Στις συμπληγάδες της ύφεσης και των μνημονίων βρέθηκαν για 6η συνεχόμενη χρονιά το 2013 τα ελληνικά νοικοκυριά, εξαναγκασμένα πάλι σε οδυνηρές περικοπές δαπανών, όντας αντιμέτωπα με φορολογικές επιβαρύνσεις άνευ προηγουμένου και συνεχόμενη απώλεια εισοδήματος. Η ΕΛΣΤΑΤ, με την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών του 2013, έδωσε τον λόγο στα ίδια τα νοικοκυριά, τα οποία αποφάνθηκαν ότι το «καλάθι της νοικοκυράς» συρρικνώθηκε πάλι πέρυσι κατά 7,8% ή κατά 127,71 ευρώ μηνιαίως, σε σύγκριση με το 2012. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ευρήματά της, που δημοσιοποιήθηκαν με πάνω από τρεις μήνες καθυστέρηση, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών το 2013 ανήλθε σε 1.509,39 ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι το μέσο ετήσιο «ψαλίδισμα» των δαπανών ανέρχεται σε 127,71 Χ 12 = 1.532,52 ευρώ, ποσό που για το σύνολο των 4.178.116 νοικοκυριών όλης της χώρας, μεταφράζεται σε 6,4 δισ. ευρώ. Με δεδομένο ότι το λιανικό εμπόριο απορροφά περίπου το 1/3 των οικογενειακών δαπανών, οι απώλειες εσόδων για τον κλάδο ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ μόλις μέσα σε ένα χρόνο! Σε πραγματικούς όρους, δηλαδή σε σταθερές τιμές του 2013, το μηνιαίο ψαλίδισμα των οικογενειακών δαπανών μειώνεται στο 6,2% ή κατά 99,88 ευρώ, μείωση που οφείλεται στον αρνητικό πληθωρισμό. Υπό αυτή την οπτική η μείωση των δαπανών σε ετήσια βάση ανέρχεται σε 1.198,56 ευρώ ανά νοικοκυριό, ή σε 5 δισ. ευρώ για το σύνολο των νοικοκυριών της χώρας, με το μερίδιο του λιανικού εμπορίου να φθάνει τα 1,7 δισ. ευρώ.

Σύγκριση 2008-2013
Το δράμα που ζει για μια εξαετία η Ελληνίδα νοικοκυρά, η οποία με ψαλιδίσματα στις δαπάνες της προσπαθεί να τα βγάλει κάθε μήνα πέρα με τις ανάγκες του νοικοκυριού της, εμφανίζεται σε όλο το μέγεθός του, αν ανατρέξουμε και στους προηγούμενους οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Ας συγκρίνουμε, λοιπόν, το «καλάθι της νοικοκυράς» του 2013 με αυτό του 2008, σε τρέχουσες τιμές. Το 2008 η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών έφτανε τα 2.117,67 ευρώ. Το 2013 είχε συρρικνωθεί σε 1.509,39 ευρώ, δηλαδή η σωρευτική μείωση έφτασε τα 608,28 ευρώ ή ποσοστό 28,7%. Με βάση τα παραπάνω ποσά, προκύπτει ότι η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 7.300 ευρώ! Στο σύνολό τους τα νοικοκυριά το 2013 ξόδεψαν 30,5 δισ. ευρώ λιγότερα σε σχέση με το 2008. Ο διαφυγών τζίρος του λιανικού εμπορίου φτάνει τα 7,8 δισ., εκ των οποίων τα 2,3 δισ. βαρύνουν τον κλάδο τρόφιμα-ποτά-καπνός.

