Περίοδος εντονότερης επενδυτικής δράσης θα είναι η πενταετία που ακολουθεί για τις επιχειρήσεις του κλάδου και κυρίως για τις μεγαλύτερες, που θα κληθούν να επωμιστούν επενδυτικό κόστος 2 έως 2,5 δισ. ευρώ για την αναβάθμιση, επέκταση και εκσυγχρονισμό των κλαδικών δομών. Στις εν λόγω δαπάνες δεν υπολογίζεται το επενδυτικό κόστος των πιθανών εξαγορών και συγχωνεύσεων, η αξία των οποίων, ανάλογα με το ποιες εταιρείες θα αφορούν, θα υπερβούν ασφαλώς το προαναφερόμενο ποσό…

Το κύριο βάρος των επενδύσεων θα σηκώσουν όσες εταιρείες βρίσκονται στις πρώτες πέντε θέσεις του «top 10» της αγοράς, ενώ τα σχετικά κεφάλαια θα διατεθούν για τη δημιουργία νέων καταστημάτων και την αγορά, όπου κρίνεται σκόπιμο, ακινήτων, για τις ανακαινίσεις παλαιότερων, για τις ακατάπαυστες αναβαθμίσεις των πληροφοριακών συστημάτων, για την οργάνωση νέων υποδομών logistics, για τη χρήση AI συστημάτων πώλησης-διαχείρισης των προϊόντων, καθώς και για την ανάπτυξη των e-shops και κυρίως την αναβάθμιση των δομών υποστήριξης των ηλεκτρονικών πωλήσεων, όπως τα dark stores, τα μηχανογραφικά προγράμματα, οι στόλοι οχημάτων διακίνησης των παραγγελιών κ.ά.

Αύξηση του λειτουργικού κόστους
Η επενδυτική ένταση που θα χαρακτηρίσει τα επόμενα χρόνια την οργανωμένη λιανική, μέλλει σε μια περίοδο επιβάρυνσης του λειτουργικού κόστους των αλυσίδων, λόγω της αναπροσαρμογής των μισθών, της εκτίναξης του ενεργειακού κόστους και της αύξησης του κόστους χρήματος, που ήδη προκαλεί η άνοδος των επιτοκίων δανεισμού, αλλά και αντικειμενικού περιορισμού των περιθωρίων αύξησης του μέσου «καλαθιού» αγορών των νοικοκυριών. Με άλλα λόγια, οι αλυσίδες του κλάδου θα κληθούν στο διάστημα που ακολουθεί να αναδιαμορφώσουν τη στρατηγική τους, έχοντας κατά νου ότι το κλίμα στο εμπόριο δεν αναμένεται ιδιαίτερα ευμενές παρά τις αναμενόμενες τάσεις ανάπτυξης της οικονομίας, δεδομένου ότι τα οφέλη της ανάπτυξης θα κατανεμηθούν, όπως συνήθως συμβαίνει, ανισομερώς στα κοινωνικά στρώματα.

Ο λογαριασμός των επενδύσεων
Επιχειρώντας μια πρώτη χαρτογράφηση των επενδύσεων της επόμενης πενταετίας, υψηλόβαθμοι παράγοντες του κλάδου υπολογίζουν ότι θα δημιουργηθούν περισσότερα από 600 νέα καταστήματα όλων των τύπων, κατηγοριών και μορφών λειτουργίας, η οργάνωση των οποίων θα απαιτήσει περίπου 300 εκατ. ευρώ, ενώ εκατοντάδες εκατομμύρια θα διατεθούν για την αγορά ακινήτων, προκειμένου να εγκατασταθούν πολλά από αυτά. Προσθέτουν επίσης ότι περί τα 500 εκατ. ευρώ θα διατεθούν από τους ισχυρούς του κλάδου για τη δημιουργία μεγαλύτερων κέντρων logistics. Υψηλό θα είναι και το επενδυτικό κόστος για τη δημιουργία dark stores, στα οποία η αγορά άρχισε να επενδύει μόλις τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις του κλάδου θα διαθέσουν περί τα 100 εκατ. ευρώ για τις αναβαθμίσεις των μηχανογραφικών τους συστημάτων, κάποιες αλυσίδες ίσως θα επενδύσουν και στο AI –ήδη η Metro μελετά το θέμα–, ενώ κανείς δεν γνωρίζει τι θα σημάνει η λειτουργία των πρώτων καταστημάτων άνευ ταμειακών μηχανών, που σχεδιάζει να εισάγει η Retail & More, επαναλανσάροντας τα πρώτα καταστήματα Carrefour στην Ελλάδα. Αν το εγχείρημα κριθεί επιτυχημένο, θ’ ανοίξει ένας ακόμη κύκλος επιβεβλημένων επενδύσεων για τις επιχειρήσεις, τον οποίο είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα μπορέσουν να παρακολουθήσουν, για οικονομικούς κι όχι μόνο λόγους, κυρίως οι πολύ ισχυροί του κλάδου, αφήνοντας πίσω τους όλους τους άλλους.

Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν, επίσης, ότι η οργανωμένη λιανική θα αποτελέσει έναν από τους κύριους στόχους της JP Morgan, η οποία μέσω της Viva Wallet θα επιχειρήσει να «ελέγξει» την πλειονότητα των ηλεκτρονικών συναλλαγών, οι οποίες χρόνο με το χρόνο θα αυξηθούν θεαματικά. Ένα ανάλογο εγχείρημα εκτιμάται ότι θα απαιτήσει από κάθε μεγάλη αλυσίδα επιπλέον επενδύσεις περίπου 10 εκατ. ευρώ.

