Η γέννηση και εξέλιξη του οργανωµένου λιανεµπορίου στη χώρα µας είναι στενά συνυφασµένη µε την εξέλιξη του µοντέλου της οικονοµικής ανάπτυξής της την τελευταία πεντηκονταετία. Απεικονίζει µε σαφήνεια την πορεία µετατροπής της χώρας από φτωχή γεωργική, µε πατερναλιστικά ελεγχόµενη αγορά από το κράτος, σε χώρα υπερδιόγκωσης των υπηρεσιών, απίσχνανσης της παραγωγής και πριµοδότησης της κατανάλωσης µε εισαγόµενα προϊόντα και δανεικό χρήµα.

Δεκαετία του ’60. Τα χρόνια της αµφισβήτησης και της µεγάλης µετανάστευσης. Στα πάρτι η νεολαία ερωτεύεται και ονειροπολεί, πίνοντας βερµούτ. Οι αγρότες, είτε από φόβο για τις πολιτικές διώξεις είτε από ανέχεια, µεταναστεύουν στο εξωτερικό ή συρρέουν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, αναζητώντας εργασία κι ασφάλεια στην ανωνυµία του πλήθους. Τα αυθαίρετα στήνονται εν µία νυκτί. Η Ελλάδα περνά στην εποχή της αντιπαροχής, µε την ολιγάριθµη ακόµη µεσαία τάξη να ονειρεύεται ένα ιδιόκτητο ρετιρέ – κατά προτίµηση στην Κυψέλη.

Οι κοινωνικές ανισότητες κι η ανάγκη για µια καλύτερη ζωή, µε πρόσβαση στην κατανάλωση κατά το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο, οδηγούσαν σε εντάσεις. Τα εργατικά συνδικάτα σε λιγότερο από 15 χρόνια από τη λήξη του Εµφυλίου άρχισαν «να σηκώνουν κεφάλι», ενώ οι µοντέρνες ιδέες και νοοτροπίες -πρωτόγνωρες για τα ελληνικά πράγµατα- ξεσήκωναν τη νέα γενιά, κυρίως τη σπουδάζουσα. Η Ελλάδα προσπαθούσε να συντονίσει αδέξια το βήµα της µ’ εκείνο των προηγµένων δυτικοευρωπαϊκών κρατών.

Ο Κωνσταντίνος Καραµανλής, µε τη σύναψη της συµφωνίας σύνδεσης µε την ΕΟΚ, χάραξε σαφή πορεία προσανατολισµού της χώρας, που έµελλε να ανοίξει µακροπρόθεσµα, αλλά διατήρησε το µετεµφυλιακό νοµοθετικό και θεσµικό πλέγµα, που κρατούσε την κοινωνική και οικονοµική ζωή της σε «κατάσταση επιστράτευσης».

Και ενώ ο λαός εκδήλωνε µαχητικά τη θέλησή του να απολαύσει επιτέλους τους καρπούς της ειρήνης, όπως οι άλλοι δυτικοευρωπαίοι, η «πολιτική άνοιξη» της δεκαετίας του ’60 διακόπηκε βίαια. Η χούντα των συνταγµαταρχών έβαλε «στον γύψο» τις όποιες προσπάθειες για τον θεσµικό εκσυγχρονισµό της δηµόσιας ζωής, πολιτικής, κοινωνικής και οικονοµικής.

Η Ελλάδα της «χρυσής εποχής»
Μέσα σε αυτό το πνιγηρό κλίµα γεννήθηκε κι έκανε τα πρώτα του βήµατα το οργανωµένο λιανεµπόριο της χώρας, προσαρµοσµένο εξ απαλών ονύχων στις στρεβλώσεις ενός καθεστώτος καχύποπτου σε κάθε µοντερνισµό κι ενός κράτους, συνηθισµένου να ποδηγετεί τις αγορές και να κάνει σχέδια επί χάρτου για µια βαριά εκβιοµηχανισµένη Ελλάδα, στην οποία θα ήταν περίπου ανάξιο να ασχολούνται οι ιθύνοντες µε το τοπικό εµπόριο.

Ενδεικτικό της µακροηµέρευσης των σχετικών νοοτροπιών σε ό,τι αφορά τη λειτουργία της αγοράς ήταν ότι µέχρι πριν λίγα χρόνια οι εµπορικές επιχειρήσεις δεν δικαιούνταν καµµία ενίσχυση, ούτε από τους εθνικούς πόρους ούτε από τις κοινοτικές επιδοτήσεις… Αυτή ήταν η Ελλάδα της «χρυσής εποχής» του δυτικού κόσµου: Σύνδροµα Κατοχής και διχασµοί Εµφυλίου, πόθοι για ένα σπίτι µε µπανιέρα και µπιντέ, διαδηλώσεις, γήπεδο, Φίνος-Φιλµ, αστυνοµοκρατία, σέικ, Βιτάµ και Kolinos.

Το 1960 το κατά κεφαλή ΑΕΠ στη χώρα µας ανερχόταν µόλις στα 938 δολάρια (σταθερή ισοτιµία δολαρίου=30 δραχµές), ποσό που αντιστοιχούσε σε λιγότερο από το 1/3 του µέσου όρου των χωρών της δυτικής Ευρώπης (29%). Στην ουσία την περίοδο που γεννιόταν η ΕΟΚ, το µέσο ελληνικό νοικοκυριό δούλευε ακόµη για την εξασφάλιση απλώς του επιούσιου, αφού το 44% του συνόλου της ιδιωτικής κατανάλωσης διατίθετο για την αγορά ειδών διατροφής.

