Από τη μία πλευρά οι ελληνικές βιομηχανίες που παράγουν τυρί φέτα και ελληνικό γιαούρτι διατυπώνουν τις εύλογες ανησυχίες τους για τον κίνδυνο να χαθούν οι ξένες αγορές, υφιστάμενες και δυνητικές, εξαιτίας της δράσης των σφετεριστών του ονόματος της φέτας και του ελληνικού γιαουρτιού. Από την άλλη πλευρά, όμως, λίγα λέγονται για την κατάσταση της εγχώριας κτηνοτροφίας που αργοπεθαίνει και ακόμη λιγότερα γίνονται, προκειμένου να ανατάξει.

Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα: Για πόσο ακόμη θα τεκμηριώνεται η ελληνικότητα των πλείστων όσων γαλακτοκομικών που παράγονται μεν στην Ελλάδα, αλλά από εισαγόμενη πρώτη ύλη; Είναι πραγματικά παράδοξο η αγορά μας να κατακλύζεται από εισαγόμενο γάλα, από το οποίο δημιουργούνται… 100% ελληνικά γαλακτοκομικά προιόντα!

Ειδικά σε ό,τι αφορά την αγελαδοτροφία, η κατάργηση της ποσόστωσης στις χώρες της ΕΕ σε συνδυαασμό με την προσδοκία των Δυτικοευρωπαίων –μεγάλων παραγωγών του αγελαδινού γάλακτος– να εξάγουν τα γαλακτοκομικά τους στη Ρωσία και την Κίνα, μετά το εμπάργκο στη Ρωσία και τη μείωση της προσδοκώμενης διάθεσης στην Κίνα, οδήγησαν στη σημαντική πτώση της τιμής του αγελαδινού γάλακτος.

Το δυτικοευρωπαϊκό γάλα… εξελληνίζεται!
Το γάλα από τις χώρες τις Δυτικής Ευρώπης και τα Βαλκάνια εισάγεται στη χώρα μας σε εξευτελιστικές τιμές. Η Ελλάδα πριν οχτώ χρόνια παρήγε 900 χιλιάδες τόνους αγελαδινό γάλα τον χρόνο, όταν οι ανάγκες της ανέρχονταν σε 1.300 χιλιάδες τόνους. Το 2015 η εγχώρια παραγωγή είχε βυθιστεί κοντά στις 600 χιλιάδες τόνους και όπως εκτιμάται, στο εξής η παραγωγή μας θα μειώνεται κάθε χρόνο γύρω στους 50 χιλιάδες τόνους!

Σχετικά οι φορείς του κλάδου και ορισμένες γαλακτοβιομηχανίες διατυπώνουν αμείλικτα ερωτήματα. Αλλά είναι απορίας άξιον το γιατί η πολιτεία δεν ανακοινώνει σε μηνιαία βάση τις γαλακτοβιομηχανίες που εισάγουν γάλα. Σχεδόν όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα στα ράφια των σούπερ μάρκετ είναι ελληνικά. Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό, όταν το 60% του αγελαδινού γάλακτος εισάγεται, ουδείς το σχολιάζει.

Προφανώς κάτι «σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας» και πολλοί είναι οι συνένοχοι ή οι επιδεικνύοντες ανοχή στα συμβαίνοντα… Κι όμως, θα έπρεπε να γνωστοποιείται στον καταναλωτή η προέλευση του (αγελαδινού) γάλακτος των γαλακτοκομικών που του προσφέρονται, ώστε να μην στερείται του δικαιώματος να αποφασίζει και βάσει αυτού.

Αλλά όπως φαίνεται, τα συμφέροντα επιθυμούν της συσκότιση της πραγματικότητας και απεύχονται τη διαφάνεια, ενώ η πολιτεία αρέσκεται στα ίδια επαναλαμβανόμενα ευχολόγια περί υποχρεωτικής αναγραφής της προέλευσης των πρώτων υλών κλπ. Στο ίδιο πλαίσιο, τίθεται ακόμα ένα ερώτημα: Ελέγχει κανείς αν οι σχετικές αναγραφές είναι αληθείς;

Σκούρα τα πράγματα
Στην περίπτωση του ελληνικού γιαουρτιού πρόσφατα χτύπησε ένα ακόμη «καμπανάκι», όταν η Τσεχία άρχισε να συντάσσει εθνική νομοθεσία που προβλέπει τη δημιουργία κατηγορίας ελληνικού γιαουρτιού και δη δύο κατηγοριών του: του «κανονικού» ελληνικού γιαουρτιού και του «τύπου ή στιλ» ελληνικού γιαουρτιού κατά τις διατυπώσεις του νομοθέτη! Την ίδια στιγμή αμφισβητείται και επισήμως στον Καναδά η κατοχύρωση της φέτας ως προϊόντος Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ). Παρόμοιο θέμα δημιουργήθηκε και με τη Νότια Αφρική.

Ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, κ. Β. Αποστόλου, στο πλαίσιο της ενδοκοινοτικής διευθέτησης του ζητήματος, έχει ήδη προαναγγείλει προσφυγή στα δικαστήρια κατά της απόφασης της Τσεχίας να παράγει «ελληνικό γιαούρτι». Οι ελληνικές αρμόδιες αρχές τονίζουν πως η αναφορά σε «ελληνικό γιαούρτι» στην ουσία υπονοεί προέλευση και αυτό συνιστά παραπλάνηση του καταναλωτή.

