Η ύφεση που ξεκίνησε το 2008 και χαρακτήρισε, με μεγαλύτερη ένταση το οικονομικό περιβάλλον της χώρας το 2010, χρονιά που οδήγησε σε μείωση της χρηματοδότησης από τις τράπεζες, γεγονός που επηρέασε συνολικά τη ρευστότητα της ελληνικής αγοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, έχει ενδιαφέρον να συζητηθούν οι δείκτες ρευστότητας του κλάδου των σούπερ μάρκετ, όπως αναδεικνύονται από την ανάλυση των στοιχείων των ισολογισμών των 74 επιχειρήσεων, που εξετάζονται στην έκδοση «Πανόραμα των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ 2011».

O κλάδος των σούπερ μάρκετ είναι ο κατεξοχήν διανομέας των ταχυκίνητων προϊόντων (FMCG). Το γεγονός αυτό δημιουργεί συγκεκριμένες και σημαντικές ιδιαιτερότητες που αφορούν στη λειτουργία των επιχειρήσεων του κλάδου, καθώς έχουν πολύ υψηλή κυκλοφοριακή ταχύτητα αποθεμάτων, μεγάλο αριθμό συναλλαγών με μετρητά, αλλά και υψηλή διαθέσιμη πίστωση (λόγω και των συγκεκριμένων προϊόντων που διακινούν αλλά και του μεγέθους των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων).

Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούν στη ρευστότητα δεν μπορούν από τη φύση τους να είναι συγκρίσιμα με άλλους κλάδους επιχειρήσεων, οι οποίοι δεν έχουν αντίστοιχες ιδιαιτερότητες (παράδειγμα κλάδου με παρόμοιες ιδιαιτερότητες είναι αυτός της εστίασης). Κατά συνέπεια, συγκριτικά με άλλους τομείς της οικονομίας, τα επίπεδα της υγιούς και αποδεκτής ρευστότητας για τα σούπερ μάρκετ είναι χαμηλότερα.

Συγκεκριμένα, οι μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ μάρκετ παγκοσμίως λειτουργούν επιτυχώς ακόμα και με δείκτες κάτω του 40% (ενώ σε άλλους κλάδους της οικονομίας, η υγιής λειτουργία απαιτεί δείκτες μεγαλύτερους του 100%). Σε γενικές γραμμές, η ρευστότητα του ελληνικού κλάδου των σούπερ μάρκετ παραμένει σταθερή τα τελευταία χρόνια και σε παρεμφερή επίπεδα με τους αντίστοιχους δείκτες του εξωτερικού, στην περιοχή του 60%.

Ο υπολογισμός της ρευστότητας βασίζεται στις απαιτήσεις, το απόθεμα και τα διαθέσιμα του κλάδου (ενεργητικό) και τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις του (παθητικό). Τα μεγέθη αυτά έχουν αναπόφευκτα επηρεαστεί από την οικονομική ύφεση. Πιο χαρακτηριστική είναι η επίπτωση της έλλειψης χρηματοδότησης της αγοράς στις απαιτήσεις και στα διαθέσιμα των επιχειρήσεων.

Όσον αφορά στις απαιτήσεις των αλυσίδων του δείγματος, αυτές παρουσίασαν το 2010 αύξηση κατά 107,9 εκατ. ευρώ (+24,42%) από 441,99 εκατ. ευρώ σε 549,88 εκατ. ευρώ. Τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση είχε η Δ. Θανόπουλος με 273,96% (986 χιλ. ευρώ), ενώ σε απόλυτη αξία τη μεγαλύτερη αύξηση είχαν η ΑΒ Βασιλόπουλος με αύξηση 33,2 εκατ. ευρώ (+62,23%) και η Μασούτης, με αύξηση 28,9 εκατ. ευρώ (+70,49%). Συνολικά, οι 43 από τις 74 εταιρείες του δείγματος αύξησαν τις απαιτήσεις τους.

