Το προηγούμενο Σάββατο, όμως, το αποφάσισα. Πήρα την καλή μου και πήγαμε στο υπέρ μάρκετ. Ψάξαμε να βρούμε πάρκινγκ και φυσικά παρκάραμε αρκετά μακριά. Μετά, ψαχτήκαμε, αλλά πού να βρούμε κέρμα του ενός ευρώ για να πάρουμε καρότσι! Χαλάσαμε σε ένα ταμείο, το πήραμε το ρημαδιασμένο το καρότσι και ξεκινήσαμε τη βόλτα των αγορών.

Ε, λοιπόν, εντυπωσιάστηκα, όπως είχα εντυπωσιαστεί πριν από λίγο καιρό στις επισκέψεις μου σε μεγάλα σούπερ μάρκετ του εξωτερικού. Τι χοιρινά μπουτάκια ολόφρεσκα με την πετσούλα τους έτοιμα για φούρνο, τι μπριζολίτσες κομμένες στα 5 χιλιοστά και παντσετούλες από το καλύτερο σημείο. Τι μύδια στον ψαρά, στρείδια, γυαλιστερές, ροφοί και φρέσκες γαρίδες. Αφήστε τα τυριά… Και ελιές, κονσέρβες, κονσερβάκια, δέκα είδη μπαλσάμικο και πάει λέγοντας. Απέκτησα αυτομάτως την τάση να τα αγοράσω όλα. Αλλά συνειδητοποίησα ότι την Δευτέρα επρόκειτο να φύγω για ταξίδι, οπότε και κρατήθηκα.

Μου άρεσαν και οι τιμές. Είδα, ας πούμε αυτό το Beaujolais Nouveau, που είναι η εποχή του τώρα, με 3 ευρώ, να πιει κάθε πικραμένος. Με μια κουβέντα: είδα τιμές καλές.

Αγόρασα, λοιπόν, τα λίγα πράγματα που χρειαζόμουνα για το Σαββατοκύριακο και πέρασα την υπόλοιπη ώρα μου, χαζεύοντας και συγκρατώντας την καλή μου από περιττά ψώνια. Και, βέβαια, μου δόθηκε η ευκαιρία να παρατηρήσω τον κόσμο. Καταρχάς μιλούμε για μιλιούνια όλων των ηλικιών και των δύο φύλων. Τα ψώνια, όπως ξέρετε, γίνονται πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, όταν έχεις παρέα. Γιατί αποκτάς συνένοχο. Νέα ζευγάρια ψαχούλευαν τα καινούργια προϊόντα. Ζευγάρια ηλικιωμένων, που ξέρουν τις τιμές απ’ έξω κι ανακατωτά, ξέρανε και διάλεγαν τα φθηνότερα. Φιλιππινέζες, μάλλον ράθυμες, συμβουλευόντουσαν τη λίστα για τα ψώνια που κρατούσαν στο χέρι και γέμιζαν το καρότσι. Μερακλήδες κοιλαράδες φέρνανε γύρο τον χασάπη και τον μανάβη. Και μανάδες, πολλές μανάδες με τα παιδάκια τους, που έπρεπε ταυτόχρονα να ψωνίζουν και να προσέχουν τα μικρά τους.

Μες στην καλή χαρά!

Εντυπωσιάστηκα! Πού είναι η κρίση, ρε παιδιά, και δεν τη βλέπω; Μήπως τη «φτιάχνουν» κάποιοι έμποροι για να έχουν προνομιακή μεταχείριση από το κράτος; Μήπως –το επαναλαμβάνω για χιλιοστή φορά– η τηλεόραση είναι που βοηθάει για να χειροτερέψει η κατάσταση;

Εγώ ένα ξέρω να πω: Το υπέρ μάρκετ ήταν σαν το λούνα παρκ, μες στην καλή χαρά. Χρώματα, αρώματα, πού και πού κανένα σπασμένο μπουκάλι που το μάζευαν στα γρήγορα, αλλά άφηνε τη μυρωδιά του –από κρασί, από ξύδι, από λάδι που γλιστρούσε ή ακόμα κι από χλωρίνη… Ζωή, πολλή ζωντάνια. Και στο ταμείο να οι ουρές –άλλοι πληρώνανε με κάρτα, άλλοι τοις μετρητοίς και κουβαλάγανε τα παραφουσκωμένα τους καρότσια προς τις εξόδους…

Ακούγεται πως πέφτει λίγο η κατανάλωση τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης στα σούπερ μάρκετ. Εγώ, να σας πω την αλήθεια, δεν το πιστεύω. Το να υπάρξει ή και να εκδηλώνεται ήδη μια αυτοσυγκράτηση στις σπατάλες χρήματος και στο «περιττό» δεν είναι κακό. Από την άλλη πλευρά, έγιναν πια τόσο πολλά τα μαγαζιά γύρω μας, που λογικό είναι η πίτα του τζίρου να κόβεται όλο και σε μικρότερα κομμάτια.

‘Αρα, το μέλλον μας ποιο είναι; ‘Οποιο και να είναι, εσείς να θυμάστε: ‘Οσο μικρό κι αν είναι το εισόδημα του πελάτη σας σήμερα, πρώτα θα φροντίσει για το φαγητό και την καθαριότητά του, ύστερα για το ντύσιμό του, μετά για τη ζέστη του το χειμώνα και κατόπιν για όλα τα άλλα.

Βάλτε κι εσείς λίγο το χεράκι στη τσέπη να βοηθήστε να περάσουμε καλά, ώστε κι εσείς να περάσετε καλύτερα…

Info:

Επισκεφθείτε το website του Ηλία Μαμαλάκη: www.eliasmamalakis.gr

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 379 (Δεκέμβριος 2008) του περιοδικού “σελφ σέρβις” (εκδόσεις Comcenter).