Ο εγχώριος κλάδος της βιομηχανικής παραγωγής τροφίμων και ποτών συγκαταλέγεται μεταξύ των βασικών πυλώνων της ελληνικής μεταποίησης, με σημαντική συνεισφορά στην παραγωγική ανάπτυξη της χώρας. Η ισχυρή του θέση είναι θεμελιωμένη στα υψηλής ποιότητας προϊόντα του και τη διεθνή προώθησή τους, στο ελληνικό brand name, στη διαφοροποίηση της ελληνικής ή μεσογειακής κουζίνας, αλλά και στη σύνδεσή του με τους άλλους τομείς της οικονομίας, τον πρωτογενή και τον τομέα των υπηρεσιών. Αξιόλογη συμβολή στην οικονομία μας έχουν, επίσης, οι βιομηχανικοί κλάδοι των μη τροφίμων FMCG, εμφανίζοντας μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις υψηλή εξωστρέφεια. Παρά τη σκληρή δοκιμασία των διαδοχικών κρίσεων που ταλανίζουν την αγορά μας, πρώτα της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης και τώρα της ενεργειακής κρίσης, που ανακλάται εκ νέου ως οικονομική κρίση, τα εγχώρια εργοστάσια των FMCG εξακολουθούν να είναι η πιο ζωντανή και ανθεκτικότερη ρίζα της εγχώριας μεταποίησης.

Το 2018 η ΕΛΣΤΑΤ δημοσίευσε τα εμπειρικά δεδομένα της περιόδου 1995-2016 σχετικά με τις εξειδικεύσεις των 64 παραγωγικών κλάδων και πολυκλάδων, που συγκροτούν το ελληνικό παραγωγικό σύστημα. Με υπόβαθρο αυτό το υλικό, ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κωστής Βαΐτσος και ο ερευνητής κ. Βλάσης Μισσός, συγκρότησαν πρωτότυπους ποσοτικούς δείκτες, προκειμένου να αποτυπώσουν ποσοτικά τη μέση ετήσια κλαδική επίδοση Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας 23 κλάδων της εγχώριας μεταποίησης τις διετίες 1995-1996 και 2015-2016. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της εργασίας τους, η αγροτοβιομηχανική παραγωγή τροφίμων, ποτών και επεξεργασίας καπνού υπερείχε όλων των άλλων μεταποιητικών κλάδων.

Συγκεκριμένα, σε σταθερές τιμές του 2010, στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η μέση ετήσια κλαδική ΑΠΑ ανήλθε στα 4,2 δισ. ευρώ, κατέχοντας το 25% της συνολικής προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης. Είκοσι χρόνια αργότερα, υπό συνθήκες παραγωγικής αποδιάρθρωσης της χώρας και σκληρής λιτότητας εξαιτίας των μνημονίων, τα απόλυτα μεγέθη ανήλθαν στα 5,5 δισ. ευρώ και στο 40% της προστιθέμενης αξίας του πολυκλάδου (ανάπτυξη 31%). Εξάλλου, σύμφωνα με τη 16η έκθεση στοιχείων της βιομηχανίας τροφίμων-ποτών του ΙΟΒΕ, το 2020 ο κλάδος εξακολουθούσε να είναι μεταξύ των βασικών πυλώνων της ελληνικής μεταποίησης, με σημαντική συνεισφορά στην παραγωγική ανάπτυξη της χώρας, βασισμένος στα υψηλής ποιότητας προϊόντα του και τη διεθνή προώθησή τους, στο ελληνικό brand name, στη διαφοροποίηση της ελληνικής ή μεσογειακής κουζίνας, αλλά και στη σύνδεσή του με τους άλλους τομείς της οικονομίας, τον πρωτογενή και τον τομέα των υπηρεσιών. Χαρακτηριστική είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων τροφίμων εξαιτίας του βαθμού εξειδίκευσης του ανθρώπινου δυναμικού, της επιστημονικής κατάρτισής του και της συνεχούς του επιμόρφωσης.

Σύμφωνα με την έρευνα της Εθνικής Τράπεζας για τον αγροδιατροφικό τομέα το 2020, οι πρωτοφανείς συνθήκες, λόγω της πανδημίας, μοιραία αντικατοπτρίστηκαν στην εγχώρια οικονομική δραστηριότητα, μειώνοντας κατά 8,2 % το ΑΕΠ και κατά 14% τον κύκλο εργασιών του επιχειρηματικού τομέα. Εντούτοις ο αγροδιατροφικός τομέας κράτησε τις δυνάμεις του, καθώς ο αγροτικός κλάδος πέτυχε διεύρυνση του κύκλου εργασιών κατά 3% σε ετήσια βάση, ενώ η βιομηχανία τροφίμων υποχώρησε μόλις 1% έναντι 14% των λοιπών βιομηχανικών δραστηριοτήτων.