Οι νοικοκυρές για να «τα βολέψουν» ψαλίδισαν όλες τις επιμέρους δαπάνες. Οι δαπάνες για ρούχα και παπούτσια μειώθηκαν κατά 49,9% και ακολουθούν οι δαπάνες για διαρκή αγαθά κατά 43,8%. Οι μικρότερες περικοπές εμφανίζονται στα ποτά και τσιγάρα (-8,2%, αλλά σε μεγάλο ποσοστό αυτό οφείλεται στην αύξηση της φορολογίας), στα είδη διατροφής -11,5% και στην στέγαση -17,1%. Οι δαπάνες για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά μειώθηκαν κατά 40,07 ευρώ ή σε ποσοστό 11,5%, όμως το μερίδιό τους στο σύνολο του «καλαθιού» αυξήθηκε από 16,4% το 2008 σε 20,4% το 2013. Κι είναι γνωστό πως η αύξηση της συμμετοχής των ειδών διατροφής στο «καλάθι της νοικοκυράς» είναι το σημαντικότερο στοιχείο, που δείχνει τη χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου ενός λαού…

Αν στα είδη διατροφής συμπεριληφθεί και η κατηγορία «οινοπνευματώδη ποτά και καπνός», τότε το μερίδιό τους στο «καλάθι» ανέρχεται σε 24,5%, δηλαδή το ¼ των δαπανών των νοικοκυριών αφορά μόνο σε τρόφιμα, ποτά και τσιγάρα! Το 2008 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 19,6%. Συνολικά οι μηνιαίες δαπάνες των νοικοκυριών για είδη λιανικού εμπορίου μειώθηκαν από το 2008 κατά 154,78 ευρώ ή ποσοστό 23,2%, μείωση μικρότερη από το -27,8% του συνόλου του «καλαθιού». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αυξηθεί ο μερίδιο τα κλάδου στο σύνολο του «καλαθιού» από 31,6% το 2008 σε 34% το 2013.

Σε σταθερές τιμές η σύγκριση θα γίνει με το 2009, καθώς μέχρι τότε φθάνουν τα αποπληθωρισμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Έτσι, λοιπόν, σε σταθερές τιμές του 2013, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών ανερχόταν το 2009 σε 2.203,55 ευρώ. Το 2013 είχε συρρικνωθεί στα 1.509,36 ευρώ. Δηλαδή σωρευτικά κόπηκαν από το «καλάθι της νοικοκυράς» 694,19 ευρώ, ή ποσοστό 31,5% (σε τρέχουσες τιμές η αντίστοιχη μείωση ανέρχεται σε 26,9%). Από τα παραπάνω προκύπτει ότι σε πραγματικούς όρους:

  • Η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών το 2013 ήταν μειωμένη κατά 8.330 ευρώ σε σχέση με το 2009.
  • Στο σύνολο των νοικοκυριών της χώρας το «ψαλίδισμα» δαπανών έφτασε τα 34,8 δισ.
  • Το μερίδιο του λιανικού εμπορίου στο σύνολο των ετήσιων περικοπών ξεπερνά τα 11,5 δισ. ευρώ.

Το μεγαλύτερο πλήγμα δέχτηκαν οι δαπάνες για είδη ένδυσης και υπόδησης, οι οποίες σε σταθερές τιμές μειώθηκαν κατά 48,4%, και ακολουθούν οι μεταφορές (περιλαμβάνονται οι δαπάνες για αγορές αυτοκινήτου, βενζίνης κλπ) με 40,7% και ο κλάδος της εστίασης και του τουρισμού με 37,4%. Στην άλλη άκρη του σχετικού πίνακα βρίσκεται η εκπαίδευση (κυρίως τα φροντιστήρια κάθε είδους), με μείωση 16,6%, και φυσιολογικά ακολουθούν τα είδη διατροφής με 17,7% και η υγεία με 19,4%.