Για να αντιληφθούν οι νεότερες γενιές το βάθος των αλλαγών που συντελέστηκαν ως τις ηµέρες µας, θυµίζουµε ότι κάποια από τα περιζήτητα σήµερα νησιά του Αιγαίου, τέσσερις δεκαετίες πριν ήτανε τόποι εξορίας.


Στην υπηρεσία του νέου αστικού νοικοκυριού
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 επιταχύνθηκε ο ρυθµός αύξησης του ΑΕΠ – ήταν η εποχή των µεγάλων επενδύσεων στη βαριά βιοµηχανία, της αντιπαροχής, που έδωσε δουλειά και εισόδηµα σε πολλές χιλιάδες εργαζοµένων, και των εµβασµάτων των µεταναστών, που τόνωσαν την κατανάλωση της χειµαζόµενης υπαίθρου.

Ταυτόχρονα, ήταν η εποχή που η αποκλεισµένη Ελλάδα από την ευρωπαϊκή ενδοχώρα, λόγω του «σιδηρού παραπετάσµατος» του Ψυχρού Πολέµου, άρχισε να κινεί το ενδιαφέρον των πολυεθνικών εταιρειών παραγωγής προϊόντων ευρείας κατανάλωσης. Η P&G στην αρχή, η Colgate λίγο αργότερα, άρχισαν να τοποθετούν τα προϊόντα τους στα ράφια των ελληνικών καταστηµάτων, υποστηρίζοντάς τα µε διαφηµίσεις, που σε αρκετές περιπτώσεις «έγραψαν ιστορία». Τότε η Lever λανσάρισε τα πρώτα της απορρυπαντικά, ενώ στον χορό µπήκαν και ελληνικές εταιρείες, όπως η Μινέρβα, η Ελαΐς, η Φιξ, η Παπουτσάνης κά.

Έτσι σχηµατίστηκε η κρίσιµη µάζα των προϊόντων, για το γύρισµα της σελίδας και τη µετάβαση από την «προϊστορία» στην «ιστορία» του σύγχρονου ελληνικού οργανωµένου λιανεµπορίου.  Η ελληνική οικογένεια, παρά την περιορισµένη καταναλωτική ικανότητά της, ήταν έτοιµη να υποδεχθεί τα προϊόντα µαζικής παραγωγής. Η εµφάνιση της τηλεόρασης επιτάχυνε τις εξελίξεις, καθώς η τηλεοπτική εικόνα αύξησε στον µέγιστο βαθµό τη δύναµη της διαφήµισης και εισήγαγε καταναλωτικά πρότυπα στο κοινό, άγνωστα µέχρι τότε ακόµη και στις µεσοαστικές οικογένειες.

Επίσης, η κάθετη αύξηση των εκτός οικείας εργαζόµενων γυναικών, πρόσφερε νέες καταναλωτικές δυνατότητες στα νοικοκυριά, ενώ η ηλεκτροδότηση των αυθαίρετων -ολόκληροι συνοικισµοί στις παρυφές των µεγαλουπόλεων-, όπως και της υπαίθρου αργότερα, έδωσε ακόµη µεγαλύτερη ώθηση στην κατανάλωση.  Ο ηλεκτρισµός, εξάλλου, έφερε το σύγχρονο οικιακό ψυγείο, η απόκτηση του οποίου άλλαξε άρδην την καθηµερινότητα των νοικοκυριών.

Το ψυγείο σήµανε την πρώτη µεγάλη αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες, που την επέκτεινε συν τω χρόνω το ΙΧ: Το νοικοκυριό δεν χρειαζόταν πλέον να ψωνίζει κάθε ηµέρα, αλλά µπορούσε να προγραµµατίζει τα ψώνια του σε εβδοµαδιαία βάση ή περισσότερο, ξεµακραίνοντας από το «µπακάλικο της γωνίας» προς αναζήτηση καλύτερων τιµών και πλουσιότερης ποικιλίας σε µεγαλύτερα καταστήµατα, τα οποία έµελλε να γίνουν τα νέα σηµεία αναφοράς µειζόνων αστικών περιοχών. Το ψυγείο και αργότερα το ΙΧ, µύησαν το νοικοκυριό στην ιδέα της «οικονοµίας κλίµακος» στις αγορές των ταχυκίνητων προϊόντων ευρείας κατανάλωσης.

Εξάλλου, το ψυγείο ελαχιστοποίησε τις τροφικές δηλητηριάσεις – πάντως, έθεσε τις βάσεις της υπερκατανάλωσης και της παχυσαρκίας, που τώρα µας εκδικούνται…  Ωστόσο, έλειπαν ακόµα τα κατάλληλα δίκτυα διανοµής, τα «ράφια» που θα έφερναν µαζικά τα προϊόντα αυτά στον έλληνα καταναλωτή. Γιατί τα χιλιάδες µικρά κι ανοργάνωτα µπακάλικα και οι τοπικού χαρακτήρα µικροί χονδρέµποροι µόνο επιπλέον κόστος πρόσθεταν, αδυνατώντας να προωθήσουν αποτελεσµατικά, σε προσιτές τιµές τα νέα τυποποιηµένα προϊόντα.

Η γέννηση της οργανωµένης λιανικής
Επανερχόµαστε στην «προϊστορία» του οργανωµένου ελληνικού λιανεµπορίου. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60-αρχές της δεκαετίας του ’70 άρχισαν να εµφανίζονται, σποραδικά στην αρχή, τα πρώτα νέου τύπου καταστήµατα σελφ σέρβις, µε χιλιάδες κωδικούς τυποποιηµένων προϊόντων, χωρίς τα σακιά και τα µπιτόνια των χύµα προϊόντων, που διακινούσαν τα παντοπωλεία.