Διαρθρωτικά μεγέθη της βιομηχανίας τροφίμων-ποτών
Τα βασικά διαρθρωτικά μεγέθη της βιομηχανίας τροφίμων αναφέρονται στον αριθμό των επιχειρήσεων του κλάδου, τον κύκλο εργασιών τους, την αξία παραγωγής, την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία και τον αριθμό των εργαζομένων σε αυτές. Σύμφωνα με την Eurostat, η εγχώρια βιομηχανία τροφίμων-ποτών το 2018 κάλυπτε το 28,5% του συνόλου των επιχειρήσεων της ελληνικής μεταποίησης (16.262 επιχειρήσεις σε σύνολο 57.061), καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση μεταξύ των κλάδων της μεταποίησης –αντίστοιχα, ο ευρωπαϊκός κλάδος (ΕΕ-27) κατείχε τη δεύτερη θέση με ποσοστό 14,3%. Ως προς το μέγεθος των επιχειρήσεών του, κατά το 90% είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις με προσωπικό μέχρι 9 εργαζόμενους. Ως προς τον κύκλο εργασιών του ο κλάδος κατέλαβε το 2018 τη δεύτερη θέση, καλύπτοντας το 25,6% του συνολικού τζίρου της μεταποίησης, δηλαδή 15.591 εκατ. ευρώ σε σύνολο 60.904 εκατ. ευρώ –αντίστοιχα στην ΕΕ-27 κάλυπτε το 14,2%, μόλις 0,2% πίσω από τον κλάδο της κατασκευής μηχανοκίνητων οχημάτων. Τα υψηλότερα ποσοστά από άποψη κύκλου εργασιών, τόσο στα τρόφιμα (37%) όσο και στα ποτά (53%), κατεγράφησαν στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, προσωπικού άνω των 250 ατόμων.

Σύμφωνα με την έρευνα της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ) για το 2020, οι πωλήσεις των εγχώριων βιομηχανιών τροφίμων παρέμειναν σταθερές τη δεκαετία 2010-2020, καθώς η ελαφρώς πτωτική παραγωγή (1% ετησίως σε όγκο) αντισταθμίστηκε από τις ελαφρώς ανοδικές τιμές (0,6% ετησίως). Αντίστοιχα ο κύκλος εργασιών του ευρωπαϊκού κλάδου αυξήθηκε κατά 2,3% ετησίως σε όγκο και σε αξία. Ως αξία παραγωγής το μερίδιο της εγχώριας βιομηχανίας τροφίμων το 2018 (13.518 εκατ. ευρώ) αναλογούσε στο 24,6% της συνολικής αξίας της μεταποίησης, πίσω από τον κλάδο του οπτάνθρακα και των προϊόντων διύλισης (30,6% ή 16.816 εκατ. ευρώ), ενώ στην ΕΕ-27 ο κλάδος συμμετείχε στο 14,3% της συνολικής παραγωγής. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του στη χώρα διαμορφώθηκε το 2018 στο 28,7% ή στα 3.400 εκατ. ευρώ –το μεγαλύτερο ποσοστό στη μεταποίηση–, ενώ αντίστοιχα στην ΕΕ-27 η βιομηχανία τροφίμων ήταν στη δεύτερη θέση με ποσοστό μόλις 11,4%. Βάσει των στοιχείων της ΕΤΕ, η προστιθέμενη αξία της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων-ποτών παρέμεινε στάσιμη, κοντά στα 5 δισ. ευρώ την τελευταία δεκαετία, οπότε το σχετικό μερίδιο της χώρας στην ΕΕ μειώθηκε στο 2,1% το 2020 έναντι 2,5% στην αρχή της δεκαετίας. Ως προς την αξία παραγωγής και την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του κλάδου τα υψηλότερα μερίδια ανήκουν στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις του. Τέλος, οι επιχειρήσεις τροφίμων-ποτών απασχολούν τους περισσότερους εργαζόμενους στην εγχώρια μεταποίηση, με μερίδιο 36,8% ή 128.795 εργαζόμενους, οι περισσότεροι των οποίων εργάζονται στις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις. Αντίστοιχα στην ΕΕ-27 ο κλάδος απασχολεί το 15,1% των εργαζομένων της μεταποίησης.