Ιδού η… σωτηρία της πατρίδας!
Στους επισυναπτόμενους από την ΕΛΣΤΑΤ πίνακες κρύβονται πολλές «πικρές αλήθειες», που αποκαλύπτουν το μέγεθος της πρωτοφανούς ανθρωπιστικής καταστροφής που συντελούνται στο όνομα της «διάσωσης της πατρίδας». Να αναφέρουμε μερικά από τα στοιχεία που αλιεύσαμε:

  • Το 2008 193.747 νοικοκυριά είχαν μηνιαίο εισόδημα μικρότερο από 750 ευρώ. Το 2013 ο αριθμός τους είχε αυξηθεί περίπου 6 φορές: 1.068.038 νοικοκυριά προσπαθούσαν να επιβιώσουν με μηνιαίο εισόδημα κάτω από 750 ευρώ! Τα μέλη των νοικοκυριών αυτών ξεπερνούν τα 2,8 εκατομμύρια άτομα!
  • Το 2008 437.693 νοικοκυριά είχαν μηνιαίο εισόδημα από 750 έως 1.100 ευρώ. Το 2013 ο αριθμός τους είχε αυξηθεί σε 825.417, με μέλη 2,2 εκατομμύρια άτομα! Δηλαδή, συνολικά περίπου 1,9 εκατ. νοικοκυριά με 5 εκατομμύρια μέλη, προσπαθούσαν να επιβιώσουν με μηνιαία εισοδήματα μικρότερα των 1.100 ευρώ!! Και για να αντιληφθεί ο αναγνώστης την πραγματική διάσταση των αριθμών αυτών, σημειώνουμε ότι τα νοικοκυριά αυτά αποτελούν το 45% του συνόλου των νοικοκυριών της χώρας. Να δούμε, όμως, και την άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος, αυτή της κατανάλωσης.
  • Το 2008 σε 246.706 νοικοκυριά η μηνιαία συνολική αξία των αγορών τους ήταν μικρότερη από 750 ευρώ. Το 2013 ο αριθμός των νοικοκυριών αυτής της κατηγορίας είχε αυξηθεί σε 435.422!
  • Ομοίως, οι συνολικές μηνιαίες δαπάνες 437.693 νοικοκυριών κυμαίνονταν το 2008 από 750-1.100 ευρώ. Το 2013 ο αριθμός τους είχε αυξηθεί σε 751.180 νοικοκυριά.

Σε ό,τι αφορά τις συνθήκες διαβίωσης, το 2013 έμεναν σε κατοικίες του ενός δωματίου 215.024 οικογένειες, έναντι 152.200 οικογενειών το 2008. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι από τις απαντήσεις των ερευνηθέντων νοικοκυριών προέκυψε ότι την εξαετία 2008-2013 κατασκευάστηκαν μόλις 98.593 κατοικίες. Την επταετία 2001-2007 είχαν κατασκευαστεί 348.923 κατοικίες, ενώ πάνω από 1,7 εκατομμύρια οικογένειες μένουν σε κατοικίες 35-65 ετών (κατασκευάστηκαν το διάστημα 1961-1980). Σε ιδιόκτητη κατοικία διαμένουν 2.562.760 οικογένειες. Άλλες 508.651 οικογένειες μένουν ναι μεν σε ιδιόκτητη κατοικία, αλλά χρωστούν δάνεια, ενώ στο ενοίκιο μένουν 771.820 οικογένειες.

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει στο πετρέλαιο θέρμανσης: Η μέση μηνιαία κατανάλωση των νοικοκυριών μειώθηκε από 80 λίτρα το 2008 σε 65 λίτρα το 2013 και καταβαραθρώθηκε στα 30 λίτρα το 2013 (τη διετία 2012-2013 εφαρμόστηκε η απόφαση για εξίσωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης με το πετρέλαιο κίνησης). Επίσης, το ίδιο διάστημα έκλεισαν τους διακόπτες της κεντρικής θέρμανσης πάνω από 1.500.000 νοικοκυριά, εκ των οποίων τα 1.400.000 τη διετία 2012-2013. Το 2013 μόνο 1.592.835 νοικοκυριά χρησιμοποιούσαν ακόμη την κεντρική θέρμανση, έναντι 3.094.842 νοικοκυριών το 2008 (μείωση 48,5%). Το 2008 τα νοικοκυριά που ζούσαν χωρίς καν θέρμανση έφταναν τα 17.419, ενώ το 2013 έφτασαν τα 61.372!


