Μια από τις δυσκολότερες περιόδους του βιώνει το εμπόριο, με την κυβέρνηση να δρομολογεί νέες φορολογικές επιβαρύνσεις, τη λιανική να καταγράφει μεγάλη επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης και τα νοικοκυριά να ασφυκτιούν υπό το βάρος των ανατιμήσεων, της υπερχρέωσης και του υπερδανεισμού. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΣΥΕ, φέτος οι ρυθμοί αύξησης των πωλήσεων λιανικής είναι οριακοί, όταν πέρυσι την ίδια περίοδο διαμορφώνονταν σε αρκετά υψηλά επίπεδα. Είναι φως-φανάρι ότι τους επόμενους μήνες οι λιανικές πωλήσεις θα υποστούν μεγαλύτερη καθίζηση, λόγω της επιβολής των νέων φορολογικών μέτρων, τα οποία οι λιανέμποροι χαρακτηρίζουν αψυχολόγητα, καταστροφικά για τις επιχειρήσεις και... προτρεπτικά για φοροδιαφυγή.

Ενδεικτικό του κλίματος που επικρατεί στην αγορά είναι το συμπέρασμα που συνάγεται από τα τελευταία στοιχεία της ΕΣΥΕ, σύμφωνα με τα οποία, φέτος, οι ρυθμοί αύξησης των πωλήσεων λιανικής είναι οριακοί, όταν πέρυσι την ίδια περίοδο διαμορφώνονταν σε αρκετά υψηλά επίπεδα, αν και χαμηλότερα του προηγούμενου 12μήνου.

Ειδικότερα, ο όγκος των πωλήσεων λιανικής σε σταθερές τιμές για το διάστημα Ιουνίου 2007-Ιουνίου 2008 κατέγραψε αύξηση μόλις 0,7%, με τα καταστήματα διατροφής να αυξάνουν τις πωλήσεις τους κατά 0,3% και τα λοιπά καταστήματα κατά 0,9%. Στις επιμέρους κατηγορίες, τα σούπερ μάρκετ βελτίωσαν τα έσοδά τους κατά 1,3%, τα πολυκαταστήματα είδαν τις πωλήσεις τους να μειώνονται κατά 3,3%, τα καταστήματα τροφίμων, ποτών, καπνού επίσης έχασαν πωλήσεις κατά 2,2%, πτώση τζίρου υπέστησαν και τα καταστήματα ένδυσης-υπόδησης κατά 3,2%, ενώ τα εμπορικά επίπλων και ηλεκτρικών ειδών αύξησαν τον τζίρο τους κατά 3,4%.

Στο ίδιο διάστημα πέρυσι ο γενικός δείκτης των πωλήσεων λιανικής, σε σταθερές τιμές, ήταν θετικός κατά 4,5%, με τα καταστήματα διατροφής να εμφανίζουν αύξηση τζίρου κατά 4,9% και τα λοιπά καταστήματα κατά 4,3%. Στις επιμέρους κατηγορίες, τα σούπερ μάρκετ είχαν σημειώσει άνοδο τζίρου 6,6%, τα πολυκαταστήματα άνοδο κατά 11,2%, τα καταστήματα τροφίμων, ποτών, καπνού είχαν ωστόσο πτώση πωλήσεων 1,8%, ενώ τα εμπορικά ένδυσης-υπόδησης τόνωσαν τις πωλήσεις τους κατά 5,4%, και τα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών και επίπλων κατά 3,4%

Στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου φέτος, σε μέσα επίπεδα και σε σταθερές τιμές, ο γενικός δείκτης αυξήθηκε οριακά, κατά 0,6%, με τα καταστήματα ειδών διατροφής να αυξάνουν τις πωλήσεις τους κατά 1% και τα λοιπά καταστήματα κατά 0,4%. Στους επιμέρους δείκτες, τα σούπερ μάρκετ βελτίωσαν τις πωλήσεις τους κατά 2,6%, τα πολυκαταστήματα κατά 1,6%, τα μικρότερα καταστήματα (τροφίμων, ποτών και καπνού) έχασαν πωλήσεις κατά 4,7%, η ένδυση και η υπόδηση μέτρησε απώλειες κατά 2,3% και η κατηγορία καταστημάτων επίπλων-ηλεκτρικών ειδών σημείωσε επίσης απώλεια πωλήσεων κατά 1%.

Αντίστοιχα, στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου 2007, σε μέσα επίπεδα, ο γενικός δείκτης ήταν ανοδικός κατά 3,2%, με τα είδη διατροφής να κινούνται ανοδικά κατά 0,7% και τα λοιπά καταστήματα κατά 5,5%. Στους επιμέρους δείκτες, τα σούπερ μάρκετ αύξησαν το τζίρο τους κατά 1,5%, τα πολυκαταστήματα κατά 3,1%, τα καταστήματα τροφίμων ποτών και καπνού έχασαν οριακά πωλήσεις κατά 0,4%, η ένδυση-υπόδηση αύξησε τις πωλήσεις κατά 3,9%, και τα καταστήματα επίπλων-ηλεκτρικών επίσης κατά 12%.

Πρόκληση για φοροδιαφυγή

Είναι φως-φανάρι ότι τους επόμενους μήνες οι πωλήσεις λιανικής θα υποστούν μεγαλύτερη καθίζηση, λόγω της επιβολής των νέων φορολογικών μέτρων και της ανησυχίας που προκαλούν στα νοικοκυριά οι χαμηλές αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις.

Μόνο αδικαιολόγητες δεν θα μπορούσε να είναι οι δηλώσεις που κάνουν στο greekretail παράγοντες της εμπορικής κοινότητας, περί “αψυχολόγητων και καταστροφικών για τις επιχειρήσεις φορολογικών επιβαρύνσεων”. Αν και οι έμποροι παραδέχονται ότι “ο κλάδος δεν έχει φορολογική συνείδηση”, επισημαίνουν ότι με τα προς εφαρμογή μέτρα θα χαθούν και οι λίγοι, οι “τυπικοί” με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις. «Η αυτόματη περαίωση παρελθόντων ετών, μπορεί μεν να βοηθά εισπρακτικά το δημόσιο, αλλά προκαλεί τους επιχειρηματίες να φοροδιαφεύγουν», αναφέρουν χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι “μέτρα όπως αυτά για τα «μπλοκάκια» και τα κέρδη από τις μετοχές, μόνο αρνητικά μπορεί να επιδράσουν στην αγορά”.

Ειδικότερα, σχετικά με τη φορολόγηση των κερδών από το ΧΑ, επισημαίνουν ότι το μέτρο θα ήταν δίκαιο, εφόσον προέβλεπε προηγουμένως τον συμψηφισμό κερδών-ζημιών και μετά τη φορολόγηση της υπεραξίας, ενώ για την αύξηση της προκαταβολής του φόρου για την επόμενη οικονομική χρήση υποστηρίζουν “θα προκαλέσει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας σε πολλές επιχειρήσεις”.

‘Εχουν τιμή οι… ανατιμήσεις;

Οι ίδιοι παράγοντες αναφέρουν, επίσης, ότι υπό φυσιολογικές συνθήκες οι νέες φορολογικές επιβαρύνσεις θα οδηγήσουν σε νέο κύκλο ανατιμήσεων στην αγορά. «Ποιος, όμως, θα τολμήσει να αυξήσεις τις τιμές του, όταν διαπιστώνει ότι το διαθέσιμο εισόδημα, μετά τις δαπάνες για την υγεία και την παρα-υγεία, την παιδεία και την παρα-παιδεία, τα δάνεια και τις αγορές αγαθών πρώτης ανάγκης, κυριολεκτικά μηδενίζεται;», διερωτώνται.

Η αίσθηση που υπάρχει είναι ότι ανατιμήσεις πάνω από τον πληθωρισμό δύσκολα θα υπάρξουν, με εξαίρεση ίσως την αγορά των σχολικών ειδών, αφού για μια ακόμη φορά πολλές επιχειρήσεις του κλάδου, εκμεταλλευόμενες το κρίσιμο 15ήμερο πριν από την έναρξη της νέας σχολικής περιόδου, προχώρησαν σε αυξήσεις έως 30%! Βέβαια, διαπιστώθηκαν και μειώσεις τιμών που, όμως, απείχαν πολύ από τις μειώσεις στις οποίες λογικά μπορούσε να προβεί ο κλάδος, λόγω της ιδιαίτερα ευνοϊκής συγκυρίας από την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου.

‘Οσο για τα αγαθά ευρείας κατανάλωσης, βιομηχανία και λιανεμπόριο επιβάλλεται να προχωρήσουν σε μειώσεις τιμών μετά την υποχώρηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου και των τιμών σε πολλές από τις πρώτες ύλες των τροφίμων. Μένει να δούμε πότε και αν θα υπάρξει θετική αντίδραση από την αγορά ή αν οι επιχειρήσεις του κλάδου θα επιδιώξουν να σπάσουν τη «συμφωνία κυρίων» με το Υπουργείο Ανάπτυξης, προβαίνοντας σε αδικαιολόγητες ανατιμήσεις.

Μικρή τόνωση έφεραν οι εκπτώσεις στην Αθήνα

Το μόνο θετικό της περιόδου αυτής ήταν οι θερινές εκπτώσεις που, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, φαίνεται πως έληξαν με μικρή άνοδο του τζίρου, ακολουθώντας μια πολύ καλή χρονιά, όπως το 2007. Οι δύο με τρεις πρώτες εβδομάδες των εκπτώσεων ήταν πολύ καλές για τα εμπορικά καταστήματα, κυρίως του κέντρου της Αθήνας, ενώ αμέσως μετά η κίνηση έπεσε κατακόρυφα, όπως αναμενόταν, λόγω της φυγής των κατοίκων της πρωτεύουσας προς τα παραθεριστικά κέντρα.

“Πρωταθλητές” στην αύξηση του τζίρου ήταν τα καταστήματα ειδών υπόδησης, ενώ γενικότερα η αγορά κινήθηκε με υψηλούς ρυθμούς και τις πρώτες δύο εβδομάδες του Ιουλίου, μετά την απόφαση των εμπόρων να συμβάλουν στη συγκράτηση του πληθωρισμού με προεκπτώσεις. Υπενθυμίζεται ότι την πρωτοβουλία αυτή της εμπορικής κοινότητας χαιρέτησε το Υπουργείο Ανάπτυξης.

Απογοητευμένοι οι Θεσσαλονικείς έμποροι

Χωρίς αποτέλεσμα, όμως, για δύο στους τρεις Θεσσαλονικείς εμπόρους έληξαν οι θερινές εκπτώσεις. Παρά τις αρχικές προσδοκίες τους ότι η αγορά θα κινηθεί ικανοποιητικά, μετά τις «χαμηλές πτήσεις» της από την αρχή του θέρους, ο απολογισμός τους είναι αρνητικός. Σε ανακοίνωση του εμπορικού συλλόγου της πόλης (ΕΣΘ) επισημαίνεται ότι «το 48% του συνόλου των εμπόρων αποδίδει την αρνητική εικόνα της αγοράς στην οικονομική κρίση που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές».

Βάσει συμπερασμάτων έρευνας, σε δείγμα 300 τοπικών εμπορικών επιχειρήσεων του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Θεσσαλονίκης, ο ΕΣΘ αποφαίνεται ότι το 63% των ερωτηθέντων εμπόρων δήλωσε απογοητευμένο από την κίνηση στις θερινές εκπτώσεις. Αναλυτικότερα, στην περιοχή του ιστορικού κέντρου, σε σύνολο 150 επιχειρήσεων μόνο κατά το 37% οι καταστηματάρχες δήλωσαν ικανοποιημένοι. Στην περιοχή που περικλείεται από τις οδούς Εγνατία, ‘Ιωνος Δραγούμη και Βενιζέλου, το ποσοστό απογοήτευσης έφθασε το 77%! Πολύ καλύτερα, αναλογικά, ήταν τα πράγματα στην περιοχή του κέντρου που περικλείεται από τις οδούς Τσιμισκή, Αγ. Σοφίας, Μητροπόλεως και Πρ. Κορομηλά, όπου το ποσοστό των ικανοποιημένων έφθασε το 52%, ενώ στην περιοχή μεταξύ των Ερμού, Β. Ηρακλείου και Δ. Γούναρη η ικανοποίηση περιορίστηκε στο 36%. Στη Δυτική Θεσσαλονίκη, αντίστοιχα, η απογοήτευση κινήθηκε στο 62% και στην Ανατολική Θεσσαλονίκη στο 65%.

Η κατάσταση δεν ήταν καλή ούτε και πριν από τις εκπτώσεις, αφού σε σχετικό ερώτημα οι επαγγελματίες σε ποσοστό 71% εκδήλωσαν τη δυσφορία τους.