Το 2020 ο Δείκτης Όγκου Παραγωγής τροφίμων κατέγραψε αρνητική μεταβολή 2,5%, ενώ στο σύνολο της μεταποίησης μειώθηκε κατά 1,6%. Στην ΕΕ-27 και την Ευρωζώνη το 2020 η τάση του Δείκτη Όγκου Παραγωγής τροφίμων ήταν επίσης αρνητική (-2,2% και -2,5% αντίστοιχα). Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΤΕ, η Ελλάδα σημειώνει υστέρηση της τάξης του 13% έναντι της ΕΕ στον δείκτη ανταγωνιστικότητας (GCI), που λαμβάνει υπόψη ένα εύρος παραγόντων, όπως το θεσμικό περιβάλλον, οι υποδομές, τα εργασιακά ζητήματα, η τεχνολογία, η καινοτομία κι οι δεξιότητες. Ενδεικτικά, το περιθώριο λειτουργικού κέρδους είναι στην Ελλάδα 8,3% έναντι 8,7% στη Μεσόγειο και 9,2% στην Βορειοδυτική Ευρώπη, με αποτέλεσμα τη μειωμένη ελκυστικότητα του κλάδου για επενδύσεις, πράγμα που κρατά χαμηλά την παραγωγική του δυναμικότητα.

Η απασχόληση στον κλάδο
Όπως προαναφέραμε, η βιομηχανία τροφίμων και ποτών είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης της εγχώριας μεταποίησης. Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το μερίδιο του κλάδου στο σύνολο των εργαζομένων της μεταποίησης παραμένει υψηλό τα τελευταία χρόνια. Ειδικότερα, το ποσοστό του κλαδικού εργατικού δυναμικού στο σύνολο της απασχόλησης στη μεταποίηση ήταν 28% το 2011 και έφτασε στο 33% το 2020. Το 2020 οι εργαζόμενοι στη μεταποίηση τροφίμων-ποτών μειωθήκαν κατά 1,6% (περίπου 121,7 χιλ.), ενόσω ο αριθμός των εργαζομένων στο σύνολο της μεταποίησης μειώθηκε κατά 8,2%. Από τους υποκλάδους των τροφίμων-ποτών το 2020 τρείς μόνο παρουσίασαν αυξημένο αριθμό εργατικού δυναμικού: Των ελαίων και λιπών (51,9%), των προϊόντων αλευρόμυλων (17,5%) και των γαλακτοκομικών (2,6%). Ως προς το μορφωτικό επίπεδο των εργαζομένων του κλάδου, η πλειονότητά τους είναι απόφοιτοι γυμνασίου και λυκείου –περίπου 80% επί του συνόλου το 2011 και 72% το 2019 (67% στο σύνολο της μεταποίησης). Το 18% των εργαζομένων το 2019 ήταν απόφοιτοι πανεπιστημίου ή ΤΕΙ ή κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι στον κλάδο είναι ειδικευμένοι τεχνίτες, αλλά το ποσοστό τους μειώνεται: Από 42,2% το 2011 στο 29,7% το 2019. Έπονται οι χειριστές μηχανημάτων (21,7%), ενώ άνοδο παρουσιάζουν οι τεχνικοί, οι υπάλληλοι γραφείου, οι απασχολούμενοι στην παροχή υπηρεσιών και οι πωλητές.

Οι τιμές των προϊόντων
Σε όρους τιμών, ο μέσος ΕνΔΤΚ (Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή) το 2021σε σύγκριση με 2020 παρουσίασε αύξηση 0,6% έναντι μείωσης 1,3% κατά την αντίστοιχη σύγκριση του 2020 με το 2019. Από τον ΕνΔΤΚ τροφίμων και μη αλκοολούχων ποτών προκύπτει ότι η ετήσια ποσοστιαία μεταβολή του εγχώριου δείκτη το 2020 σε σχέση με το 2019 ήταν 1,6%. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 2021 ο ΕνΔΤΚ του κλάδου της διατροφής-μη αλκοολούχων ποτών παρουσίασε ετήσια μεταβολή 4,3 % έναντι 0,8% το 2020/2019. Στα αλκοολούχα ποτά και στον καπνό η αντίστοιχη μεταβολή ήταν μηδενική το 2021 σε σχέση με το 2020 έναντι -0,2% το 2020/2019. Στην υπόλοιπη Ευρώπη και την Ευρωζώνη οι τιμές ήταν ελαφρώς αυξημένες σε σχέση με την Ελλάδα, ενώ παγκοσμίως, σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), το 2020 η μέση τάση των τιμών βασικών τροφίμων ήταν ανοδική σε σχέση με το 2019 –ο Δείκτης Τιμών Τροφίμων του FAO έφτασε κατά μέσο όρο το 2020 τις 99 μονάδες (από 96 το 2019 και 94 το 2018).