Επίδραση στο διατροφικό πρότυπο
Επανερχόμενοι στο «καλάθι της νοικοκυράς» και ειδικότερα στον κλάδο των τροφίμων-ποτών-τσιγάρων, παρατηρούμε ότι οι Έλληνες αγοράζουν πλέον πολύ λιγότερα τσιγάρα σε σχέση με το 2008, ενώ έχουν περικόψει σημαντικά και τα θεωρούμενα ως ακριβά τρόφιμα (κρέατα, ψάρια κλπ). Από την άλλη πλευρά, φαίνεται πως αγοράζουν περισσότερα ζυμαρικά, λάδια και αυγά. Τα ενδιαφέρονται αυτά στοιχεία βασίζονται όχι στις δαπάνες, αλλά στις ποσότητες ορισμένων ειδών διατροφής που αγοράζουν τα νοικοκυριά. Έτσι, λοιπόν, με κριτήριο την ποσότητα, η μέση μηνιαία κατανάλωση τσιγάρων εμφανίζεται το 2013 μειωμένη κατά 45,2%, σε σύγκριση με το 2008. Τη δεύτερη θέση στο σχετικό πίνακα καταλαμβάνουν τα ψάρια, με μείωση της καταναλισκόμενης ποσότητας κατά 11,4% και ακολουθούν το κρέας με -10,1%, τα τυριά με -9,5%, τα λαχανικά με -8,2%, τα φρούτα και το γάλα με -6,4%, το ψωμί με -5,4% και τα οινοπνευματώδη ποτά με -3,8%.

Αντίθετα, αυξημένη κατά 15,4% ήταν η μέση καταναλισκόμενη ποσότητα αυγών, κατά 13,9% του ελαιολάδου, κατά 13,3% του ρυζιού και των ζυμαρικών και κατά 6,1% του γιαουρτιού. Αν ως κριτήριο λάβουμε τη θέση εργασίας του υπεύθυνου του νοικοκυριού, παρατηρούμε ότι το μεγαλύτερο «καλάθι» το γεμίζουν οι αυτοαπασχολούμενοι με μισθωτούς (3.011,11 ευρώ η μέση μηνιαία δαπάνη), ενώ στη χειρότερη θέση βρίσκονται οι άνεργοι ή οικονομικά μη ενεργοί οικογενειάρχες (1.239,59 ευρώ). Όμως, πιο πολύ επλήγησαν από την κρίση οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς μισθωτούς, που αναγκάστηκαν μεταξύ του 2008 και του 2013 να περικόψουν τις δαπάνες τους κατά 31%. Τους ακολούθησαν οι μισθωτοί με περικοπές κατά 26,8%, οι εργοδότες με 21,9% και οι οικονομικά μη ενεργοί ή άνεργοι με 21,6%.

Η κοινωνική ανισότητα διευρύνεται
Ένα σημαντικό εύρημα της έρευνας οικογενειακών προϋπολογισμών είναι ότι από τα στοιχεία του πιστοποιείται πως η κοινωνική ανισότητα διευρύνεται. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά από την ΕΛΣΤΑΤ, το 2013 το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 5,7 φορές μεγαλύτερο από το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης του φτωχότερου 20% του πληθυσμού, έναντι 5,53 του 2008. Το μερίδιο της μέσης ισοδύναμης δαπάνης για είδη διατροφής των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται σε 32,3% έναντι 13,5% του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού. Τα αντίστοιχα μερίδια για τη στέγαση είναι 25% και 10,5% και για την υγεία 7,6% και 7,2%. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι οι δαπάνες για διατροφή, στέγαση και υγεία αντιστοιχούν στο 64,9% του «καλαθιού» των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού. Το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% είναι 31,2% του «καλαθιού».