Παράλληλα, στα διαθέσιμα, ο κλάδος παρουσίασε συνολική μείωση 16,2 εκατ. ευρώ (-5,74%) από 298,50 εκατ. ευρώ σε 282,24 εκατ. ευρώ. Συνολικά, 36 από τις 74 εταιρείες παρουσίασαν αύξηση διαθεσίμων, με τη μεγαλύτερη να επιτυγχάνεται από την ΑΒ Βασιλόπουλος κατά 6,6 εκατ. ευρώ (+42,02%), ακολουθούμενη από τη Χαλκιαδάκης κατά 4,5 εκατ. ευρώ (+189,28%) και τη Market In κατά 3,7 εκατ. ευρώ (+46,26%).

Τέλος, τα αποθέματα εμφάνισαν μία μικρή ποσοστιαία μείωση κατά 2,28% από 1,06 δισ. ευρώ σε 1,03 δισ. ευρώ. Τα αποθέματά τους αύξησαν 29 αλυσίδες και 45 τα μείωσαν. Τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση αποθεμάτων εμφάνισε η Μπαλάσκας Στέφανος κατά 150,21%, ενώ τη μεγαλύτερη αύξηση σε απόλυτη τιμή είχαν οι Αρβανιτίδης κατά 8,43 εκατ. ευρώ και Αφοί Βερόπουλοι κατά 5,63 εκατ. ευρώ.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, συνολικά το κυκλοφορούν ενεργητικό αυξήθηκε κατά 2,97% από 1,86 δισ. ευρώ σε 1,91 δισ. ευρώ. Παράλληλα, οι βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις του κλάδου αυξήθηκαν κατά 9,17% από 3,08 δισ. ευρώ σε 3,36 δισ. ευρώ. Ο συνδυασμός των δύο αυτών αυξήσεων οδήγησε σε μικρή μείωση της γενικής ρευστότητας του κλάδου στο 55,88% από 58,81% το 2009.

Όμως, παράλληλα, λόγω της σημαντικής αύξησης των απαιτήσεων των επιχειρήσεων του κλάδου, ο δείκτης άμεσης ρευστότητας παρουσίασε μικρή αύξηση και ανέβηκε στο 25,05% από 24,37% το 2009 (καθώς στον υπολογισμό του δείκτη δεν λαμβάνεται υπόψη η μείωση των αποθεμάτων).

Πρακτικά, δηλαδή, οι απαιτήσεις του κλάδου αυξήθηκαν με μεγαλύτερη ταχύτητα από τις υποχρεώσεις του, βελτιώνοντας τον δείκτη άμεσης ρευστότητας. Σημειώνεται ότι είναι σύνηθες ο δείκτης άμεσης ρευστότητας των αλυσίδων σούπερ μάρκετ να είναι αρκετά χαμηλότερος της γενικής ρευστότητας, λόγω των μεγάλων αποθεμάτων.

Από τις 74 εταιρείες του δείγματος του Πανοράματος, οι 18 κατάφεραν να επιτύχουν δείκτη γενικής ρευστότητας μεγαλύτερο από 1 (100%) (σε σχέση με 19 εταιρείες το 2008 και 20 το 2009) και από αυτές την καλύτερη επίδοση είχε η Συνεργαζόμενα Καταστήματα Τροφίμων Προμηθέας με 224,07%, ενώ τη μεγαλύτερη άμεση ρευστότητα είχε η Γεωργάκος Γεώργιος με 155,43%. Αντίθετα, τη χαμηλότερη γενική και άμεση ρευστότητα είχε η Αφοί Αρβανίτη με 2,14%.

Όσον αφορά στις 10 μεγαλύτερες εταιρείες του κλάδου, οι τέσσερις βελτίωσαν τη ρευστότητά τους (ΑΒ Βασιλόπουλος, Μασούτης, Αφοί Βερόπουλοι, Αρβανιτίδης). Παρότι δεν βελτιώθηκαν οι δείκτες της, τη μεγαλύτερη γενική ρευστότητα είχε η ΕΝΑ με 137,08%, ακολουθούμενη από την Πέντε με 81,90% και την Αρβανιτίδης με 76,33%. Η ΕΝΑ έχει και τη μεγαλύτερη άμεση ρευστότητα με 98,55%.