Ο Δείκτης Τιμών Παραγωγού στο σύνολο της εγχώριας μεταποίησης το 2020 υποχώρησε κατά 10,6% (από -0,4% το 2019), ενώ στην Ευρωζώνη οι τιμές στη μεταποίηση υποχώρησαν κατά 1,9%. Οι μεταβολές του δείκτη τιμών παραγωγού στην Ελλάδα το 2020 ήταν θετικές στα μεταποιημένα τρόφιμα (0,4%) και στα ποτά (1,1%), όταν το 2019 ήταν αρνητικές (κατά 0,4% στα τρόφιμα και κατά 0,1% στα ποτά). Σε ευρωπαϊκό επίπεδο η μεταβολή στις τιμές παραγωγού το 2020 ήταν θετική και στα τρόφιμα (0,8%) και στα ποτά (0,4%). Από τη σύγκριση των μεταβολών των τιμών παραγωγού και των τιμών εισαγωγών στην Ελλάδα το 2020 σε σχέση με το 2019, προέκυψε αύξηση των τιμών παραγωγού 0,6% στα τρόφιμα σε σχέση με την υποχώρηση των τιμών εισαγωγών (-0,6%), ενώ στα ποτά η τιμή παραγωγού αυξήθηκε κατά 1,1% σε σύγκριση με την αύξηση στις τιμές εισαγωγών (0,8%).

Το εξωτερικό εμπόριο του κλάδου
Το 2020 ο κλάδος μεταποίησης τροφίμων-ποτών μείωσε το εμπορικό του έλλειμμα από τα 1,5 δισ. ευρώ το 2019 στα 664 εκατ. ευρώ το 2020, δηλαδή κατά 56,7%, λόγω ταυτόχρονης αύξησης των εξαγωγών και μείωσης των εισαγωγών. Συγκεκριμένα, οι εισαγωγές τροφίμων-ποτών το 2029 ανήλθαν στα 4,9 δισ. ευρώ έναντι 5,3 δισ. ευρώ το 2019 (μείωση 7,9%). Αντίθετα, οι εξαγωγές τροφίμων-ποτών αυξήθηκαν κατά 11,1% και η αξία τους διαμορφώθηκε στα 4,2 δισ. ευρώ. Ο λόγος των εξαγωγών/εισαγωγές στη μεταποίηση τροφίμων-ποτών (δηλ. το μερίδιο των εγχώριων εξαγωγών προς τις αντίστοιχες εισαγωγές) αυξήθηκε το 2020, φθάνοντας το 87% έναντι 72% το 2019 και 77% το 2018. Συγκριτικά με το 2010 ο συγκεκριμένος δείκτης ανήλθε κατά 35%, πράγμα που δείχνει την απόδοση των σημαντικών εξαγωγικών προσπαθειών του κλάδου τα τελευταία χρόνια.

Πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο παρουσίασαν τα οπωροκηπευτικά, τα έλαια-λίπη και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Στο διεθνές εμπόριο από τους βασικούς κλάδους τροφίμων και ποτών, τα επεξεργασμένα οπωροκηπευτικά, τα έλαια-λίπη, τα αλευρώδη και τα γαλακτοκομικά παρουσίασαν πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο το 2020. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι εισαγωγές και αφίξεις το 11μηνο Ιανουάριος-Νοέμβριος 2021 στα τρόφιμα-ποτά-καπνό ήταν αξίας 520 εκατ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές-αποστολές, 402 εκατ. ευρώ. Πρώτη μεταξύ των μεγαλύτερων εμπορικών εταίρων της χώρας στις εξαγωγές τροφίμων-ποτών το 2020 ήταν η Γερμανία (16%) και έπονταν η Ιταλία (14%), το Ην. Βασίλειο (9%), οι ΗΠΑ (8%) και η Κύπρος (6%). Την πρώτη δεκάδα των βασικών χωρών, στις οποίες εξάγει η χώρα μεταποιημένα τρόφιμα, συμπληρώνουν οι Ολλανδία, Βουλγαρία, Γαλλία, Ρουμανία και Πολωνία.

Οι δέκα πρώτες χώρες στις οποίες εξάγουμε μεταποιημένα τρόφιμα το 2020 απορρόφησαν το 70% του συνόλου των εξαγωγών. Ως προς τις εισαγωγές, οι μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι της χώρας σε μεταποιημένα τρόφιμα-ποτά το 2020 ήταν η Γερμανία και η Ολλανδία, από τις οποίες εισάγεται το 29% των αγαθών. Έπονταν οι Ιταλία (10%), Γαλλία (9%), Ισπανία και Βουλγαρία (από 6%). Την πρώτη δεκάδα των εισαγωγέων εγχώριων μεταποιημένων τροφίμων-ποτών συμπληρώνουν η Βουλγαρία, η Δανία, το Βέλγιο, η Πολωνία και η Αργεντινή. Οι δέκα πρώτες χώρες από τις οποίες εισάγουμε μεταποιημένα τρόφιμα καλύπτουν το 75% του συνόλου των εισαγωγών μας.