Το 1962 εµφανίστηκε το πρώτο κατάστηµα που λειτουργούσε µε το σύστηµα αυτοεξυπηρέτησης. Ήταν το… φαρµακείο των αδελφών Μαρινόπουλου στο Κολωνάκι και µε αυτό ξεκίνησε η ιστορία των καταστηµάτων τύπου σελφ σέρβις στην Ελλάδα. Το πρώτο καθαυτό σούπερ µάρκετ ήταν Prisunic-Μαρινόπουλος και ιδρύθηκε το 1965, στην λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Στις αρχές του 1969 η οικογένεια Σκλαβενίτη εγκαινίασε ένα από τα πρώτα σούπερ µάρκετ στην πρωτεύουσα, στη λεωφόρο Κηφισού 80, ενώ την ίδια περίπου περίοδο την ακολούθησε η Άλφα-Βήτα Βασιλόπουλος, µε ένα σύγχρονο κι εντυπωσιακό σούπερ µάρκετ στο Φάρο Ψυχικού, κι οι αδελφοί Βερόπουλοι, που εγκαινίασαν το 1973 το πρώτο σούπερ µάρκετ της αλυσίδας, στο Περιστέρι. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70 δραστηριοποιούνταν στον χώρο του σελφ σέρβις περισσότερες από 30 επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα. Ο τροχός της ιστορίας άρχισε πλέον να γυρίζει υπέρ του οργανωµένου λιανεµπορίου.


Η δύσκολη παιδική ηλικία
Δύο ήταν τα µεγάλα εµπόδια που αντιµετώπισαν οι πρωτοπόροι του κλάδου: Το πενιχρό διαθέσιµο προς κατανάλωση εισόδηµα κι ο ασφυκτικός κρατικός έλεγχος κάθε οικονοµικής δραστηριότητας.

Πράγµατι, εκτός από τη µικρή οικογενειακή βιοτεχνική µονάδα και το µικρό εµπορικό κατάστηµα ή το παντοπωλείο, µε τη µικρή γκάµα των εντελώς απαραίτητων προϊόντων, το άλλο κύριο γνώρισµα της εποχής ήταν η χαµηλή κατανάλωση, κυρίως προϊόντων πρωτογενούς παραγωγής και ελάχιστων επεξεργασµένων (µακαρόνια, ζάχαρη, κονσέρβες και καφέδες σε ό,τι αφορά τα τρόφιµα).

Από την άλλη πλευρά, µέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90 η ελληνική αγορά παρέµεινε δέσµια της διατίµησης και γενικά των αυστηρά ελεγχόµενων τιµών και βρέθηκε αρκετές φορές αντιµέτωπη µε κρίσεις τεχνητών ελλείψεων σε «είδη εν ανεπαρκεία». Στα παντοπωλεία και τα οπωροπωλεία το «καπέλο» ήταν καθεστώς, όπως άλλωστε κι οι «συναγορές» στη χονδρική, για να ξεπερνιόνται οι σκόπελοι της διατίµησης. Μην ξεχάσουµε τις πολιτικές δάφνες των αλήστου µνήµης «πολέµων» του «καφασιού», της «φραντζόλας», της «πατάτας» και άλλων…

Το περιβάλλον, εποµένως, δεν ήταν το καλύτερο για την ανάπτυξη του οργανωµένου λιανικού εµπορίου. Ωστόσο, η αστικοποίηση του πληθυσµού δηµιουργούσε τις προϋποθέσεις για τη µεγέθυνση των σηµείων πώλησης και την αύξηση της προσφοράς προϊόντων όλο και περισσότερο τυποποιηµένων, για την ικανοποίηση των αναγκών του αστικού νοικοκυριού.

Η ηγεµονία του «ξένου» στο ελληνικό ράφι

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο τύπος της επιχείρησης-αλυσίδας καταστηµάτων, που διέθεταν τα ίδια προϊόντα σε ίδιες τιµές ταυτόχρονα σε πολλές περιοχές, άρχισε να κατακτά εµφανή µερίδια στην αγορά. Κι ενώ η ελληνική κοινωνία υποδεχόταν µε ενδιαφέρον τα σούπερ µάρκετ, αγκυλωµένη η πολιτεία έβαζε κάθε είδους εµπόδια στην ανάπτυξή τους, µε πρόσχηµα την προστασία πότε των χιλιάδων παντοπωλών και πότε των ελληνικών προϊόντων και της εγχώριας παραγωγής.

Με την είσοδο, όµως, της χώρας στην ΕΟΚ το 1981 -τοµή αναµφίβολα στη σύγχρονη ελληνική ιστορία- πολλά πράγµατα άλλαξαν, θέλοντας και µη. Αλλά µεταξύ αυτών άλλαξε κι η εγχώρια φύση του καταναλωτισµού: µετατράπηκε από καθρέφτης του ιδιωτικού πλούτου σε φενάκη της κοινωνικής πολιτικής αναδιανοµής του εισοδήµατος, η οποία διέθετε τις προς παραγωγική επένδυση ευρωπαϊκές επιδοτήσεις σε µη παραγωγικούς-καταναλωτικούς σκοπούς. Τούτο, φυσικά, κατέστησε τον παρασιτισµό και τον καταναλωτισµό όψεις του ίδιου νοµίσµατος…

Στο µεταξύ, η παρουσία των ευρωπαϊκών προϊόντων γινόταν όλο και πιο έντονη στα ράφια της λιανικής. Ήδη από τα µέσα της δεκαετίας του ’80 άρχισαν να παίρνουν κεφάλι σε πολλές κατηγορίες προϊόντων. Έρευνα του «σελφ σέρβις» εκείνης της εποχής έδειξε ότι τα «ξένα» προϊόντα (δηλαδή, τα εισαγόµενα και τα εγχωρίως παραγόµενα από βιοµηχανίες εξαγορασµένες από διεθνείς κολοσσούς) είχαν ήδη κυρίαρχη θέση σε 35 από 80 συνολικά κατηγορίες καταναλωτικών αγαθών.

Παρ’ όλα αυτά το ελληνικό µοντέλο παραγωγής/διακίνησης των βασικών αγαθών προσαρµοζόταν µε υπερβολικά βραδείς ρυθµούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1984 λειτουργούσαν στην Ελλάδα περίπου 20.000 επιχειρήσεις παραγωγής τροφίµων, από τις οποίες µόλις οι 1.200 (το 6%) απασχολούσαν προσωπικό άνω των 5 ατόµων. Στο χονδρεµπόριο µόνο το 2,2% των επιχειρήσεων απασχολούσαν προσωπικό άνω των 5 ατόµων.

Το αντίθετο συνέβαινε όσον αφορά στα καταστήµατα λιανικής: Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 συνολικά ξεπερνούσαν σε όλη τη χώρα τα 67.000, µε µέσο όρο απασχολούµενων µικρότερο των 2 ατόµων ανά κατάστηµα. Το 1977 αποκλειστικά ως καταστήµατα τροφίµων λειτουργούσαν πάνω από 31.000 στη χώρα. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1982, είχαν µειωθεί σε 28.800, ενώ µία δεκαετία µετά, το 1992, σε 23.700. Η φθίνουσα πορεία της µικρής λιανεµπορικής επιχείρησης στον κλάδο συνεχίστηκε, ώστε το 2000 οι µονάδες της µόλις που υπερέβαιναν τις 15.000.

Αντιστρόφως ανάλογα, οι αλυσίδες σούπερ µάρκετ στην εξαετία 1982-1988 αυξήθηκαν από 32 σε 60, ενώ τα σούπερ µάρκετ που ανήκαν στη δύναµή τους αυξήθηκαν από τα 527 το 1982 στα 1.120 το 1992 και σε περισσότερα των 1.800 το 2000.


Διατίµηση, γραφειοκρατία, κράτος-αφέντης
«Εδώ και 21 χρόνια ανήκουµε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όµως ο έλληνας επιχειρηµατίας ως προέκταση του έλληνα πολίτη αισθάνεται ότι βρίσκεται στο έλεος µιας αναχρονιστικής γραφειοκρατίας, της οποίας οι ρίζες ανάγονται στην Τουρκοκρατία»», έγραφε το 2002 το «σελφ σέρβις», στο τεύχος-αφιέρωµα για τη συµπλήρωση των 30 χρόνων από την έκδοση του περιοδικού µας, αναφερόµενο στις σχέσεις του λιανεµπορίου µε το κράτος, τις «σχέσεις υπηκόου προς αυταρχικό αφέντη».

Άλλαξε, τάχα, κάτι από τότε; Χρόνια τώρα οι διακηρύξεις για την πάταξη της γραφειοκρατίας και για την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης και λειτουργίας των επιχειρήσεων περισσεύουν, όλες χωρίς αντίκρισµα…

Το οργανωµένο λιανεµπόριο µπορεί να γεννήθηκε στην περίοδο της χούντας, δηλαδή σε εποχή που το κράτος επέβαλε τους κανόνες χωρίς συζήτηση, αλλά κουλτούρα «δηµοκρατίας της αγοράς» δεν υπήρχε καν πριν. Με την αποκατάσταση της δηµοκρατίας και την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ φύσηξε κάποιος άνεµος φιλελευθεροποίησης, ανίσχυρος ωστόσο.

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία το ’81 µπορεί να έλυσε το πρόβληµα της οµαλής εναλλαγής των κοµµάτων στη διακυβέρνηση (πρώτη φορά µετά τον Εµφύλιο, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η Ελλάδα έγινε η µοναδική χώρα της Ευρώπης, στη διακυβέρνηση της οποίας συµµετείχαν κοµουνιστές!), αλλά η διατίµηση και το σύνδροµο των «ειδών εν ανεπαρκεία» επιβίωσαν µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του ’90, οπότε η ευρωπαϊκή ενοποίηση επέβαλε την κατάργηση τους. Την περίοδο που «στήνονταν» στην Ελλάδα οι πρώτες οργανωµένες επιχειρήσεις λιανεµπορίου, ξυπνούσε το «τέρας» του πληθωρισµού, µετά από περίπου µία δεκαπενταετία που βρισκόταν εν υπνώσει.

Έκτοτε, για σχεδόν 40 χρόνια -µε µικρά διαλείµµατα- ροκανίζει και τα εισοδήµατα των νοικοκυριών και την όποια ικµάδα ανταγωνιστικότητας κατακτά η ελληνική επιχείρηση και γενικά η οικονοµία µας. Έτσι, µεταπολιτευτικά η διατίµηση και οι διάφοροι τεχνητοί φραγµοί, που αποσκοπούσαν στην «προστασία» της εγχώριας παραγωγής και στον περιορισµό των εισαγωγών, «δοξάστηκαν» εν παραλλήλω προς την ασυγκράτητη -διψήφιων ποσοστών- άνοδο του πληθωρισµού, πράγµα που δίχως άλλο επιβεβαίωνε την αντιπληθωριστική αναποτελεσµατικότητα της διατίµησης και της αστυνοµοκρατίας της αγοράς. «Σταθµός» στην ιστορία του λιανεµπορίου µπορεί να χαρακτηριστεί η ανάληψη του υπουργείου Εµπορίου από τον Β. Κεδίκογλου, το 1984.