Σχετικά ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ), διατυπώνει την έντονη ανησυχία του, ενώ σε ό,τι αφορά την κυοφορούμενη προσφυγή της Ελλάδας στα ευρωπαϊκά δικαστήρια κατά της Τσεχίας, τη θεωρεί πολύ λίγη και πολύ καθυστερημένη, σχολιάζοντας πως το συμβάν με την Τσεχία είναι η κορυφή του παγόβουνου και ότι «πολύ κακώς θεωρούμε ότι η λύση θα προκύψει από ένα όργανο που συνήθως εξυπηρετεί το (κακώς εννοούμενο) κοινοτικό συμφέρον και όχι το εκάστοτε εθνικό».

«Η σημαντικότητα του θέματος είναι τόσο μεγάλη που, ίσως, δεν υπάρχει αντίστοιχό του. Ο ετήσιος τζίρος του παρανόμως επισημαινόμενου σήμερα στην ΕΕ ελληνικού γιαουρτιού είναι περίπου 20 δισ. ευρώ, μέγεθος ασύλληπτο σε σχέση με τα μέτρα της Ελλάδος. Αν δε κάνουμε την αναγωγή σε παγκόσμιο επίπεδο, το ποσό φτάνει τα 50 δισ. ευρώ!», υπογραμμίζεται από τον ΣΕΒΓΑΠ, ενώ προστίθεται: «ένα εθνικό πρόβλημα (και συνάμα μια τεράστια ευκαιρία ανάπτυξης για τη χώρα μας) δεν υποστηρίζεται σε ένα δικαστήριο απλά και μόνο για να κερδίσουμε μια μικρή μάχη. Οι ενέργειές μας πρέπει να αποσκοπούν να κερδίσουμε τον πόλεμο στην ΕΕ. Γι’ αυτό πρέπει να αναχθεί το θέμα στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο –σε επίπεδο πρωθυπουργού»!

Πέραν της ενδοκοινοτικής διάστασης των πραγμάτων το κεφάλαιο «φέτα και ελληνικό γιαούρτι» το πιθανότερο, αν όχι εκ των προτέρων βέβαιο, είναι ότι θα παραληφθεί εντελώς από το πλαίσιο των συμφωνιών της ΕΕ με τις ΗΠΑ σε ό,τι αφορά την προώθηση της Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων (ΤΤΙΡ) παρά τις επανειλημμένες αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς, που διεκδικεί την προστασία των προϊόντων ΠΟΠ. Ουσιαστικά η κατοχύρωση της φέτας στον Καναδά, ως προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης κατά τα ισχύοντα στην ΕΕ θεωρείται χαμένη υπόθεση.

Ήδη αναζητούνται, μάλιστα, εναλλακτικές λύσεις. Για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, ο κίνδυνος να κυκλοφορεί στην ΕΕ «φέτα Made in USA» είναι κάτι περισσότερο από υπαρκτός. Την ίδια στιγμή οι αρμόδιες κοινοτικές αρχές χαρακτηρίζουν ως «άνευ προηγουμένου» το επίπεδο προστασίας που εξασφαλίστηκε, στο πλαίσιο της συμφωνίας με την Ν. Αφρική για τις καταχωρημένες γεωγραφικές ενδείξεις της ΕΕ, μεταξύ αυτών και της φέτας.

Στο πλαίσιο αυτό, με την ισχύ της συμφωνίας οικονομικής εταιρικής σχέσης της ΕΕ με την Κοινότητα για την Ανάπτυξη της Μεσημβρινής Αφρικής, ο όρος «φέτα» θα δεσμευθεί αποκλειστικά για τους Έλληνες παραγωγούς ΠΟΠ.

Η εξαγωγική σημασία της φέτας
Η φέτα δεν αποτελεί μόνο τη «ναυαρχίδα» των ελληνικών προϊόντων ΠΟΠ, αλλά είναι ένα και από σημαντικότερα εξαγωγικά προϊόντα της χώρας μας, που παρά την κρίση, τη νοθεία και τις παραποιήσεις αυξάνει τα μερίδια της στις αγορές του εξωτερικού. Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2011 έως το 2015 σε αξία και σε όγκο οι ελληνικές εξαγωγές φέτας αυξήθηκαν θεαματικά (κατά 116 εκατ. ευρώ σε αξία και κατά 15 χιλ. τόνους σε όγκο).

Το 2015 οι εξαγωγές φέτας έφθασαν τα 366,7 εκατ. ευρώ, αντιστοιχώντας στο 1,44% του συνόλου του εξαγωγικού εμπορίου της χώρας. Σύμφωνα με στοιχεία του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, η θετική πορεία συνεχίστηκε στο πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, οπότε οι εξαγωγές φέτας σε αξία αυξήθηκαν κατά 8,2%.

Η μεγαλύτερη ξένη αγορά για την ελληνική φέτα είναι η γερμανική, όπου πέρσι εξήχθησαν 21.293 τόνοι (μερίδιο 33,3%). Ακολουθούν το Ηνωμένο Βασίλειο με 9.742 τόνους, η Ιταλία με 7.114 τόνους και η Σουηδία με 4.096 τόνους. Την πεντάδα κλείνει η αμερικάνικη αγορά, στην οποία εξάγουμε 3.398 τόνους φέτας.