Οι χρηματοοικονομικές επιδόσεις
Το 2019 οι πωλήσεις του συνόλου των επιχειρήσεων του δείγματος που χρησιμοποιήθηκε στην 16η έκθεση του ΙΟΒΕ (1.691 επιχειρήσεις) διαμορφώθηκαν στα 13,31 δισ. ευρώ, σημειώνοντας υποχώρηση 2,7% συγκριτικά με το 2018 (13,68 δισ. ευρώ). Τα κέρδη προ τόκων φόρων και αποσβέσεων ενισχύθηκαν στο δείγμα κατά 2,8%, ενώ τα καθαρά κέρδη παρουσίασαν αύξηση 61,6% το 2019 συγκριτικά με το 2018. Από τους εξεταζόμενους υποκλάδους του δείγματος τον υψηλότερο κύκλο εργασιών εμφάνισαν τα οπωροκηπευτικά (οι περισσότερες επιχειρήσεις του δείγματος) και ακολούθησαν τα γαλακτοκομικά και το κρέας. Από τις 1.691 επιχειρήσεις του δείγματος το 67% παρουσίασαν κερδοφορία το 2019 –κατά το υπόλοιπο 33% εμφάνισαν ζημίες. Τα κέρδη προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων ανήλθαν συνολικά στα 1,14 δισ. ευρώ, εμφανίζοντας αύξηση 2,8% συγκριτικά με το 2018, ενώ τα καθαρά κέρδη συμπιέστηκαν στα 440 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας ωστόσο αύξηση 61%. Σε επίπεδο υποκλάδων, από άποψη κερδών προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων, αλλά και καθαρών κερδών το 2019 σχεδόν όλοι παρουσίασαν θετικά αποτελέσματα, με εξαίρεση τα έλαια και τα οπωροκηπευτικά.

Στην έρευνα της New Times για το 2019, επί δείγματος 948 βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων του κλάδου, κατά το 82,7% εμφάνισαν κέρδη έναντι 75,3% το 2018. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της εν λόγω έρευνας, ο κλάδος διατηρεί τα χαρακτηριστικά ενός σταθερού, ανταγωνιστικού και ισχυρού τομέα, αλλά με διχασμό μεταξύ υγιούς και προβληματικού επιχειρείν, ενόσω επισημαινόταν η επικίνδυνη διόγκωση των προβλημάτων, λόγω πανδημίας, των αδύναμων και προβληματικών επιχειρήσεων.

Προκλήσεις και προτάσεις
Η βιομηχανία τροφίμων-ποτών κλήθηκε τα τελευταία χρόνια να αντιμετωπίσει μεγάλες και πρωτόγνωρες προκλήσεις. Ανταποκρίθηκε επιτυχώς στην οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας, ενώ έδειξε εξαιρετική προσαρμοστικότητα στην υγειονομική κρίση. Όντας ο μεγαλύτερος κλάδος στην ελληνική μεταποίηση είχε και έχει να αντιμετωπίσει προβλήματα παλιά και νέα, όπως εμπόδια στις εθνικές και διεθνείς μεταφορές, κωλύματα στην προμήθεια πρώτων υλών και υλικών συσκευασίας, δυσκολίες στη ρευστότητα των επιχειρήσεων, στις εξαγωγές και στις πωλήσεις, καθώς επηρεάστηκαν αρνητικά από τη διακοπή τροφοδοσίας σε σημαντικά κανάλια κατανάλωσης όπως τα ho.re.ca. Η βιομηχανία τροφίμων-ποτών εστιάζει όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια στην έρευνα και καινοτομία για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά της. Κατ’ αυτό τον τρόπο οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να αναπτύσσουν τα προϊόντα τους με πιο βιώσιμες μεθόδους, σύμφωνα με τα ζητούμενα της κυκλικής οικονομίας, προσφέροντας στους καταναλωτές καινοτόμες διατροφικές επιλογές με προστιθέμενη αξία και μειωμένο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.

Ο αγροδιατροφικός τομέας
Κλείνοντας την παρουσίαση της έκθεσης για την κατάσταση της μεταποίησης στον κλάδο των τροφίμων-ποτών δεν μπορεί να μη γίνει αναφορά στον πρωτογενή τομέα της ελληνικής οικονομίας, τον αγροδιατροφικό. Είναι γνωστή η σημασία του για την ανάπτυξη της μεταποίησης, αλλά και για τη συνολική ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας. Τα χρόνια προβλήματα του τομέα, που εντοπίστηκαν για πολλοστή φορά στην Έκθεση Πισσαρίδη τον Νοέμβριο του 2020, αφορούν τις μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, τη χαμηλή παραγωγικότητα, τη χαμηλή ενσωμάτωση των τεχνολογιών, την ελλιπή κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού, το χαμηλό επίπεδο καινοτομίας και ανάπτυξης, την εξάρτηση από τις επιδοτήσεις και την απουσία ουσιαστικού μάρκετινγκ.