Στο πλαίσιο της αντιπληθωριστικής κυβερνητικής πολιτικής, «φόρτωσε» σε ελάχιστο διάστηµα την αγορά µε περισσότερες από 40 αγορανοµικές διατάξεις, εκδηλώνοντας εχθρότητα έναντί της και πρόθεση να τη χειραγωγήσει µε µέτρα «εξωπραγµατικά», όπως χαρακτηρίστηκαν. Απειλήθηκε ανοιχτή σύγκρουση τότε κυβέρνησης-αγοράς. Τρία χρόνια αργότερα, το 1987, επί υπουργίας Π. Ρουµελιώτη, άρχισε η σταδιακή αποδόµηση του συστήµατος των διατιµήσεων.

Ήταν µια περίοδος φιλελευθεροποίησης… αλά ελληνικά: Ούτε οι θεσµικές στρεβλώσεις εθίγησαν ούτε ο εκσυγχρονισµός για την ανταγωνιστική θωράκιση των επιχειρήσεων προωθήθηκε. Το αποτέλεσµα ήταν να καταστεί περίπατος η είσοδος των ξένων εταιρειών στη βιοµηχανία και το εµπόριο. Το ίδιο συνέβη µε το µοντέλο της εκ των άνω ανάπτυξης συνεταιριστικού κινήµατος, που προώθησε το ΠΑΣΟΚ: Η παταγώδης αποτυχία του άφησε ελεύθερο το πεδίο στις εισαγωγές γεωργικών προϊόντων στην Ελλάδα.

Η οικονοµία µας από εκείνη την περίοδο άρχισε να γίνεται όλο και περισσότερο ελλειµµατική, ώστε η ευρωπαϊκή ενοποίηση να αποδειχθεί καταστροφική για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις, που επιβίωναν χάρη του «προστατευτισµού». Η ηγεσία της χώρας ουδέποτε ασχολήθηκε σοβαρά µε τις επιπτώσεις της ενοποίησης και τον στρατηγικό εκσυγχρονισµό των επιχειρήσεων ανά κλάδο.

Έτσι, σύντοµα µετρούσε αµήχανη τις απώλειες δεκάδων κρατικοποιηµένων «προβληµατικών», ενώ παρακολουθούσε ανήµπορη την αθρόα «εισβολή» ξένων προϊόντων και διεθνών επιχειρήσεων, που εξαγόραζαν τις ελληνικές τη µία µετά την άλλη. Με όλα αυτά επρόκειτο για µια περίοδο ευηµερίας και επέκτασης των µεσαίων στρωµάτων, αλλά και σπατάλης πολύτιµων πόρων στον βωµό ενός εκσυγχρονισµού που δεν έγινε ποτέ. Μια περίοδο που η γραφειοκρατία και η διαφθορά έλαβαν τεράστιες διαστάσεις, ενώ το αίτηµα για «µια θέση στο δηµόσιο» έγινε ο στόχος ζωής για εκατοµµύρια Νεοελλήνων.


Μια ευηµερούσα «φούσκα» γεννιέται
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 οι οργανωµένες αλυσίδες του λιανεµπορίου στη χώρα κατέκτησαν ηγεµονική θέση στην εγχώρια αγορά, βάζοντας οριστικά στο περιθώριο τα παντοπωλεία. Μέχρι το 1995 ήταν σε θέση να επιβάλλουν όρους και στους προµηθευτές (βιοµηχανία, χονδρεµπόριο, εισαγωγικές επιχειρήσεις), ενώ άρχισαν να στήνουν τα δικά τους συστήµατα αποθήκευσης και διανοµών. Στο εξής η µικρή επιχείρηση επιβιώνει ως εξειδικευµένο κατάστηµα (κρεοπωλείο, οπωροπωλείο, ιχθυοπωλείο, αρτοποιείο) και ως τέτοια διατηρεί ακόµη πολύ σηµαντικά µερίδια στην αγορά.

Στον τοµέα του γενικού εµπορίου «ανθίζουν» µονάδες τύπου «ΕΒΓΑ της γειτονιάς», που δεν υπόκεινται στους περιορισµούς του ωραρίου λειτουργίας των καταστηµάτων, εκµεταλλευόµενες τις «νεκρές» ώρες για τα σούπερ µάρκετ (βράδυ, Κυριακές, αργίες κλπ). Διάδοχοί τους είναι τα µίνι µάρκετ, στον χώρο των οποίων ήδη επένδυσαν κάποιες αλυσίδες, βάζοντας στο χέρι κοµµάτια µεριδίων της «εκτός ωραρίου» αγοράς, κυρίως στις γειτονιές των µεγάλων πόλεων. Αλλά στη δεκαετία του ’90 «παίχτηκε» και «χάθηκε» το παιχνίδι του εκσυγχρονισµού και της ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας, όµως όχι µόνο αυτής.

Γιατί στη δεκαετία αυτή κυριάρχησε, έναντι του «λιτοδίαιτου Έλληνα», το µοντέλο ενός υπερκαταναλωτικού «τέρατος», µε ιδεώδη το πολυτελές ΙΧ, την πισίνα και την «γκλαµουράτη» ζωή. Ήταν η εποχή που ο πρώην µεροκαµατιάρης χρίστηκε αίφνης «αφεντικό» του οικονοµικού µετανάστη, οπότε µαζί µε την απαξίωση της εργασίας άρχισε να πλάθεται η γενιά της ήσσονος προσπάθειας και της «λαµογιάς», και που η εκπαίδευση άρχισε να µοιράζει χιλιάδες πτυχία χωρίς αντίκρισµα, µε µόνη στόχευση την εγκατάσταση φοιτητόκοσµου στην περιφέρεια, για την «τόνωση» των τοπικών αγορών.

Η δεκαετία του ’90, που έθεσε τα «θεµέλια» της Ελλάδας της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, άνοιξε πολιτικά µε το νεοφιλελεύθερο παροξυσµό της κυβέρνησης Μητσοτάκη κι έκλεισε µε τη «φούσκα» του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ του Σηµίτη. Η Ελλάδα «ευηµερούσε» κι ο καταναλωτισµός αυξάνονταν µε κατακλυσµικό ρυθµό. Η απελευθέρωση της τραπεζικής αγοράς αξιοποιήθηκε ως ευκαιρία «δανεικού» πλουτισµού κι οι πιστωτικές κάρτες µοιράζονται αφειδώς απ’ τις τράπεζες. Τα δάνεια δίνονταν µε ένα απλό τηλεφώνηµα, αλλά µε επιτόκια άνω του 20%!

Οι «επιδοµατο-δίαιτοι» αγρότες γίνονταν όλο και περισσότερο αντιπαραγωγικοί κι η µεταποίηση συνέχιζε να εκχωρεί τη θέση της στον τριτογενή τοµέα των υπηρεσιών προς δόξαν του τουρισµού, που άρχισε να προβάλλεται ως η νέα «βαριά βιοµηχανία» της χώρας. Χιλιάδες νοικοκυριά, υποκινούµενα από το κλίµα της γενικής ευφορίας, υποθήκευσαν τα µελλοντικά εισοδήµατα δεκαετιών, χωρίς να αντιλαµβάνονται την επερχόµενη καταστροφή.

Αλλά η ταχύτατη αύξηση του… έντοκου υπερκαταναλωτισµού, η ευµάρεια που στηρίχθηκε στη δουλική εργασία των µεταναστών, στις µεταχρονολογηµένες επιταγές και στην απίστευτη διόγκωση της παραοικονοµίας, έκρυβε µέσα της την απότοµη γήρανση και το αιφνίδιο φινάλε.

Συγκέντρωση-διεθνοποίηση του κλάδου κι ΟΝΕ
Οι αλυσίδες σούπερ µάρκετ, φυσικά, επωφελήθηκαν από τέτοιο καταναλωτικό αµόκ, αλλά αποκοµίζοντας πολύ µικρότερα οφέλη, σε σχέση µε άλλους κλάδους, όπως του αυτοκινήτου, της οικοδοµής ή του τουρισµού. Ταυτόχρονα, το ενδιαφέρον των διεθνών αλυσίδων για την ελληνική αγορά φούντωσε. Έτσι, µέσα σε λιγότερο από µία δεκαετία κατόρθωσαν να ελέγχουν πάνω από το 40% του τζίρου του οργανωµένου λιανεµπορίου της χώρας.

Την πύλη εισόδου άνοιξε το 1990 η Marks & Spencer και το 1991 ακολούθησαν η Continent και η Praktiker, ενώ η εξαγορά της Άλφα Βήτα Βασιλόπουλος από τη βελγική πολυεθνική Delhaize Le Lion, έγινε τον Μάιο του 1992. Απαντώντας στην «εισβολή», οι ελληνικές αλυσίδες έσπευσαν να εξαγοράσουν µικρότερες επιχειρήσεις του κλάδου: Το 1992-1994 εξαγοράστηκαν ή συγχωνεύτηκαν περισσότερα από 210 σούπερ µάρκετ µικρών αλυσίδων (σχεδόν το 23% του συνόλου), ενώ από το 1995 εµφανίστηκαν οι Όµιλοι Αγορών ως απάντηση των µικροµεσαίων αλυσίδων στην επεκτατική τάση των µεγάλων. Το 1995 ανέτειλε στη χώρα η εποχή των discount stores, µε την εµφάνιση της Dia. Το 1999 εγκαταστάθηκε κι άρχισε την επέκτασή της η Lidl, η οποία έµελλε να αποδειχθεί το πλέον επιτυχηµένο εγχείρηµα discount στην εγχώρια αγορά.

Προς τα τέλη της δεκαετίας το «πρόγραµµα σύγκλισης», για την είσοδο της χώρας στην ΟΝΕ, κυριάρχησε στο προσκήνιο της οικονοµίας µας, ενώ η Ελλάδα «αναστέναζε» στη Σοφοκλέους, όπου εκατοµµύρια πολίτες «τζογάριζαν» τις οικονοµίες και τα περιουσιακά τους στοιχεία, µε τον πυρετό της ιδέας του γρήγορου πλουτισµού και της ανέφελης ζωής.

Τελικά η «φούσκα» του ΧΑΑ οδήγησε στη µεγαλύτερη αναδιανοµή πλούτου στον συντοµότερο χρόνο, που συνέβη στη µεταπολεµική ιστορία της χώρας. Το οργανωµένο λιανεµπόριο, παρακολουθώντας τις εξελίξεις, µπήκε σε µία τριετία συγκλονιστικών αλλαγών, που άρχισαν το 1999 µε την είσοδο της Carrefour στην εγχώρια αγορά κι έκλεισαν µε το σκάσιµο της «φούσκας» του Χρηµατιστηρίου το 2001. Στο διάστηµα αυτό περισσότερα από 750 σούπερ µάρκετ άλλαξαν χέρια και ενσωµατώθηκαν σε µεγαλύτερα, παλιά και νέα, επιχειρηµατικά σχήµατα.