Στενεύουν τα περιθώρια κέρδους
Ποιοι και πώς θα μπορέσουν τα επόμενα χρόνια να σηκώσουν ένα τόσο μεγάλο επενδυτικό βάρος; Οι παράγοντες που θα κρίνουν τις μελλοντικές κινήσεις κάθε αλυσίδας είναι τρεις: Ο όγκος του τζίρου καθεμιάς, η έκθεσή της σε δανειακές υποχρεώσεις και η γενικότερα η χρηματοοικονομική της θέση. Όσοι διαθέτουν τα σχετικά πλεονεκτήματα, προφανώς θα κινηθούν ταχύτερα και πιο αποτελεσματικά.

Γενικότερα οι χρηματοοικονομικές συνθήκες λειτουργίας της αγοράς, όπως τις περιγράψαμε, είναι περίπου βέβαιο ότι με την πάροδο των ετών θα συμπιέζουν την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων του κλάδου, συρρικνώνοντας σταθερά τα περιθώρια κέρδους, σε επίπεδο EBITDA και καθαρής κερδοφορίας. Μια τέτοια εξέλιξη από μόνη της θα δυσχεράνει τον επενδυτικό ανταγωνισμό των αλυσίδων, καθώς θα συμμετάσχουν σε έναν αγώνα, που άλλοτε θα παίρνει τα χαρακτηριστικά αγώνα ταχύτητας κι άλλοτε μαραθωνίου. Αρκεί να θυμίσουμε ότι η Jumbo, με την είσοδό της σε αρκετές αγορές προϊόντων καθημερινής ζήτησης, δεν «έκλεψε» μόνο τζίρο από την κλαδική αγορά, αλλά συμπίεσε και τα περιθώρια κέρδους των αλυσίδων στον τομέα του non food, από τον οποίο, όπως είναι γνωστό, κερδίζουν σαφώς περισσότερα από όσα στις κατηγορίες των τροφίμων-ποτών. Πιέσεις θα δεχθεί η αγορά και από την επέκταση της πολυεθνικής εκπτωτικής αλυσίδας Pepco, η οποία ήδη ίδρυσε την Pepco Hellas και σχεδιάζει μετά το καλοκαίρι να αναπτύξει τα πρώτα 12 καταστήματά της.

Εξελίξεις και πρωτοβουλίες όπως οι προαναφερόμενες αφαιρούν κέρδη από την οργανωμένη λιανική σε μια περίοδο ισχυρής έντασης του ανταγωνισμού, σε μια περίοδο μεγάλων αναγκών για νέα επενδυτικά κεφάλαια.

Αλλαγές στα concepts
Ανώτατα στελέχη του κλάδου, με βαθιά γνώση στο αντικείμενο, σημειώνουν ότι μελλοντικά τα μερίδια αγοράς θα περάσουν σε όσους καταφέρουν να αλλάξουν ή επαναπροσδιορίσουν μερικώς τα concept τους. Ίσως ένα πεδίο που προσφέρεται σχετικά να είναι αυτό των φρέσκων προϊόντων, όπως και του dry grocery, αν και μερικώς θα υποστηριχθεί από τα e-shops. Ωστόσο, στα φρέσκα τρόφιμα οι παράμετροι τιμή, ποιότητα, ποικιλία και σέρβις πιθανώς θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό το μέλλον και τη θέση των περισσότερων εκ των ισχυρών του λιανεμπορίου στον ανταγωνισμό, όπως άλλωστε και η εξειδίκευσή τους σε συγκεκριμένες κατηγορίες του τομέα των non food, ενώ η διεκδίκηση μεριδίων θα κριθεί και από τους τύπους των καταστημάτων που θα καθιερωθούν στην αγορά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα υπέρ μάρκετ, τα οποία στη συγκυρία της πανδημίας αποδείχθηκαν χρυσοφόρα.

«Ο τζίρος των 10-11 δισ. ευρώ του «top 10» του κλάδου νομοτελειακά θα τεθεί υπό τον έλεγχο τριών το πολύ τεσσάρων αλυσίδων κι αυτό δεν θα αργήσει να συμβεί», τονίζει χαρακτηριστικά παράγοντας του κλάδου, προσθέτοντας ότι «κάθε ισχυρός «παίκτης» της αγοράς θα προσαρμοστεί σε διαφορετικό επίπεδο σέρβις, πράγμα που θα καθορίσει το μέλλον και την εικόνα του. Παράλληλα, θα υποχρεωθεί σε νέες εξαγορές, όπως και σε γενναίες επενδύσεις στον τομέα των ψηφιακών πωλήσεων. Όποιος διαθέτει τη γνώση να αξιολογήσει σωστά τα στατιστικά δεδομένα από τις ψηφιακές συναλλαγές ή τις συναλλαγές μέσω καρτών πιστότητας, θα οδηγηθεί με μεγαλύτερη ασφάλεια στην επανατοποθέτησή του στην αγορά, σε μια αγορά η οποία –ποτέ δεν πρέπει να το ξεχνάμε– είναι πολύ πιθανό να ζήσει και νέες ανατροπές στην κατανομή των μεριδίων, μετά από big deals τύπου «Σκλαβενίτη-Μαρινόπουλου» ή με την είσοδο ισχυρών funds, που με ευκολία μπορεί να οδηγήσουν σε μερικό ανασχεδιασμό του χάρτη της οργανωμένης λιανικής, φέρνοντας τα πάνω κάτω…»