Σύμφωνα με τους οικονομικούς μας ταγούς, οι δράσεις που πρέπει να αναληφθούν σχετίζονται με τη μεγέθυνση και τον εκσυγχρονισμό των εκμεταλλεύσεων, τη βελτίωση του επιπέδου του ανθρώπινου δυναμικού, την ενίσχυση της έρευνας, την αύξηση της προστιθέμενης αξίας των προϊόντων του τομέα και την καλύτερη διασύνδεσή του με τον τουρισμό. Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΤΕ, ο αγροδιατροφικός τομέας έχει τη δυνατότητα κάλυψης των διαρθρωτικών του αδυναμιών και εφαρμογής πολιτικών που θα τον καταστήσουν ανταγωνιστικό, αν αξιοποιήσει τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης (18,2 δισ. ευρώ επιδοτήσεις και 12,7 δισ. ευρώ δάνεια την επόμενη εξαετία), που διπλασιάζουν τη διαθέσιμη ευρωπαϊκή στήριξη (ΕΣΠΑ, ΚΑΠ).
Βιομηχανία χημικών, σαπουνιών, απορρυπαντικών

Σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ, η χημική βιομηχανία στην Ελλάδα αποτελεί μια σημαντική μεταποιητική δραστηριότητα, με εξειδίκευση σε συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς χημικών υλών και προϊόντων και υψηλό δείκτη εξωστρέφειας. Οι κύριες κατηγορίες χημικών ουσιών και προϊόντων περιλαμβάνουν τα βασικά, τα ειδικά και τα καταναλωτικά χημικά. Τα τελευταία πωλούνται απευθείας στους τελικούς καταναλωτές και περιλαμβάνουν μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων, όπως σαπούνια, σαμπουάν, απορρυπαντικά, αρώματα, καλλυντικά κ.ά.

Βάσει της ανάλυσης των στοιχείων της Eurostat από το ΙΟΒΕ, το 2017 στην εγχώρια χημική βιομηχανία δραστηριοποιούντο 939 επιχειρήσεις, εκ των οποίων στον τομέα των καταναλωτικών χημικών οι 427 (45% του συνόλου). Το 2017 τα βασικά χημικά αντιστοιχούσαν στο 34% της αξίας παραγωγής στην Ελλάδα έναντι 62% στην ΕΕ-28. Η αξία της εγχώριας παραγωγής χημικών ουσιών και προϊόντων έφτασε το 2019 τα 2,24 δισ. ευρώ, ευρισκόμενη σε ανοδική πορεία. Επηρεασμένη από τις αρνητικές εξελίξεις στην ελληνική οικονομία, η παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων απώλεσε μεταξύ 2008 και 2019 το 21,2% της αξίας της. Τα καταναλωτικά χημικά συγκέντρωσαν 601 εκατ. ευρώ ή το 29,3% της συνολικής αξίας παραγωγής. Με κριτήριο την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία, η χημική βιομηχανία αποτέλεσε το 2017 το 5% της ΑΠΑ της μεταποίησης. Οι τομείς των ειδικών και των καταναλωτικών χημικών δημιούργησαν το μεγαλύτερο κομμάτι της ΑΠΑ της εγχώριας χημικής βιομηχανίας, με 218 εκατ. ευρώ επί συνόλου 579 εκατ. ευρώ. Το 2018 η απασχόληση στον κλάδο προσέγγισε τις 11.400 θέσεις εργασίας, που αντιστοιχούν στο 3,5% της απασχόλησης στη μεταποίηση. Παρά την ανάκαμψη της απασχόλησης στον κλάδο τα τελευταία χρόνια είναι κατά 16% χαμηλότερη του επιπέδου της το 2008. Ειδικότερα, στα καταναλωτικά χημικά το 2017 απασχολούντο 4.900 εργαζόμενοι ή το 44% του συνόλου.