Το σκάσιµο της φούσκας
Η τρίτη χιλιετία ανέτειλε µε τη νέα «µεγάλη ιδέα του έθνους», τους Ολυµπιακούς της Αθήνας, να πληµµυρίζει µε προσδοκίες την αγορά. Οι «δείκτες» κάλπαζαν, µε τα µεγάλα έργα σε πλήρη εξέλιξη και τις κατασκευαστικές εταιρείες σε περίοδο ευωχίας. Την 1η Ιανουαρίου 2002 η Ελλάδα φιγουράρισε στη δωδεκάδα των χωρών της Ευρωζώνης. Όµως, το πρώτο σοκ της ακρίβειας που έφερε το ευρώ, διέψευσε τον µύθο της γενικής ευηµερίας που –υποτίθεται- εγγυάτο το νέο νόµισµα. Όµως, ο «εθνικός εγωισµός» περίσσευε στα ανώτατα κλιµάκια της Πολιτείας…

Δύο χρόνια αργότερα η «επόµενη» της Ολυµπιάδας των Αθηνών διέψευδε τις προσδοκίες της αγοράς – ταυτόχρονα, φανέρωνε το αδιέξοδο του οικονοµικού µοντέλου της χώρας, καθώς δεν υπήρχε πλέον άλλη «µεγάλη ιδέα» για τη συντήρηση της νεοελληνικής µυθολογίας. Για πρώτη φορά στην ιστορία της οικονοµίας µας το 2004 οι απλήρωτες υποχρεώσεις στην αγορά, τα «φέσια», ξεπέρασαν το ένα δισεκατοµµύρια ευρώ, ενώ ο δανεισµός πλησίασε σε µέγεθος το ΑΕΠ!

Η κατάσταση επιδεινώθηκε τα επόµενα χρόνια: Τα «φέσια» πολλαπλασιάστηκαν, ο τζίρος των καταστηµάτων άρχισε να συρρικνώνεται πριν ξεσπάσει η διεθνής χρηµατοπιστωτική κρίση, αλλά ο παροξυσµός του δανεισµού συνεχίστηκε – τώρα, όµως, ένα µεγάλο µέρος των νέων δανείων κατευθύνονταν για την κάλυψη των παλαιότερων δανείων, όπως και άλλων ανελαστικών δαπανών του νοικοκυριού.

Ωστόσο, η αγορά αυτοκινήτου εξακολουθούσε να ζει ηµέρες δόξας, ενώ τα 2/3 πλέον των νοικοκυριών διέθεταν τουλάχιστον ένα ΙΧ. Την ίδια περίοδο τα σούπερ µάρκετ ενεπλάκησαν σε µία µακροχρόνια διαµάχη µε την Επιτροπή Ανταγωνισµού, η οποία επέφερε τη διάλυση του κλαδικού Συνδέσµου ΣΕΣΜΕ και την επιβολή προστίµων πολλών δεκάδων εκατοµµυρίων σε πέντε µεγάλες αλυσίδες του κλάδου. Το εγχείρηµα της εγκατάστασης δύο ακόµη εκπτωτικών αλυσίδων, της Plus και της Aldi, απέτυχε οικτρά, ενώ το ξέσπασµα της οικονοµικής κρίσης οδήγησε σε πτώχευση αρκετές µικρές αλυσίδες, στην εξαγορά άλλων και στο ένα βήµα πριν την πτώχευση την Ατλάντικ.

Στο ίδιο πλαίσιο, η Dia συγχωνεύτηκε στον όµιλο Carrefour-Μαρινόπουλος. Σήµερα ζούµε πλέον την εποχή της τρόικας και του Μνηµονίου. Η «πλούσια Ελλάδα» της «ισχυρής οικονοµίας» του Κώστα Καραµανλή βρέθηκε εντός ολίγων µηνών λοιδορούµενη ακόµη και από τριτοκοσµικές χώρες. Η κοινή γνώµη παρακολουθεί άφωνη την κατεδάφιση των ονείρων της, αδυνατώντας, ίσως, να συλλάβει τις µακροπρόθεσµες συνέπειες των ανατροπών, που βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, ενώ η κυβέρνηση του ΓΑΠ φρονεί ότι «µαζί τα φάγαµε τα λεφτά».

Μέχρι τέλος του χρόνου εκτιµάται ότι πάνω από 100.000 επιχειρήσεις θα έχουν κλείσει, ενώ οι άνεργοι θα ξεπεράσουν σε λίγους µήνες κι επίσηµα το 1.000.000. Τα εισοδήµατα µέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστηµα υπέστησαν µια τροµακτική συρρίκνωση, τα µεσαία στρώµατα συµπιέζονται αφόρητα, ενώ ο τζίρος µειώνεται πλέον ακόµη και στον κλάδο της διατροφής. Η αγορά βιώνει πολύ σκληρά τη συντριβή του καταναλωτικού ονείρου και των προσδοκιών για αέναη ανάπτυξη…


Όγκος πωλήσεων
Τα αποτελέσµατα της κρίσης γίνονται πλέον εµφανή σε όλους τους κλάδους λιανικού εµπορίου. Σηµαντική µείωση καταγράφεται ακόµη και στον όγκο των πωλήσεων ειδών διατροφής. Ο γενικός δείκτης όγκου πωλήσεων, τόσο το 2009 όσο και το οκτάµηνο του 2010, κινείται σε επίπεδα χαµηλότερα του 2005. Από τους επιµέρους κλάδους µόνο τα σούπερ µάρκετ έχουν καταφέρει να διατηρούν τις πωλήσεις τους ακόµη ελάχιστα υψηλότερες από το 2005, ενώ στους υπόλοιπους κυριότερους κλάδους λιανεµπορίου (πολυκαταστήµατα, µικρά καταστήµατα τροφίµων, ένδυση- υπόδηση) οι πωλήσεις σε σταθερές τιµές είναι χαµηλότερες σε σχέση µε το 2005. Η µείωση της απασχόλησης είναι το επόµενο επακόλουθο της πτώσης των πωλήσεων.

