στη Βουλγαρία το 38,8% του οικογενειακού προϋπολογισμού ξοδεύεται για αγορά ειδών διατροφής, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό είναι πολύ χαμηλότερο σε ευημερούσες χώρες όπως η Δανία (10,7%) κι η Νορβηγία (11,8%).