Το οποιοδήποτε προϊόν της διοικητικής δουλειάς -από το πλέον σύνθετο, επιπέδου ηγεσίας, μέχρι τα στοιχειώδη της καθημερινής ρουτίνας στην κατώτερη βαθμίδα της ιεραρχίας- είναι φορέας μιας σύνθεσης ανθρώπινων δεξιοτήτων, συνηθειών, ψυχολογικών στάσεων και ισορροπιών συνύπαρξης των συντελεστών του. Σε έσχατη ανάλυση, μέσα στο διοικητικό αποτέλεσμα είναι αναγνωρίσιμα, τουλάχιστον στους ανθρώπους που το διαμορφώνουν, μέχρι κι εκείνα τα «επουσιώδη» στοιχεία ταυτότητας καθενός που, αν ποτέ λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό ή στην αποτίμηση ενός πλάνου, αυτό γίνεται κατ’ εξαίρεση, περιπτωσιακά και περιστασιακά.

Κι όμως, τέτοια στοιχεία της ατομικότητας, βαρύνουσας σημασίας στον μικρόκοσμο της κοινωνικής ζωής των ανθρώπων, στην κλίμακα των πολυάνθρωπων οργανισμών, όπως οι μεγάλες επιχειρήσεις, περνούν στα «αζήτητα». Είναι δα κανόνας ότι ο εθισμός στην ποσοτικοποίηση των δυνατοτήτων (εργατοώρες, ειδικότητες, τεχνολογίες, κεφάλαιο) αυξάνει ευθέως ανάλογα με το μέγεθος του εταιρικού οργανισμού.

Σε εποχές κρίσης, όπως αυτή που πανθομολογούμενα μάς επιφυλάσσει η νέα χρονιά, η σκέψη χρωματίζεται έντονα από τη δυσφορία και τον φόβο ή, αν προτιμάτε, γιατί όχι από τη μαχητική διάθεση να «μην μας βάλει κάτω». Κι επειδή το ζύγι της σωφροσύνης βαραίνει στη μεριά της μαχητικότητας, είναι χρέος της αγαθής διοίκησης να μη χαρίσει όλα εκείνα τα «επουσιώδη» στοιχεία της ατομικότητας καθενός εκ των υποκειμένων της στον φόβο, την ηττοπάθεια και την εσωστρέφεια. ‘Ισως πρόκειται για την ευκαιρία να αναζωογονηθούν τα εργασιακά περιβάλλοντα, αποκαλύπτοντας τις μύχιες ποιότητές τους, που έμεναν ως τώρα στ’ «αζήτητα»…

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 380 (Ιανουάριος 2009) του περιοδικού «σελφ σέρβις» (εκδόσεις Comcenter).