Πρόταση προς την κυβέρνηση για την ψήφιση διάταξης, που θα θεσμοθετεί την πολιτική αποφυγής του price signaling (σηματοδότηση τιμής), υπέβαλε η Επιτροπή Ανταγωνισμού, προκειμένου να δημιουργηθεί μια ακόμη διαδικασία καταγραφής των τιμών και κυρίως μετρίασης των ανατιμητικών τάσεων. Στόχος της εν λόγω διάταξης είναι η αποτροπή εταιρειών που ελέγχουν μεγάλα μερίδια αγοράς, να προαναγγέλλουν δημόσια τις σχεδιαζόμενες ανατιμήσεις τους, με σκοπό να προτρέπουν έμμεσα τους ανταγωνιστές τους σε ανάλογες πρακτικές.

Πρόκειται για μια ρύθμιση που έτυχε εφαρμογής σε άλλες μεγάλες εθνικές αγορές και, όπως υποστηρίζεται, είχε θετικά αποτελέσματα, καθώς απέτρεψε τις συντονισμένες ανατιμήσεις στο εμπόριο. Στην πράξη η σχετική διάταξη απαγορεύει τη δημόσια αναγγελία νέων τιμοκαταλόγων εκ μέρους των εταιρειών, ώστε να μην δίδεται το κίνητρο στους ανταγωνιστές τους, να προβαίνουν συντονισμένα σε αντίστοιχες πρακτικές.

Η νέα διάταξη θα εστιάζει στην αποτρεπτικότητα ανάλογων ενεργειών σε επίπεδο Β2Β, δηλαδή στην αποφυγή ανατιμήσεων στη χονδρική, που νομοτελειακά οδηγούν σε μαζικές αυξήσεις τιμών στο ράφι. Η απαγόρευση του price signaling θα λειτουργήσει συμπληρωματικά σε όσα προβλέπει ο νόμος που απαγορεύει τις συμπράξεις εταιρειών, οι οποίες ελέγχουν μεγάλα τμήματα των αγορών τους και που έχουν τη δυνατότητα άσκησης συντονισμένων πολιτικών καθορισμού-επιβολής των τιμών σε οριζόντια βάση.

Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η αποφυγή του price signaling θα αποτελέσει μια διαδικασία με ταχύτερη εφαρμογή από αυτή του ελέγχου των συμπράξεων. Όπως είναι γνωστό, οι υποθέσεις που αφορούν τον έλεγχο συμπράξεων, συνήθως απαιτούν χρόνια ερευνών για την τεκμηρίωση της όποιας παράβασης, ιδιαίτερα όταν εστιάζονται σε μεγάλες αγορές, όπως η οργανωμένη λιανική, όπου κάθε υπόθεση προϋποθέτει τη συγκέντρωση και ανάλυση τεράστιου αριθμού δεδομένων.

Εμπόδιο στη χρονοτριβή
Στις περισσότερες υποθέσεις διερεύνησης του ενδεχόμενου συμπράξεων απαιτείται μια συγκεκριμένη διαδικασία, που περιλαμβάνει αυτεπάγγελτους ελέγχους στην αγορά για τη συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού, την αποσφράγιση των σχετικών στοιχειών και την αξιολόγησή τους, το διαχωρισμό των απόρρητων εταιρικών στοιχείων, την καταγραφή και αξιολόγηση αμέτρητων e-mails και άλλων εγγράφων επικοινωνίας μεταξύ ανταγωνιστών, ενώ σε κάθε υπόθεση εμπλέκονται δικηγόροι, καταθέτουν μάρτυρες, υποβάλλονται υπομνήματα, όπως και προσφυγές και ενστάσεις ενώπιον της Επιτροπής Ανταγωνισμού, αλλά και των διοικητικών δικαστηρίων, οπότε η διαχείριση όλων αυτών των στοιχείων απαιτούν μακρό χρόνο, μέχρι η Επιτροπή Ανταγωνισμού να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα, μη ανατρεπόμενα στα διοικητικά δικαστήρια.

Όπως εξηγούν νομικοί κύκλοι, ανάλογες υποθέσεις καταλήγουν σε ετυμηγορία της Επιτροπής Ανταγωνισμού μετά την πάροδο είκοσι έως εκατό μηνών, οπότε μια ρύθμιση που θα εξασφάλιζε την αποφυγή του price signaling, θα έχει πιο άμεσα αποτελέσματα, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων πληθωριστικών πιέσεων, όπως αυτές που ζει σήμερα στο σύνολό της η Ευρώπη και που ήδη τις ζει και η εγχώρια αγορά.
Στο μεταξύ, ανεξάρτητα από τα προαναφερόμενα η Επιτροπή Ανταγωνισμού συνεχίζει τους ελέγχους της στην οργανωμένη λιανική. Ήδη μελετά τιμολογιακά και άλλα στοιχεία που συγκέντρωσε τους προηγούμενους μήνες, στο πλαίσιο αιφνιδιαστικών ελέγχων που πραγματοποίησε σε μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ, αλλά και σε ορισμένους από τους μεγαλύτερους προμηθευτές τους.

Παράλληλα, κάθε δύο εβδομάδες καταγράφει τιμές και στοιχεία για τις δομές της αγοράς, σε διαφορετικές χρονοσειρές, ώστε να διασφαλίζεται η ορθή λήψη των τιμολογιακών στοιχείων, ενώ πέραν των σούπερ μάρκετ διερευνά και την αγορά της ενέργειας, σε συνεργασία με στελέχη της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, εξαιτίας των ιδιαίτερα υψηλών ανατιμήσεων που προκαλούν οι μεγάλες αυξήσεις στο κόστος παραγωγής του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου.