Η εξέλιξη μιας κοινωνίας, προϋποθέτει μια κοινή γλώσσα. Το Σύνταγμα μιας χώρας είναι μιας μορφής καταγραφή -μεταξύ άλλων- αυτής της γλώσσας. Όσο κι αν αμφισβητεί κανείς τη δύναμή του αλλά και τη βάση στην οποία στηρίζεται, δεν παύει να είναι ένα μοναδικό όπλο για όποιον, ανεξάρτητα από την κοινωνική θέση ή πολιτική του τοποθέτηση, θελήσει να υποστηρίξει την εφαρμογή κοινά αποδεκτών ηθικών και νομικών κανόνων.

Δεν έχουν περάσει τόσα χρόνια από την κατάργηση της δημοκρατίας στη χώρα μας. Με την έννοια πως πάνω από το μισό του πληθυσμού της έχει ζήσει μέρος ή το όλο της περιόδου, όπου οι κοινοί κανόνες ηθικής και πολιτικής ζωής είχαν αποκλειστεί ακόμη από την πραγματικότητα της Ελλάδας. Ακόμη και η επίκλησή τους ήταν επικίνδυνη, γιατί επανέφερε στη ζωή αυτό που έπρεπε να ξεχαστεί μέσα στον φόβο.

Το ό,τι, δηλαδή, οι πολίτες έχουν δικαιώματα και μπορούν να τα διεκδικήσουν με δημοκρατικό τρόπο. Με τη μεταπολίτευση, η χαρά ήταν τόσο μεγάλη που έκανε σε λίγο χρονικό διάστημα τους κατοίκους αυτής της χώρας να τραβήξουν μια διαχωριστική γραμμή από το σκληρό πρόσωπο του παρελθόντος. Στους περισσότερους, σε εκείνους που δεν είχαν κανέναν συγκεκριμένο σχέδιο για το πώς θα εκμεταλλευτούν –με την κακή έννοια της λέξης- ό,τι το σώμα και το πνεύμα του ανθρώπου μπορεί να παράξει, αυτή φαινόταν πως είναι μια μοναδική ευκαιρία για να πάει η ελληνική κοινωνία ένα βήμα μπροστά, να δείξει τι αξίζει, τι μπορεί να κάνει, να αφήσει πίσω της πολέμους και βία.

Η συνέχεια είναι γνωστή και η ανάλυσή της διαφέρει σύμφωνα με τη γνώση, τη σκέψη και το συμφέρον καθενός. Σε ένα μόνο, ίσως, είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς. Αυτό το κράτος, που στον 21ο αιώνα δημιουργεί και αναπαράγει τις δομές του στηριζόμενο σε μια εκλογική διαδικασία, έχει ως πρώτιστη υποχρέωση, σύμφωνα και με το Σύνταγμα, να διασφαλίζει την ισότητα των ευκαιριών και τη δικαιοσύνη.

Σήμερα, στην προσπάθεια να πεισθούν οι πολίτες για τις καλές προθέσεις και για την αναγκαιότητα των μέτρων που λαμβάνονται με καταιγιστικούς ρυθμούς παρά την καθημερινά αποδεικνυόμενη επικινδυνότητά τους για την επιβίωση της χώρας ως παραγωγικής οντότητας, ακούγεται από «επίσημα χείλη» το εξής: «Γνωρίζουμε πως τα μέτρα είναι άδικα…». Και αυτό θεωρείται πως είναι τι; Κατάθεση ψυχής, παραδοχή ανικανότητας ή υποχώρηση έναντι εκβιασμού; Σε οποιαδήποτε περίπτωση, το κράτος, και τα πρόσωπα που το εκφράζουν, δεν έχουν δικαίωμα να δηλώνουν πως συνειδητά νομοθετούν άδικες πράξεις.

Το άλλο ενδιαφέρον -όσο και λυπηρό- στοιχείο είναι πως δεν υπάρχει συνέπεια αρχών και θέσεων στα πολιτικά πρόσωπα που παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημόσια ζωή και στη θεμελίωση ενός συστήματος, το οποίο καθορίζει την αποφυγή ή όχι των κινδύνων που μας απειλούν σήμερα. Τα ίδια πρόσωπα που εναλλάσσονται σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση, εναλλάσσουν και τις θέσεις τους ανάλογα με το ποιον ρόλο καλούνται –μετά από την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων- να παίξουν. Μέτρα που με σθεναρό τρόπο καταδικάζουν ως αντιπολίτευση, τα υποστηρίζουν με το ίδιο σθένος ως κυβέρνηση.

Η αλλαγή των κανόνων είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Πριν να είναι αργά, αξίζει να επανεξετάσουμε, ο καθένας από τη δική του σκοπιά, αν υπάρχει ελπίδα δημιουργίας μιας κρατικής μηχανής που δεν είναι ούτε το θηρίο που τρώει και κοιμάται, ούτε μηχανή βίαιης καταστολής της έκφρασης πολιτικών απόψεων, αν υπάρχει ελπίδα να ξαναβρούμε μια κοινή γλώσσα. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αρνητική.