Ο κ. Tim Eales, industry insight director της IRI EUROPE, με μία πρωτότυπη ανάλυση, η οποία παρουσιάζεται σε CD αποκλειστικά στο ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ 2003 από την INFORMATION RESOURCES HELLAS σε συνεργασία με τις εκδόσεις COMCENTER, επιχειρεί να «ζωγραφίσει» τον χάρτη της ακρίβιας στην Ευρώπη, να αναλύσει τις πληθωριστικές τάσεις στη γηραιά ήπειρο και να απαντήσει στο ερώτημα σε τι βαθμό συνέβαλε το ευρώ σε αυτές.

Για το ευρώ όλοι λίγο-πολύ είχαν προβλέψει ότι θα αυξήσει τις πληθωριστικές πιέσεις στις χώρες της Ευρωζώνης λίγο πριν και αρκετούς μήνες μετά τη μετάβαση στο κοινό νόμισμα. Το απρόβλεπτο όμως ήταν ότι η μετάβαση συνοδεύτηκε από έναν δριμύ χειμώνα που ενέτεινε τα προβλήματα και έδωσε «ωφέλιμο χώρο» στους κάθε λογής κερδοσκόπους. Ο κ. Tim Eales, industry insight director της IRI EUROPE, με μία πρωτότυπη ανάλυση υπό τον τίτλο «Οι πληθωριστικές τάσεις στη Δυτική Ευρώπη», η οποία παρουσιάζεται αποκλειστικά στο ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ 2003 από την INFORMATION RESOURCES HELLAS ΑΕΕ (σε CD που συνοδεύει την έκδοση), επιχειρεί να «ζωγραφίσει» τον χάρτη της ακρίβιας στην Ευρώπη, να αναλύσει τις πληθωριστικές τάσεις στη γηραιά ήπειρο και να απαντήσει στο ερώτημα σε ποιο βαθμό συνέβαλε το ευρώ σε αυτές.

Από τα στοιχεία της Eurostat, αλλά και της IRI που χρησιμοποιεί ο αναλυτής κ. Tim Eales, προκύπτουν ανάγλυφα όλες οι μεγάλες διαφορές που χωρίζουν τις χώρες της Ευρωζώνης, διαφορές που σχετίζονται με τον «βαθμό ευστάθειας» των εθνικών διαφορών, το βιοτικό επίπεδο των λαών, την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, το εύρος των διακυμάνσεων των τιμών κλπ. Η Ελλάδα σε όλες τις συγκρίσεις καταλαμβάνει συνήθως μία εκ των πρώτων θέσεων σε ό,τι αφορά τον τιμάριθμο –ιδιαίτερα στον κρίσιμο τομέα των ειδών διατροφής– και μία εκ των τελευταίων θέσεων σε ό,τι αφορά τις καταναλωτικές δαπάνες.

Ο τιμάριθμος και ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη

Τα βασικά συμπεράσματα στα οποία καταλήγει ο κ. Tim Eales, είναι συνοπτικά τα εξής:

  • Από τον Ιανουάριο του 1999 έως τον Δεκέμβριο του 2002 οι τιμές στην Ευρωζώνη αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 8%. Ο αναλυτής θεωρεί ως φυσιολογική μια μέση ετήσια αύξηση 1,2%, που σημαίνει ότι μετά το 1999 οι τιμές θα έπρεπε να είχαν αυξηθεί μόνο 3,6%. Η επίπτωση της κακοκαιρίας υπολογίζεται σε 0,7%, κατά συνέπεια το ερώτημα που προκύπτει είναι αν το υπόλοιπο –λίαν σημαντικό– ποσοστό οφείλεται στο νέο νόμισμα. Ο τιμάριθμος έφτασε σε επίπεδα-ρεκόρ για το εξεταζόμενο διάστημα την άνοιξη του 2001 (3,4%), ενώ η δεύτερη μεγάλη έξαρση σημειώθηκε τους πρώτους μήνες του 2002, η οποία αποδίδεται στην κακοκαιρία. Σε υψηλά επίπεδα κρατήθηκε ο πληθωρισμός όλο το μετέπειτα διάστημα, μέχρι και την άνοιξη του 2003, δηλαδή τους πρώτους μήνες κυκλοφορίας του ευρώ.
  • Σε ό,τι αφορά τα τρόφιμα, οι τιμές τους ήταν σχετικά σταθερές το 2002, αλλά –σημειώνει ο αναλυτής– αυτό αποκρύπτει τη δραματική διαφορά του επιπέδου των τιμών μεταξύ των χωρών. Το πρώτο εξάμηνο του 2003 οι τιμές αυξήθηκαν εκ νέου. Θα πρέπει να σημειωθεί πάντως, ότι ενώ το 2000 ο δείκτης των ειδών διατροφής εκινείτο σε επίπεδα χαμηλότερα του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή, από τα μέσα του 2001 βρίσκεται σταθερά πάντα πάνω από αυτόν.
  • Στο δείγμα του ο κ. Tim Eales έχει συμπεριλάβει έξι χώρες της Ευρωζώνης (Γερμανία, Ιταλία, Ελλάδα, Ολλανδία, Ισπανία, Γαλλία) και τη Μεγάλη Βρετανία. Ο Ιούλιος του 2003 βρίσκει την Ελλάδα στο υψηλότερο σκαλοπάτι του πληθωρισμού, ενώ κοντά της βρίσκονται η Ολλανδία, η Ισπανία και η Ιταλία. Στην καλύτερη μοίρα βρίσκεται η Γερμανία, στην οποία το 2002 ο πληθωρισμός μειώθηκε και οι τιμές των τροφίμων το δεύτερο εξάμηνο του έτους έπεσαν χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2001.
  • Η Ελλάδα συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που παρουσιάζουν αυξανόμενα ποσοστά πληθωρισμού από τα μέσα του 2002 μέχρι και το καλοκαίρι του 2003.
  • Η χώρα μας κατέχει επίσης το ρεκόρ αυξήσεων στα τρόφιμα (πάνω από 12% το χειμώνα του 2002 και γύρω στο 10% την άνοιξη του 2003). Ο βαρύς χειμώνας το 2002, σημειώνεται στη μελέτη, προκάλεσε μεγάλη αύξηση στις τιμές των φρέσκων προϊόντων στις περισσότερες χώρες. Ειδικότερα στην Ελλάδα, το χιόνι και η ανάγκη να διατεθούν τα παλιά νομίσματα οδήγησε τους καταναλωτές στο οργανωμένο λιανεμπόριο, αυξάνοντας τις πωλήσεις του.
  • Η κακοκαιρία και το ευρώ προκάλεσε μεγάλες ετήσιες αυξήσεις τιμών και σε άλλους τομείς, όπως στα αλκοολούχα ποτά, στα ξενοδοχεία-εστιατόρια-καφετέριες κλπ.
  • Από το 1996 οι τιμές στην Ευρωζώνη αυξήθηκαν κατά μέσο όρο 13%. Οι τομείς αλκοόλ-καπνός και ξενοδοχεία-εστιατόρια βρίσκονται στην κορυφή του σχετικού πίνακα με αυξήσεις σχεδόν διπλάσιες του μέσου όρου, ενώ τα τρόφιμα «τρέχουν» με ρυθμό που δεν αποκλίνει και πολύ από τον μέσο όρο (14,4%).

Πρώτοι στον πληθωρισμό, τελευταίοι στις δαπάνες

Ένα στοιχείο το οποίο θεωρούμε ότι εικονίζει παραστατικότατα την απόσταση που χωρίζει την ελληνική οικονομία από τους εταίρους μας, είναι αυτό που κατατάσσει τη χώρα μας στην τελευταία θέση στις καταναλωτικές δαπάνες. Όπως μάλιστα σημειώνεται χαρακτηριστικά, «η χώρα με τον υψηλότερο πληθωρισμό το 2002 βρίσκεται στη χαμηλότερη θέση όσον αφορά τις δαπάνες του καταναλωτή». Κι αυτή η χώρα, βέβαια, είναι η Ελλάδα, με πληθωρισμό 3,6% το 2002 και κατά κεφαλή δαπάνες 8.100 ευρώ. Κοντά σχετικά βρίσκονται οι δύο άλλοι εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού Νότου, η Ισπανία και η Ιταλία, με κατά κεφαλή δαπάνες 9.100 και 12.200 ευρώ αντίστοιχα, ενώ τις πρώτες θέσεις καταλαμβάνουν η Μεγάλη Βρετανία (16.900) και η Γερμανία (14.400), που –καθόλου τυχαία– έχουν και τα μικρότερα ποσοστά πληθωρισμού.

Οι διαφορές του δείκτη τιμών ανά χώρα

Από την ανάλυση του «καλαθιού» της IRI, στο οποίο περιέχονται 15 κοινές κατηγορίες προϊόντων για όλες τις χώρες και 5 «τοπικές» κατηγορίες (τρόφιμα, είδη προσωπικής καθαριότητας, αναλώσιμα νοικοκυριού, ποτά), προκύπτουν τα εξής:

  • Οι διαφορές του δείκτη τιμών παρουσιάζονται ιδιαίτερα μεγάλες από χώρα σε χώρα. Οι τιμές σε συσκευασμένα προϊόντα αυξήθηκαν ταχύτατα σε Ολλανδία και Ισπανία. Στην Ελλάδα και τη Γαλλία μεγαλύτερες αυξητικές τάσεις παρατηρήθηκαν την άνοιξη του 2002, ενώ στην Ιταλία οι τιμές παρέμειναν σχετικά σταθερές το 2002, σε αντίθεση με τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γερμανία που οι τιμές κυμάνθηκαν σε χαμηλά επίπεδα.
  • Στη Γερμανία ο πόλεμος των τιμών προκάλεσε αύξηση του όγκου των πωλήσεων στο τέλος του 2001 και κατά τη διάρκεια του 2002. Στη Γαλλία η αύξηση των τιμών οδήγησε σε απώλειες στις πωλήσεις. Στην Ιταλία η σταθερότητα των τιμών το 2002 επέφερε αύξηση των πωλήσεων, αλλά από το 2003 οι τιμές αυξάνονται και οι πωλήσεις μειώνονται. Στην Ισπανία που το 2003 παρατηρείται αποκλιμάκωση των τιμών, οι πωλήσεις αρχίζουν να ανακάμπτουν. Αντιστρόφως ανάλογες των τιμών ήταν οι πωλήσεις και στην Ολλανδία, όπως επίσης και στη Βρετανία.

Για την Ελλάδα επισημαίνεται ότι στις αρχές του 2002 σημειώθηκε μεγάλη αύξηση των πωλήσεων λόγω της κακοκαιρίας και των χαμηλών θερμοκρασιών αλλά και εξαιτίας της προσφυγής των καταναλωτών στο οργανωμένο λιανεμπόριο για την αλλαγή των παλιών νομισμάτων. Στη συνέχεια όμως οι αυξήσεις των τιμών επέφεραν μείωση των πωλήσεων.

Περισσότερες πληροφορίες και αναλυτικά γραφήματα βλέπε τεύχος Νο. 323  σελ.20-27