Σε επίπεδο φαινομενικής κατανάλωσης (Αξία παραγωγής – εξαγωγές + εισαγωγές) χημικών προϊόντων στην Ελλάδα, η αξία της το 2017 ανήλθε σε 4,4 δισ. ευρώ, με τα απορρυπαντικά και τα σαπούνια να καταλαμβάνουν το 21%. Η χημική βιομηχανία στην Ελλάδα έχει υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας και παρέχει υψηλότερες μέσες αμοιβές συγκριτικά με την υπόλοιπη μεταποίηση. Αναφορικά με τις ακαθάριστες αμοιβές στον κλάδο, το υψηλό επίπεδο της δεκαετίας του 2000 αντιστράφηκε μετά το 2010 υπό συνθήκες βίαιης προσαρμογής των αμοιβών στην Ελλάδα. Την τριετία 2016-2019 η εγχώρια χημική βιομηχανία αύξησε τις μισθολογικές αμοιβές κατά 46% –η αντίστοιχη αύξηση στην ΕΕ-28 ήταν 11%. Μετά το 2016 η χημική βιομηχανία ακολουθεί παρόμοια πορεία με αυτή της μεταποίησης, με ταχύτερη όμως συγκριτικά αύξηση του κύκλου εργασιών στην εγχώρια αγορά.

Ως προς το εμπορικό ισοζύγιο των χημικών προϊόντων στην Ελλάδα το 2019 διαπιστώθηκε έλλειμμα ύψους 2,9 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι εξαγωγές έφτασαν τα 1,7 δισ. ευρώ το 2019, ενισχυμένες κατά 7% συγκριτικά με το 2018, αντιστοιχώντας στο 5,3% της συνολικής αξίας των ελληνικών εξαγωγών. Το 24% αυτών αφορά καταναλωτικά χημικά. Οι εισαγωγές το 2019 ανήλθαν στα 4,5 δισ. ευρώ, με τα καταναλωτικά χημικά να αναλογούν στο 16% του συνόλου. Επίσης, το 65% των ελληνικών εξαγωγών κατευθύνθηκαν το 2019 σε χώρες της ΕΕ. Αντίστοιχα, περισσότερο από τα 3/4 των εισαγωγών χημικών ουσιών και προϊόντων προήλθαν το 2019 από χώρες της ΕΕ, ενώ το μερίδιο των εισαγωγών από χώρες εκτός ΕΕ εμφανίζει αυξητική τάση από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, φτάνοντας το 21% το 2019 έναντι 14% το 2005.

Στη συγκυρία της πανδημίας ο μόνος υποκλάδος της χημικής βιομηχανίας που είχε ανάπτυξη το 2020 σε σχέση με το 2019 ήταν της παραγωγής σαπουνιών και απορρυπαντικών, ο οποίος αύξησε την παραγωγή του κατά 5,2%.

Η βιομηχανία των καλλυντικών
Το 2018 οι λιανικές πωλήσεις της εγχώριας βιομηχανίας καλλυντικών, σύμφωνα με τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Βιομηχάνων και Αντιπροσώπων Καλλυντικών και Αρωμάτων, έφτασαν το ένα δισ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές της ξεπέρασαν τα 300 εκατ. ευρώ. Το 2019 διατήρησε τη σταθερότητά της, καθώς οι πωλήσεις λιανικής ανήλθαν στα 900 εκατ. ευρώ. Δυστυχώς η συγκυρία της πανδημίας είχε σημαντική επίπτωση στα μεγέθη του κλάδου το 2020. Συγκεκριμένα, οι συνολικές πωλήσεις καλλυντικών σε τιμές χονδρικής ανήλθαν στα 620 εκατ. ευρώ έναντι 639 εκατ. ευρώ το 2016 και ανακόπηκε η αναπτυξιακή πορεία του κλάδου, που εμφάνιζε μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2,4%. Πράγματι, το 2017 η αύξηση των πωλήσεών του ήταν 2,8%, το 2018 ήταν 2,1%, το 2019 επίσης 2,2%, αλλά το 2020 η πτώση τους ήταν της τάξης του 10,3%.

Ο κλάδος παρά την ανθεκτικότητα που έδειξε συγκριτικά με άλλους κλάδους της μεταποίησης, που εμφάνισαν εντονότερη κάμψη πωλήσεων, υπέστη καθίζηση της ζήτησης και της προσφοράς καλλυντικών. Βάσει αυτού η διάρθρωση της συνολικής αξίας των πωλήσεων καλλυντικών στις επιμέρους κατηγορίες τους το 2020 (σε τιμές χονδρικής) είχαν ως εξής: Ο τζίρος των προϊόντων περιποίησης προσώπου και σώματος διαμορφώθηκε στα 239 εκατ. ευρώ, των προϊόντων περιποίησης μαλλιών στα 161 εκατ. ευρώ, των προϊόντων υγιεινής στα 90 εκατ. ευρώ, του μακιγιάζ στα 72 εκατ. ευρώ και των αρώματα στα 59 εκατ. ευρώ. Οι πωλήσεις καλλυντικών στην ευρεία διανομή σταθμίστηκαν στο 38,7% του συνόλου των πωλήσεων λιανικής, στο δίκτυο των φαρμακείων στο 22,4%, στο e-commerce στο 15,4%, στην επιλεκτική διανομή στο 14%, στα κομμωτήρια στο 4,6%, στις απευθείας πωλήσεις στο 3,8% και στα κέντρα αισθητικής στο 1,1%.