Αξίζει, επίσης, να σημειώσουμε ότι η μέση μηνιαία ισοδύναμη δαπάνη του φτωχού πληθυσμού (δηλαδή, με δαπάνη μικρότερη ή ίση με το κατώφλι της φτώχειας) για αγορά τροφίμων ανέρχεται σε 113,6 ευρώ, ποσό που ισούται με το 33,6% του συνολικού «καλαθιού» των δαπανών του (337,87 ευρώ). Τα αντίστοιχα ποσοστά για τη στέγαση και την υγεία είναι 21,6% και 9%. Οι τρεις αυτοί βασικοί τομείς «πιάνουν» το 64,2% του «καλαθιού». Η μέση ισοδύναμη δαπάνη των νοικοκυριών του μη φτωχού πληθυσμού (δαπάνες πάνω από το κατώφλι της φτώχειας) ισούται με 1.030,22 ευρώ. Από αυτά, τα 193,78 ευρώ ή το 18,8% πηγαίνουν στη διατροφή, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για τη στέγαση και την υγεία είναι 14,2% και 7% (σύνολο 40%).Σημειώνουμε ότι η συνολική μέση μηνιαία δαπάνη του φτωχού πληθυσμού, υπολογιζόμενη σε αξία, ανέρχεται σε 216,81 ευρώ και του μη φτωχού πληθυσμού σε 412,29 ευρώ, δηλαδή είναι υψηλότερη από τη συνολική ισοδύναμη μέση μηνιαία δαπάνη του φτωχού πληθυσμού (337,87 ευρώ).

Ποσοστιαία κατανομή κατανομή μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών σε χώρες της Ευρώπης

  • Είδη διατροφής, οινοπνευματώδη ποτά και καπνός: Βουλγαρία 44,6% , Ελλάδα 24,6%, Ισπανία 17,1%, Ηνωμένο Βασίλειο 16,3%, Νορβηγία 14,5%, Γερμανία 13,9%.
  • Είδη ένδυσης και υπόδησης: Ελλάδα 5,8%, Νορβηγία 5,4%, Ηνωμένο Βασίλειο 5,1%, Ισπανία 5%, Γερμανία 4,6%, Βουλγαρία 4,2%.
  • Στέγαση: Γερμανία 34,3%, Ισπανία 33,1%, Νορβηγία 31,2%, Βουλγαρία 17%, Ελλάδα 13,7%.
  • Υγεία: Ελλάδα 6,9%, Βουλγαρία 6,3%, Γερμανία 4,2%, Ισπανία 3,2%, Νορβηγία 2,6%, Ηνωμένο Βασίλειο 1,6%.
  • Εκπαίδευση: Ελλάδα 3,4%, Ηνωμένο Βασίλειο 1,8%, Ισπανία 1,3%, Γερμανία 0,7%, Νορβηγία 0,2%.
  • Ξενοδοχεία, καφενεία και εστιατόρια: Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο 9,6%, Ισπανία 8,3%, Γερμανία 5,5%, Νορβηγία 3,6%.
  • Αναψυχή και πολιτισμό: Ηνωμένο Βασίλειο 15%, Γερμανία 10,6%, Νορβηγία 10%, Ισπανία 5,7%, Ελλάδα 4,6%.
  • Επικοινωνίες: Βουλγαρία 5,2%, Ελλάδα 4,1%, Ηνωμένο Βασίλειο 3,2%, Ισπανία 3%, Γερμανία 2,5%, Νορβηγία 1,9%.
  • Μεταφορές: Νορβηγία 18,7%, Ηνωμένο Βασίλειο 15,8%, Γερμανία 14,2%, Ελλάδα 12,5%, Ισπανία 11,5%, Βουλγαρία 8,2%.
  • Διαρκή Αγαθά: Ηνωμένο Βασίλειο 6,6%, Ελλάδα και Νορβηγία 5,6%, Γερμανία 5,5%, Ισπανία 4,2%, Βουλγαρία 4,1%.
  • Διάφορα αγαθά και υπηρεσίες: Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο 9,3%, Ισπανία 7,5%, Νορβηγία 6,2%, Γερμανία 3,9.