Βουλευτικές εκλογές, μια όμορφη στιγμή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που αποτυπώνει τον βαθμό κατανόησης των αναγκαιοτήτων της ζωής του κόσμου, τις προσδοκίες του, τις απογοητεύσεις του, τις αβεβαιότητές του αλλά και τις μύχιες σκέψεις του, που ενίοτε κόντρα σε κάθε πρόβλεψη φέρνουν τα πάνω κάτω. Αυτή τη χαραμάδα απροσδιοριστίας επιχείρησαν τους τελευταίους μήνες να την κλείσουν οι οικονομικοί ταγοί της χώρας, ανησυχώντας μήπως κάποιας μορφής πολιτική αστάθεια επηρεάσει τα κεκτημένα της ελληνικής οικονομίας.

Στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών επενδυτές και οικονομικοί αναλυτές έσπευσαν να τονίσουν πως αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι η πολιτική σταθερότητα, προκειμένου η οικονομική στρατηγική να προάγει φιλοεπιχειρηματικές πρακτικές, επενδύσεις, τραπεζική σταθερότητα, αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης, μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης, καλύτερη προσέλκυση καινοτομίας, δημοσιονομική πειθαρχία, αποτελεσματική διαχείριση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και εντέλει επανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Ο δε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος τονίζει πως σε ένα περιβάλλον διαδοχικών κρίσεων και αυξημένης αβεβαιότητας η απώλεια αξιοπιστίας της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και η επιστροφή σε αναποτελεσματικές πολιτικές και σε διακοπή των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, θα σήμαινε απώλεια μιας ιστορικής για την Ελλάδα ευκαιρίας να μετασχηματιστεί σε μια σύγχρονη, βιώσιμη, εξωστρεφή και ανταγωνιστική οικονομία και να επιδείξει προσαρμοστικότητα και αντοχή στο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον. Εξάλλου, στελέχη των διεθνών οίκων αξιολόγησης επισημαίνουν πως οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα θα αποδείξουν πόσο γερή είναι η διάθεση της Ελλάδας για μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη και διατηρούν ισχυρές τις δημοσιονομικές επιδόσεις. Μάλιστα, αναφερόμενοι στην επενδυτική βαθμίδα, τονίζουν πως η αξιοπιστία αρκεί μόλις μια ημέρα για να χαθεί, αλλά χρειάζεται τρία με δεκατέσσερα χρόνια για να επιστρέψει (όχι, αυτό δεν είναι απειλή, απλώς έτσι εκφράζεται η «αλληλεγγύη» των αγορών).

Σύμφωνα με το κυρίαρχο αφήγημα, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας θα φέρει πολλά οφέλη, που θα φανούν στο δημόσιο χρέος και στην πραγματική οικονομία. Ειδικότερα, για το μεν δημόσιο χρέος, θα ανοίξει η πόρτα για τα ελληνικά ομόλογα σε νέες αγορές υψηλής ποιότητας επενδυτών, για τη δε πραγματική οικονομία η αναβάθμιση του αξιόχρεού της θα αναβαθμίσει τις εμπορικές τράπεζες, θα διευκολύνει τη χρηματοδότησή τους από τη διατραπεζική αγορά και την ΕΚΤ, οπότε αυτές θα διευκολύνουν τη δανειοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Ακολούθως οι επενδύσεις και η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων θα φέρουν με τη σειρά τους ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας, της συνολικής παραγωγικότητας και του προϊόντος. Βεβαίως, θα πρέπει να βελτιωθεί και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας με την αντιμετώπιση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (-9,7% το 2022 από -6,8% το 2021), πράγμα που σημαίνει βελτίωση της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας και της ανταγωνιστικότητας μισθών και τιμών και μεγαλύτερη εισροή επενδυτικών κεφαλαίων από το εξωτερικό.

Τι φοβούνται;
Αλήθεια όμως, τι είναι αυτό που τρομάζει τους συστημικούς ταγούς και άγχονται να προλάβουν ενδεχόμενες αποκλίσεις από την ήδη χαραγμένη οικονομική πολιτική, που οδηγεί στην επενδυτική βαθμίδα; Κατά τη γνώμη μας είναι η πιθανότητα μη κάλυψης των προαπαιτούμενων στόχων, η καθυστέρηση των μεταρρυθμίσεων και οι εξωγενείς απειλές.
Συγκεκριμένα, η προϋπόθεση για την αναβάθμιση από τη βαθμίδα «ΒΒΒ-» στη βαθμίδα «ΒΒΒ» είναι το κράτος αφενός να καλύψει ένα πακέτο στόχων, που σχετίζονται με την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ 2021-2027 και αφετέρου να εφαρμόσει μια δημοσιονομική πολιτική, στο πλαίσιο της οποίας το χρέος θα κατέλθει στο 140% του ΑΕΠ το 2027, τα πρωτογενή πλεονάσματα θα ανέλθουν στο 2% του ΑΕΠ και τα «κόκκινα» δάνεια να φτάσουν στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ενός 1,5%-2% αντί 8,5% του ελληνικού. Σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που πρέπει να υλοποιηθούν για να καλυφθούν οι προαναφερόμενοι στόχοι, σχετίζονται με αλλαγές στην αγορά εργασίας και κυρίως με την αναβάθμιση της τεχνικής δεξιότητας και κατάρτισης των εργαζομένων, ώστε τα προσόντα τους να αντιστοιχούν στις προσφερόμενες θέσεις εργασίας, συνδέονται με αλλαγές στον τραπεζικό τομέα, ώστε να γίνει ακόμα πιο κερδοφόρος και να μειώσει περεταίρω τα «κόκκινα» δάνεια, και εναρμονίζονται με τον χρηματοπιστωτικό τομέα στην ΕΕ, ώστε να αντιμετωπίζει με αξιώσεις τις τραπεζικές κρίσεις και να εξασφαλίζει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθιστώντας το ευρώ ισχυρό διεθνές αποθεματικό νόμισμα στο διεθνή ανταγωνισμό. Επιπλέον, η ανησυχία των αναλυτών και των οικονομικών ταγών αφορά τρία «εξωγενή» ως προς την οικονομία μας ζητήματα: Το πρώτο σχετίζεται με τη συνεχιζόμενη αύξηση των επιτοκίων που θα ακριβύνει τα συμβόλαια, το δεύτερο σχετίζεται με την ενδεχόμενη απώλεια της επενδυτικής βαθμίδας της Ιταλίας, η οποία ενδέχεται να κλονίσει την αγορά κρατικών ομολόγων στην ΕΕ, και το τρίτο συναρτάται με τον υπαρκτό κίνδυνο του ξεσπάσματος μιας γενικευμένης τραπεζικής κρίσης στην ΕΕ.

