Δύο αντιφατικές εικόνες αποκομίσαμε από την ενημέρωση που έκανε ο Σύνδεσμος Ελληνικού Οίνου μερικές μέρες πριν το Οινόραμα 2022. Από τη μια η παραγωγή και οι εξαγωγές αυξάνονται, από την άλλη οι ένθεν και έξωθεν πολιτικές φρενάρουν την αύξηση της παραγωγής και κατ’ επέκταση την εν δυνάμει ανάπτυξη του τομέα.

Από το 2009 μέχρι και το 2019, το έτος που ξεκίνησε η πανδημία, οι εξαγωγές ελληνικών κρασιών αυξήθηκαν κατά 34,5% και διαμορφώνονται πλέον στα 79,5 εκατομμύρια ευρώ, περίπου δηλαδή στο 23% της συνολικής αξίας της εγχώριας παραγωγής. Είναι σπάνιο πλέον μια οινοποιητική εταιρεία να μην έχει ένα ποσοστό εξαγωγών στον ισολογισμό της, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα έχει περιορισμένη ή και ελάχιστη παρουσία στην ελληνική αγορά. Οι αγορές των ΗΠΑ και της Βρετανίας βρίσκονται αυτήν την περίοδο μεταξύ των κύριων εξαγωγικών στόχων, σύμφωνα με τον Γιάννη Βογιατζή, Πρόεδρο του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου. Παράλληλα, δελεαστικές εμφανίζονται οι αγορές του Καναδά και της Κίνας. Ωστόσο, η κύρια εξαγωγική αγορά παραμένει η Γερμανία, απορροφώντας σχεδόν το 45% των συνολικών εξαγωγών.

Ενώ όμως, η ελληνική παραγωγή οίνου καλύπτει με μικρές διακυμάνσεις τις εγχώριες ανάγκες, η διψασμένη αγορά του εξωτερικού, θα μπορούσε να αποφέρει μεγαλύτερα έσοδα, αν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για αύξηση της παραγωγής. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι γνωστές στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεκαετίες τώρα και συνδέονται με τη διαμόρφωση μεγαλύτερων κλήρων, ένα πρόβλημα που βλέπουμε και στο ελαιόλαδο και τη διάθεση νέων αδειών για καλλιέργεια αμπελιών. «Όχι μόνο δε δίνονται νέες άδειες, αλλά υπάρχουν και αμπελοτόπια που χάνονται, είτε γιατί οι ιδιοκτήτες τα έχουν εγκαταλείψει, είτε γιατί αντικαθιστούν τα αμπέλια με άλλες καλλιέργειες, χωρίς όμως να γίνεται μια μεταβίβαση αδειών σε άλλους παραγωγούς που ενδιαφέρονται», μας λέει ο Θοδωρής Γεωργόπουλος, Διευθυντής του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου.

Ανθυγιεινός ο οίνος αποφάνθηκαν οι «ειδικοί»
Μετά το «χτύπημα» στο ελαιόλαδο που κατέβηκε σκαλιά στην παγκόσμια κλίμακα αξιών υγιεινής διατροφής, αφήνοντας χώρο για την Coca Cola και τις ζαχαρωμένες μπάρες δημητριακών, ήρθε και η σειρά του οίνου. Σύμφωνα με έρευνα μερίδας ειδικών, φαίνεται πως είναι από τους κύριους ύποπτους για την παγκόσμια αύξηση των καρκίνων σε ένα περιβάλλον που έχουμε πετύχει ήδη να απαλλάξουμε από χημικά λιπάσματα, τοξικά απόβλητα και ζάχαρη. Πρόκειται μάλλον για την ίδια μερίδα ειδικών που πριν από 50 χρόνια έλεγαν ότι το τσιγάρο είναι υγιεινό και η κάνναβη επικίνδυνη και τώρα ανακαλύπτουν ότι το πρώτο είναι καρκινογόνο και η δεύτερη θεραπευτική, εφόσον όμως καλλιεργείται σε ιδιωτικές καλλιέργειες μεγάλων βιομηχανιών.

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα μετά τη δημοσίευση έρευνας το 2018, η οποία συνδέει το κρασί με τον καρκίνο, είναι ορατό και επομένως χρειάζεται μια συντονισμένη προσπάθεια για να μετριαστούν οι επιπτώσεις του. Στο πλαίσιο αυτό, ο ΣΕΟ πέτυχε την έγκριση από την ολομέλεια του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου, της τροποποιημένης έκθεσης της Ειδικής Επιτροπής για την Καταπολέμηση του Καρκίνου (BECA), η οποία διαφοροποιεί την απόλαυση με μέτρο από την επιβλαβή κατανάλωση. Άλλωστε, κάποια στιγμή όλοι θα χρειαστεί να καταλάβουμε ότι η κατανάλωση σε οτιδήποτε είναι επιβλαβής, όπως άλλωστε δηλώνει και η ρίζα της λέξης από την οποία προέρχεται.

Τα κρασιά βιολογικής και ήπιας καλλιέργειας κερδίζουν έδαφος
Στο 8% έχουν διαμορφωθεί οι βιολογικά καλλιεργήσιμες εκτάσεις σε σύνολο 63.000 περίπου εκταρίων αμπελοκαλλιεργειών. Το μέγεθος απέχει πολύ από τους στόχους βιολογικής καλλιέργειας της ΕΕ, αλλά σύμφωνα με τα δεδομένα που συλλέξαμε από συζητήσεις στο πλαίσιο του Οινοράματος 2022, η κατάσταση αναμένεται να αλλάξει ταχύτερα τα ερχόμενα χρόνια. Όσο οι νέοι αμπελοκαλλιεργητές αναλαμβάνουν τη γη των προγόνων τους ή ξεκινούν από το μηδέν, η στροφή προς τη βιολογική καλλιέργεια θα είναι πιο έντονη. Ένα ερώτημα βέβαια ήταν και θα είναι, αν ο αγοραστής είναι έτοιμος να πληρώσει το βιολογικό κρασί, ειδικά αν λάβουμε υπόψιν ότι το 50% σχεδόν της εγχώριας κατανάλωσης είναι χύμα κρασί. Με την τρέχουσα εικόνα, το βιοτικό επίπεδο της ελληνικής αγοράς δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Ωστόσο, οι αγορές του εξωτερικού φαίνονται έτοιμες να πληρώσουν για μια πιο υγιεινή διατροφή.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter