Ο θυμός κι ο φόβος είναι τα συναισθήματα που καταλαμβάνουν σήμερα τους Έλληνες καταναλωτές, οι περισσότεροι εκ των οποίων προετοιμάζονται για περαιτέρω μείωση των εισοδημάτων τους στους επόμενους έξι μήνες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας της Braincandy, που διενήργησε σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Ερευνών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας σε δείγμα 800 αντιπροσωπευτικών νοικοκυριών από όλη την Ελλάδα τον Νοέμβριο.

Η έρευνα έδειξε ότι τα κυρίαρχα συναισθήματα που βιώνουν σήμερα οι άνθρωποι είναι ο θυμός (38,5%), ο φόβος (27,6%) –ειδικά στις γυναίκες (40,2%) και τα άτομα ανώτερης και ανώτατης κοινωνικοοικονομικής κατάστασης (48,2%)– και η λύπη (15,6%). Οι λόγοι που προκαλούν τον θυμό, σύμφωνα με τις αυθόρμητες απαντήσεις των ερωτώμενων, αναφέρονται στην πτώση των εισοδημάτων και την αύξηση των τιμών (41%), στην κατάσταση της χώρας «που διώχνει τα παιδιά της» (32%) και στη γενική πολιτική κατάσταση (18%). Τα αισθήματα φόβου οφείλονται στην ανασφάλεια για το μέλλον (46%) και τη συρρίκνωση των εισοδημάτων (36%), ενώ η λύπη σχετίζεται με τις περικοπές στις συντάξεις (57%), τη φτώχεια και την πείνα (25%). Πρέπει να σημειωθεί ότι θετικά συναισθήματα εκφράζει μόλις ο ένας στους δέκα ανθρώπους, είτε γιατί δηλώνει «φύσει αισιόδοξος» (32%) είτε γιατί το οικογενειακό περιβάλλον τους είναι χαρούμενο (24%). Παρ’ όλα αυτά οι 8 στους 10 Έλληνες δηλώνουν σχετικά ικανοποιημένοι από τη ζωή τους. Ειδικότερα, παρά το υψηλό ποσοστό ανεργίας και την έλλειψη προοπτικής στους νέους, η πίεση φαίνεται ότι ασκείται περισσότερο σε ομάδες κοινού μεγαλύτερης ηλικίας. Οι νέοι είναι πιο αισιόδοξοι, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι είναι ιδιαίτερα αισιόδοξοι: οι δύο στους τρείς θεωρούν ότι τα πράγματα θα εξελιχθούν χειρότερα, με την πρόβλεψη ότι η κρίσει θα φτάσει στο τέλος της μετά από 10 χρόνια (41,5%) έως δεν θα τελειώσει ποτέ (20%).

Οσονούπω πτωχότεροι!
Οι έξι στους δέκα ερωτώμενους δήλωσαν ότι αναμένουν περαιτέρω μείωση του εισοδήματός τους στους επόμενους έξι μήνες –μάλιστα οι τρεις στους τέσσερις από αυτούς είναι μέλη νοικοκυριών με κύριο εισοδηματία ηλικίας από 55 ετών και άνω. Ειδικότερα, απαντώντας σε σχετικό ερώτημα δήλωσαν κατά το 24,5% ότι θα είναι «πολύ μικρότερο» το εισόδημά τους, κατά το 35,2% «κάπως μικρότερο», κατά το 35,1% «το ίδιο με το σημερινό» και μόλις κατά το 4,7% «κάπως μεγαλύτερο». Στο πλαίσιο αυτό, σκοπεύουν να μειώσουν ή να σταματήσουν εντελώς τις δαπάνες τους για τσιγάρα (51%), ένδυση-υπόδυση (49%) και διασκέδαση (48%). Πάντως, όπως σημειώνουν οι ερευνητές, οι νέοι ηλικίας 17-34 ετών είναι πιο «ανθεκτικοί» στη μείωση των δαπανών τους ιδιαίτερα στα είδη του σούπερ μάρκετ (θα τις περιορίσουν μόλις κατά 19% έναντι 39% του συνόλου του δείγματος), στην ένδυση-υπόδηση (36% έναντι 49%) κ.λπ.

Ειδικότερα αναφορικά με τους προτιθέμενους να περιορίσουν τα ψώνια τους από το σούπερ μάρκετ (39%), σε ό,τι αφορά τα τρόφιμα κατά το 48,5% δηλώνουν ότι θα αγοράζουν τις ίδιες μάρκες, αλλά μόνο όταν είναι σε προσφορά. Την ίδια απάντηση δίνουν σε ό,τι αφορά τα ποτά αναψυκτικά κατά το 24,8%, τα απορρυπαντικά 44,4% και τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας και ομορφιάς 33,1%. Θα κάνουν «ότι έκαναν μέχρι τώρα» στα τρόφιμα σε ποσοστό 17,7%, στα ποτά-αναψυκτικά 36,1%, στα απορρυπαντικά-καθαριστικά 26,3% και στα προϊόντα προσωπικής φροντίδας και ομορφιάς 34,2%.

Η έρευνα έδειξε, επίσης, ότι οι καταναλωτές δυσπιστούν έναντι των διαφημίσεων και των bloggers σε ό,τι αφορά την αξιοπιστία της πληροφόρησής τους σχετικά με τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών. Αντίθετα, εμπιστεύονται τη γνώμη άλλων καταναλωτών. Ακόμα, αναγνωρίζουν ως «κορυφαίες εταιρείες» (μάρκες ή φορείς) που «έχουν τα καλύτερα προϊόντα» την ΑΒ Βασιλόπουλος, την P&G και το Ariel, που «παρέχουν τις καλύτερες υπηρεσίες» την Cosmote και τη Vodafone, που «προσφέρουν στην κοινωνία» το Χαμόγελο του Παιδιού, τον ΟΠΑΠ και τη Σκλαβενίτης και που «νοιάζονται για το περιβάλλον» την Greenpeace, τη μάρκα Planet και τον ρ/τ σταθμό Σκάι.