Αντίθετα, τη χαμηλότερη γενική ρευστότητα είχε η Καρφούρ Μαρινόπουλος με 33,69%, ενώ τη χαμηλότερη άμεση ρευστότητα παρουσίασε η Dia με 9,22%. Τη μεγαλύτερη βελτίωση στον δείκτη γενικής ρευστότητας εμφάνισαν οι Βασίλειος Παπαγεωργίου Σ/M (179,47% σε 197,89%) η Extra Πρώτα & Φθηνά (από 61,61% σε 77,19%) και η Δ. Θανόπουλος (από 65,43% σε 79,94%).


Κυκλοφοριακή ταχύτητα αποθεμάτων: στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών
Οι παραπάνω δείκτες επιβεβαιώνουν το σύνηθες φαινόμενο για τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα και διεθνώς, να επιτυγχάνουν δύσκολα θετικό κεφάλαιο κίνησης (πρόκειται για αντίστοιχο δείκτη με αυτόν της γενικής ρευστότητας, κυκλοφορούν ενεργητικό μείον βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις).

Παρόλα αυτά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι δείκτες ρευστότητας δεν αποτελούν παρά μία ένδειξη για την οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης. Ένας πολύ υψηλός δείκτης, ειδικά σε μία αγορά όπως το οργανωμένο λιανεμπόριο με τα χαρακτηριστικά που συζητήθηκαν παραπάνω, μπορεί να αποτελεί ένδειξη κακής διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων, κεφαλαίων και του κυκλοφορούντος ενεργητικού.

Αντίστοιχα, ένας χαμηλός δείκτης μπορεί να σημαίνει ότι ένας οργανισμός ίσως να αντιμετωπίσει δυσκολίες με τις υποχρεώσεις του, όμως δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ένα κρίσιμο πρόβλημα. Εάν μια επιχείρηση έχει καλές μακροχρόνιες προοπτικές τότε θα μπορεί να δανειστεί εάν χρειαστεί, ώστε να ανταποκριθεί σε άμεσες υποχρεώσεις της.

Για παράδειγμα, αν το απόθεμα «κυκλοφορεί» αρκετά γρήγορα, όπως συμβαίνει με τα FMCG, άρα και το ενεργητικό «κυκλοφορεί» αρκετά γρήγορα, τότε είναι απόλυτα θεμιτό για την επιχείρηση να εμφανίζει χαμηλό δείκτη γενικής ρευστότητας.

Κάτι τέτοιο προφανώς και συμβαίνει στον κλάδο, καθώς ο δείκτης κυκλοφοριακής ταχύτητας αποθεμάτων βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων ετών, στο 7,23 έναντι 6,99 το 2009. Τη μεγαλύτερη κυκλοφοριακή ταχύτητα αποθεμάτων το 2010 εμφάνισε η αλυσίδα Καλαμβόκη με 80,59, ενώ τη μικρότερη η Μαμαλάκης με 1,98. Από τις δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις, τη μεγαλύτερη κυκλοφοριακή ταχύτητα αποθεμάτων είχαν η ΕΝΑ με 17,23, η Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος με 11,9 (η οποία είχε τη μεγαλύτερη αύξηση κατά 2,28) και η Σκλαβενίτης με 9,26.

Αντίθετα την πιο χαμηλή ταχύτητα σημείωσε η Αρβανιτίδης με 2,98. Η βελτίωση της κυκλοφοριακής ταχύτητας αποθεμάτων είναι αποτέλεσμα διάφορων παραγόντων όπως η μείωση των αποθεμάτων, η αύξηση του κόστους πωληθέντων κατά 1,21%, οι ζυμώσεις που γίνονται στην προϊοντική σύνθεση των πωλήσεων (π.χ. αύξηση των πωλήσεων προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας), αλλά και της απόδοσης των επενδύσεων του κλάδου, οι οποίες δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητες.

Οι αλυσίδες επανεπενδύουν τα κέρδη τους
Η ανάλυση των ισολογισμών του «Πανοράματος» αποκαλύπτει ότι οι επενδύσεις των αλυσίδων σούπερ μάρκετ το 2010 ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, παρά την οικονομική ύφεση. Σύμφωνα με τα στοιχεία των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων των 74 αλυσίδων του δείγματος, οι επενδύσεις υπολογίζονται σε 381,621 εκατ. ευρώ αυξημένες έναντι των 295,18 εκατ. ευρώ του 2009.