Αν και η αβεβαιότητα που προκάλεσε η πανδημία το 2020, περιπλέκει την πρόβλεψη της πορείας του κλάδου, εκτιμάται ότι οι πωλήσεις του θα αυξηθούν στο μεν e-commerce 30%-35% στα δε φυσικά καταστήματα οριακά. Ο Σύνδεσμος σε ό,τι αφορά τις εγχώριες πωλήσεις καλλυντικών εκτιμά πως, μετά τις σοβαρές απώλειες ύψους 11,2% το 2020, επρόκειτο το 2021 ν’ αυξηθούν κατά 8,1% και κατά 5,8% το 2022.

Η βιομηχανία χάρτου
Η χαρτοβιομηχανία στην Ελλάδα στις αρχές του 21ου αιώνα ήταν ένας από τους πλέον αναπτυσσόμενους κλάδους της μεταποίησης, έχοντας δημιουργήσει μεγάλες επιχειρήσεις με διεθνή δύναμη. Ωστόσο, η δεκαετής κρίση έπληξε τον κλάδο. Είναι χαρακτηριστικό πως το 2012 το 52% των 49 μεγαλύτερων επιχειρήσεων της χαρτοβιομηχανίας, με συνολικές πωλήσεις κοντά στο 1 δισ. ευρώ, κατέγραψαν ζημιές, ενώ συνολικά ο κλάδος υπέφερε από τα «λουκέτα», τις συγχωνεύσεις, και τις δικαστικές αιτήσεις προστασίας από πιστωτές.

Το 2020 η παγκόσμια αγορά της χαρτοβιομηχανίας βρέθηκε μπροστά σε μια τεράστια ευκαιρία για οικονομική ανάπτυξη εξαιτίας της πανδημίας. Οι προβλέψεις για τη μελλοντική ζήτηση των προϊόντων της είναι γενικά ενθαρρυντικές, πάντως, εξαιτίας του σύγχρονου τρόπου ζωής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παγκόσμια δαπάνη για χαρτί υγείας, η οποία το 2020 ανήλθε στα 47,6 δισ. δολάρια, αυξημένη κατά 100% συγκριτικά με το 2019. Σε σχετική έρευνα, η αναμενόμενη αύξηση την περίοδο 2020-2024 υπολογίζεται σε 13 εκατ. μετρικούς τόνους, ενώ η αγορά εκτιμάται πως θα σταθεροποιηθεί στα 32 δισ. δολάρια.

Στα τέλη του 2020 οι πωλήσεις του εγχώριου κλάδου εξελίσσονταν με μηνιαία ανάπτυξη 1%-2%. Η μεγάλη ζήτηση και τα αυξημένα περιθώρια ανάπτυξης της βιομηχανίας χάρτου αναδεικνύονται από τις έρευνες της ΕΛΣΤΑΤ, με βάση τις οποίες η Ελλάδα. προκειμένου να καλύπτει τις ανάγκες της, πραγματοποιεί εισαγωγές αξίας άνω των 160 εκατ. ευρώ. Η κατάσταση της αγοράς και οι μελλοντικές προσδοκίες ενεργοποίησαν τα αντανακλαστικά μεγάλων ελληνικών και ξένων επενδυτικών κεφαλαίων. Ειδικότερα, ο Λιβανέζος μεγιστάνας Fayssal Frem, εξαγόρασε τη βιομηχανία ΠΑΚΟ της οικογένειας Κολιόπουλου και την επιχείρηση του Χαΐτογλου, Χρτέλ ΑΒΕΕ, έναντι 12,1 εκατ. ευρώ και πολλών προνομιακών ρυθμίσεων διαγραφής χρεών της εν λόγω βιομηχανίας. Επιπλέον, η Paperpack πέρασε στην ιδιοκτησία της Orlando Equity Holding Ltd, η εταιρεία ΜΕΛ, Μακεδονική Εταιρεία Λαδόπουλου, ήδη από το 2012 είχε εξαγοραστεί από την Kartonsan του Haluk Iber, η Softex μετά από πολλές περιπέτειες, πέρασε στα χέρια του Γιάννη Ντελεδήμου, ο οποίος το 2020 ανακοίνωσε μια νέα επένδυση της τάξης των 46,1 εκατ. ευρώ, ενώ οι εταιρείες ΜΕΓΑ, Γλάρος, Ευρωχαρτική ΑΕΒΕ και η Elite-Πατραϊκή Χαρτοποιία ΑΕ συνεχίζουν να καταγράφουν αναπτυξιακή πορεία υπό την ιδιοκτησία και τη διεύθυνση ελληνικών κεφαλαίων.