Ο κοινωνικός χαρακτήρας και τα όρια των μεταρρυθμίσεων
Οι προαναφερόμενοι στόχοι και μεταρρυθμίσεις δε χρειάζονται αποκωδικοποίηση, αφού είναι απολύτως ξεκάθαρες οι κατευθύνσεις και οι δυσκολίες τους για την επόμενη κυβέρνηση. Παρόλα αυτά έχει μιαν αξία να φωτιστεί ο κοινωνικός τους χαρακτήρας και να αναδειχθούν τα όρια αντοχής τους, με ενδεικτική την αναφορά δύο μόνο συνιστωσών σχετικών με τη φορολογία. Η πρώτη αφορά τα πρωτογενή πλεονάσματα. Το ΔΝΤ προβλέπει για φέτος πρωτογενές πλεόνασμα 0,4% του ΑΕΠ, το οποίο θα αυξηθεί στο 1,4% του ΑΕΠ το 2024, θα συνεχίσει να αυξάνεται στο 1,6% και στο 1,8% του ΑΕΠ το 2025 και το 2026 αντίστοιχα, ενώ θα σταθεροποιηθεί στο 2% του ΑΕΠ το 2027 και το 2028. Η αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος σημαίνει ασφαλώς κλιμάκωση της φορολογίας και μείωση των δημοσίων δαπανών. Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα έχει ήδη το ένατο υψηλότερο ποσοστό μεικτών αποδοχών (33,2%) που απορροφά το δημόσιο σε φόρους και εισφορές από τα φυσικά πρόσωπα. Οι έμμεσοι φόροι είναι πολύ υψηλοί, αφού η χώρα έχει τον πέμπτο υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ στην ΕΕ (24%) και από τους υψηλότερος Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (0,70%). Αντιθέτως, στις μεγάλες επιχειρήσεις ο συντελεστής έχει διαμορφωθεί στο 22% και ο φόρος στα μερίσματα είναι στο 5%, δίνοντας τη δωδέκατη θέση στη χώρα.

Η δεύτερη συνιστώσα σχετίζεται με το δάνειο των 750 δισ. ευρώ που σύναψε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με τις αγορές για τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης και που πρέπει να αποπληρωθεί έντοκα μέχρι το 2058, δηλαδή 15 δισ. ευρώ το χρόνο σε τοκοχρεολύσια. Το ποσό αυτό πρέπει να αποπληρωθεί από τον Ευρωπαϊκό Προϋπολογισμό, αλλά επειδή η ΕΕ δεν έχει ίδιους πόρους, τα χρήματα αυτά θα τα πληρώσουν τα κράτη-μέλη από τρεις πηγές: α) Ένα ποσοστό από τα τελωνειακά έσοδα στα εισαγόμενα τρίτων χωρών, β) ένα ποσοστό από τον ΦΠΑ (να γιατί στη συγκυρία των πληθωριστικών πιέσεων δε μειώνονται οι έμμεσοι φόροι) και γ) από τις εισφορές των κρατών-μελών βάσει του Ακαθάριστου Ετήσιου Εισοδήματος. Επίσης, προκειμένου να αυξηθούν οι πηγές εσόδων, το Ευρωκοινοβούλιο ζήτησε «πράσινες» επιβαρύνσεις, που μεταφράζονται σε δέσμη νέων φόρων.

Κατά συνέπεια το ποσό των 33 δισ. ευρώ που θα δοθεί στην Ελλάδα ως «δωρεάν» επιδότηση από την ΕΕ, τελικά θα πληρωθεί έμμεσα, φυσικά από τις τσέπες των νοικοκυριών. Συμπερασματικά, η δεδομένη για τους οικονομικούς ταγούς συνέχιση ή και η περεταίρω κλιμάκωση της φορολογίας (κυρίως) των νοικοκυριών είναι απλώς αδύνατη για την επιβίωσή τους κι επικίνδυνη για την αύξηση της κοινωνικής ανισότητας και των κοινωνικών εντάσεων.

Κλείνοντας, ένα σημαίνον στέλεχος της Eurobank δήλωσε ότι η επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα θα σηματοδοτήσει «τη μεγαλύτερη ανάκαμψη στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα». «Ο πόνος τώρα αρχίζει να αποδίδει», γράφει ένας συντάκτης των FT, αλλά το κερασάκι στην τούρτα έρχεται από έναν οικονομικό σύμβουλο του διοικητή της ΤτΕ, σύμφωνα με τον οποίο «η επιστροφή στην κορυφή χρειάζεται ακόμη μια δεκαετία…».

Η πολιτική και οικονομική σταθερότητα, λοιπόν, είναι υπόσχεση οδύνης στα νοικοκυριά. Θα μπει επιτέλους ένα (μη χρηματικό) τέλος;