Το ποσό αυτό, που αναλογεί σε ποσοστό 4,04% του κύκλου εργασιών, είναι ιδιαίτερα υψηλό, ειδικά για έναν κλάδο με παραδοσιακά χαμηλά περιθώρια κέρδους και μάλιστα στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Το ποσό των 676,8 εκατ. ευρώ επενδύσεων τη διετία 2009-2010 αντιστοιχεί στο 229% των καθαρών προ φόρων κερδών των αλυσίδων τη διετία 2008-2009 (295,32 εκατ. ευρώ), δίνοντας μία σημαντική ένδειξη ότι οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ σε μεγάλο βαθμό επανεπενδύουν τα κέρδη τους.

Οι επενδύσεις του κλάδου κινούνται σε τέσσερις κύριες κατευθύνσεις: καταστήματα (νέα καταστήματα και ανανέωση παλαιότερων), κέντρα διανομής, μηχανοργάνωση και βιώσιμη ανάπτυξη.

Όσον αφορά στα καταστήματα, το μέγεθος των επενδύσεων φαίνεται από το γεγονός ότι στη διετία 2009-2010 οι 5 μεγαλύτερες αλυσίδες εγκαινίασαν 75 νέα σημεία πώλησης (αριθμός που αντιπροσωπεύει ποσοστό 3,47% του συνολικού αριθμού των σούπερ μάρκετ αλυσίδων, που ήταν 2.163 το 2010). Η αύξηση αυτή των καταστημάτων οδηγεί στο να τεθούν σε προτεραιότητα οι επενδύσεις σε κέντρα διανομής (logistics centers), ώστε να εξυπηρετούνται τα πανελλήνια δίκτυα των αλυσίδων.

Χαρακτηριστικό είναι πως σχεδόν όλες οι μεγαλύτερες εταιρείες και όμιλοι του κλάδου είτε ολοκλήρωσαν πρόσφατα την κατασκευή κέντρων διανομής είτε έχουν σε εξέλιξη εργασίες, είτε έχουν κάνει σχετικές ανακοινώσεις για τα σχέδιά τους.

Παράλληλα με αυτές τις αλλαγές στα πάγια στοιχεία, αρκετά εκατομμύρια ευρώ επενδύονται σε ποιοτική και τεχνολογική αναβάθμιση των δικτύων των αλυσίδων, η οποία είναι συνεχής τα τελευταία χρόνια, με νέες υποδομές, νέο εξοπλισμό, software και hardware από το σύνολο σχεδόν των επιχειρήσεων του κλάδου. Αυτή η βελτίωση του τεχνολογικού εξοπλισμού σχετίζεται και με τις προσπάθειες για βιώσιμη ανάπτυξη με τη λειτουργία καταστημάτων πιο φιλικών προς το περιβάλλον, τα οποία χρησιμοποιούν πιο αποδοτικό εξοπλισμό (πχ χαμηλότερη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας), την παροχή υποδομών ανακύκλωσης, αλλά και την ανάπτυξη εγκαταστάσεων φωτοβολταϊκών, που προτιμάται από πολλές αλυσίδες και μάλιστα, χρηματοδοτείται με ίδια κεφάλαια.

Σημειώνεται ότι οι μεγαλύτερες τουλάχιστον αλυσίδες έχουν ήδη ανακοινώσει την πρόθεσή τους για συνέχεια αυτών των επενδύσεων τα επόμενα χρόνια, παρά την οικονομική ύφεση.

info
Οι δύο δείκτες που εξετάζονται στο παρόν κείμενο είναι η γενική ρευστότητα -ή current ratio- (που ορίζεται ως το κυκλοφορούν ενεργητικό προς τις βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις) και η άμεση ρευστότητα ή quick (acid-test) ratio, που δεν συνυπολογίζει τα αποθέματα (κυκλοφορούν ενεργητικό μείον αποθέματα προς βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις).