Στην περσινή αντίστοιχη έρευνα της εταιρείας είχε καταγραφεί απλώς μια ανακοπή της απαισιοδοξίας που χαρακτήριζε τις απόψεις των ελληνικών νοικοκυριών σε σχέση με τα οικονομικά τους αλλά και τις προσδοκίες τους για το επόμενο έτος. Φέτος, από την έρευνα προκύπτει ότι υπάρχει σαφής πρόοδος στην εκτίμηση των νοικοκυριών για τη χρονιά που πέρασε, καθώς και στις προσδοκίες τους για το έτος που διανύουμε. Ενώ στην περυσινή έρευνα είχε απλώς καταγραφεί μια ανακοπή της απαισιοδοξίας, από τη φετινή έρευνα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι υπάρχει ανάκαμψη της αισιοδοξίας των ελληνικών νοικοκυριών.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά στον οικονομικό απολογισμό που έγινε για το 2006, η «ψαλίδα» που χωρίζει τα νοικοκυριά, τα οποία έκριναν ότι η κατάστασή τους χειροτέρεψε, από εκείνα, τα οποία θεώρησαν ότι υπήρξε βελτίωση, μειώθηκε εντυπωσιακά. Το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι τα οικονομικά τους επιδεινώθηκαν μειώθηκε από 59,3% σε 49,3% και  όσων αισθάνθηκαν βελτίωση αυξήθηκε από μόλις 7,3% σε 18,8%. Συνεπώς, η μείωση της «ψαλίδας» πλησίασε τις είκοσι ποσοστιαίες μονάδες, μετά από δύο διαδοχικά ανοίγματα που είχαν καταγραφεί στις δύο προηγούμενες έρευνες.

Η εικόνα για τις τιμές

Κατά τη φετινή έρευνα, για πρώτη φορά μετά από τέσσερα συνεχόμενα έτη μειώθηκε ο αριθμός των υποδείξεων που έκαναν τα νοικοκυριά για αισθητή αύξηση σε κάποιες από τις 12 κατηγορίες κατανάλωσης που διακρίνει η ΕΣΥΕ, ενώ αυξήθηκε ο αριθμός των υποδείξεων που έκαναν για συγκράτηση τιμών. Συγκεκριμένα, υπήρξαν 2.274 υποδείξεις, με τις οποίες θεωρήθηκε ότι το 2006 υπήρξε αισθητή αύξηση τιμών έναντι 2.300 κατά την περυσινή έρευνα, ενώ καταγράφηκαν 253 υποδείξεις για συγκράτηση τιμών έναντι μόνο 201 πέρυσι. Περιορίσθηκε, συνεπώς, η αρνητική «ψαλίδα» από τις 84 σε 80 ποσοστιαίες μονάδες. Βεβαίως, η αίσθηση για άνοδο του κόστους ζωής παραμένει σε υψηλά επίπεδα, είναι όμως σημαντικό ότι, όσον αφορά στο 2006, αυτή καταγράφηκε περιορισμένη.

Ιδιαίτερα αισθητή ήταν η μείωση της ψαλίδας στις επικοινωνίες-μεταφορές, από 19,4 σε 13,9 μονάδες. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο ανταγωνισμός που αναπτύσσεται μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στους κλάδους αυτούς της οικονομίας αρχίζει να κάνει αισθητές τις ευεργετικές επιπτώσεις του στους καταναλωτές. Μια άλλη κατηγορία, στην οποία η «ψαλίδα» περιορίστηκε αισθητά, από 6,2 σε 3,9 ποσοστιαίες μονάδες, είναι η αναψυχή-ξενοδοχεία-εστιατόρια, γεγονός που εκπέμπει κάποια αισιόδοξα μηνύματα για το κόστος των τουριστικών υπηρεσιών, καθώς και στην ένδυση-υπόδηση όπου, όπως είναι γνωστό, ο ανταγωνισμός στην εγχώρια αγορά διαρκώς εντείνεται.

Στην κρίσιμη κατηγορία των ειδών διατροφής-μη αλκοολούχων ποτών ανακόπηκε η τάση διεύρυνσης του χάσματος αρνητικών και θετικών απαντήσεων. Μάλιστα, το χάσμα αυτό περιορίστηκε οριακά. Εξακολουθεί, όμως, να παραμένει το μεγαλύτερο μεταξύ όλων των κατηγοριών καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών.

Σταθεροποιημένη ήταν η αίσθηση για την άνοδο του κόστους και στα αλκοολούχα ποτά-τσιγάρα, αλλά και για το κόστος των εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Στον αντίποδα, διευρύνθηκε η «ψαλίδα» αρνητικών και θετικών απαντήσεων στη στέγαση, στα διαρκή αγαθά και στην υγεία. Οσον αφορά στη στέγαση, τούτο πιθανώς να οφείλεται στην άνοδο των επιτοκίων που επηρέασε αρνητικά το κόστος των στεγαστικών δανείων. 

Εντύπωση προκαλεί η απότομη διεύρυνση του χάσματος στα διαρκή καταναλωτικά αγαθά, από 5,7 σε 8,3 ποσοστιαίες μονάδες. Ενδεχομένως, τούτο να οφείλεται στην εισαγωγή νέων προϊόντων, τα οποία οι καταναλωτές κρίνουν ότι είναι ακόμη ακριβά. Σε όλες τις κατηγορίες κατανάλωσης ο αριθμός των νοικοκυριών που δήλωσαν ότι αυξήθηκε σημαντικά η δαπάνη τους ξεπέρασε εκείνον όσων δήλωσαν ότι η δαπάνη τους μειώθηκε. Μοναδική εξαίρεση, η οποία εμφανίζεται συνεχώς κατά τη διάρκεια της πενταετίας 2000-2006, ήταν η κατηγορία αναψυχή–ξενοδοχεία–εστιατόρια, όπου ο αριθμός των νοικοκυριών που δήλωσαν μείωση δαπάνης ξεπέρασε εκείνον όσων δήλωσαν αύξησή της.

Σε σύγκριση με το 2005 δεν παρατηρήθηκαν πολλές ουσιώδεις μεταβολές στις επί μέρους κατηγορίες καταναλωτικής δαπάνης όσον αφορά στη διαφορά ποσοστού αύξησης- μείωσης. Η μεγαλύτερη διαφορά, 19,9 ποσοστιαίες μονάδες, καταγράφηκε και πάλι στα τρόφιμα–μη αλκοολούχα ποτά. Ηταν, όμως, ελαφρά μειωμένη σε σύγκριση με το 2005. Μείωση, αρκετά πιο εντυπωσιακή, από 12,1 σε 8,7 ποσοστιαίες μονάδες καταγράφηκε στον δείκτη για τις μεταφορές–επικοινωνίες. Αντίθετα, η διαφορά διευρύνθηκε στα διαρκή καταναλωτικά προϊόντα και στην κατηγορία ποτά-καπνός.

Στην παρούσα έρευνα εξετάστηκαν, επίσης, οι παράγοντες που καθορίζουν τον βαθμό οικονομικής αισιοδοξίας των νοικοκυριών και τη μεταβολή του. Προέκυψε ότι και οι τρεις σπουδαιότεροι (αναμενόμενος πληθωρισμός, αναμενόμενη μεταβολή του διαθέσιμου εισοδήματος, αναμενόμενες συνθήκες δημιουργίας απασχόλησης/ανεργίας) συνέβαλαν στη βελτίωση των προσδοκιών.

Ταυτότητα έρευνας

Η έρευνα διεξήχθη για λογαριασμό της ICAP από τη θυγατρική της TNS-ICAP στο διάστημα Μαρτίου-Απριλίου 2007 σε τυχαίο αντιπροσωπευτικό δείγμα 601 νοικοκυριών, το οποίο ήταν κατανεμημένο κατά οικιστικό μέγεθος και κατά γεωγραφική περιφέρεια. Οι συνεντεύξεις έγιναν με προσωπική επαφή με τους ερευνητές και με την χρήση έντυπου δομημένου ερωτηματολογίου στα σπίτια των ερωτώμενων. Τηρήθηκαν όλοι οι κανόνες που έχουν θέσει ο ΣΕΔΕΑ, η ESOMAR και η Gallup International Association, μέλος των οποίων είναι η TNS-ICAP και εφαρμόζει τον Κανονισμό Ποιοτικού Ελέγχου Συλλογής Στοιχείων.

Αναλυτικά η μελέτη βρίσκεται στο www.icap.gr