Πάντως, παρ’ότι το σύνολο της απασχόλησης από το 2008 έως το 2010 έχει µειωθεί κατά 30.000 άτοµα, το εµπόριο στο σύνολό του εξακολουθεί να επηρεάζει θετικά τους δείκτες απασχόλησης, καθώς σε σχέση µε το 1998 (στοιχεία β’ τριµήνου) καταγράφουν αύξηση των εργαζοµένων κατά 126.400 άτοµα. Το διάστηµα αυτό οι αυτοαπασχολούµενοι εργοδότες έχουν αυξηθεί κατά 17.300, ενώ κατά 153.000 αυξήθηκαν οι µισθωτοί. Αντίθετα, µειώθηκαν κατά 26.200 οι αυτοαπασχολούµενοι επιχειρηµατίες χωρίς προσωπικό και κατά 17.700 οι βοηθοί σε οικογενειακές επιχειρήσεις.

Μεγέθη και «µεγέθη»
Ο πληθωρισµός από το 1972 και µετά αποτελεί το µονιµότερο χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονοµίας. Μάλιστα, από το 1975 µέχρι το 1995 διαµορφωνόταν σχεδόν µόνιµα σε διψήφια ποσοστά, πολλές φορές ακόµη και πάνω από 20% σε µέσα επίπεδα έτους. Όµως, µετά το 2000 και µέχρι το 2009, ο µέσος πληθωρισµός ποτέ δεν ξεπέρασε το 4%, µε µόνη εξαίρεση το 2008, που έφτασε το 4,2%.

Φέτος η οικονοµία ξαναζεί το φούντωµα του πληθωρισµού, καθώς το εννιάµηνο Ιανουαρίου- Σεπτεµβρίου έχει φτάσει ήδη το 4,6%. Όµως, η έξαρση αυτή κατά τα τρία τέταρτα τουλάχιστον είναι αποτέλεσµα των αυξήσεων των έµµεσων φόρων (ΦΠΑ, ΕΦΚ, φόροι πολυτελείας), γεγονός που επιδρά καταστροφικά στην αγορά, καθώς ενεργεί ως ιµάντας µεταφοράς ρευστότητας από την ιδιωτική κατανάλωση και τις επιχειρήσεις στο δηµόσιο κορβανά. Η αντικατάσταση της δραχµής από το ευρώ προκάλεσε, κατά πολλούς, έξαρση του πληθωρισµού, ιδιαίτερα σε βασικά καταναλωτικά αγαθά. Ο ισχυρισµός αυτός είναι εν µέρει αληθής, αλλά σύµφωνα µε τα επίσηµα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, δεν αποτελεί τον κανόνα.

Ειδικότερα:
• Το διάστηµα από το 2001 έως το 2009, ο πληθωρισµός αυξήθηκε σε µέσα επίπεδα κατά 27,9%.
• Την ίδια περίοδο η αύξηση του πληθωρισµού στα είδη διατροφής έφτασε το 29,1%, ήταν δηλαδή κατά 1,2 ποσοστιαίες µονάδες υψηλότερες του µέσου όρου.
• Στις περισσότερες κατηγορίες ειδών διατροφής οι αυξήσεις ήταν υψηλότερες του µέσου όρου, µε χαρακτηριστικότερο παράδειγµα τα δηµητριακά, όπου τα «κέρδη» της διατροφικής κρίσης του 2006-2007 δεν αφαιρέθηκαν ποτέ από τις τιµές, µετά την αποκατάσταση της οµαλότητας στην παγκόσµια αγορά.
• Στα δηµητριακά η αύξηση του πληθωρισµού ξεπέρασε το 45%, µε τις αυξήσεις στο ψωµί να φθάνουν το 50,7%, στα άλευρα το 52,2%, στα ζυµαρικά το 56,5% κλπ.
• Στα κρέατα η ταχύτητα ανόδου των τιµών υπολείπεται σηµαντικά του µέσου όρου, µε εξαίρεση τα πουλερικά, που κινήθηκε σε επίπεδο άνω του 39%.
• Υψηλότερες του πληθωρισµού ήταν επίσης οι αυξήσεις στα ψάρια, στα γαλακτοκοµικά (µε εξαίρεση το παστεριωµένο γάλα) στα έλαια (στο σπορέλαιο το ποσοστό αύξησης έφτασε το 70%) και στα ζαχαρώδη.

Στα µη αλκοολούχα ποτά οι αυξήσεις ήταν σχετικά χαµηλές, ενώ στα αλκοολούχα ποτά και τον καπνό η µέση αύξηση άγγιξε το 44%, µε «πρωταθλητές» στην κατηγορία τον καπνό (46,3%) και τα κρασιά (44,6%). Οι εξελίξεις στο «µέτωπο» του πληθωρισµού το 9µηνο του 2010 είναι ενδεικτικές της καθοριστικής επίδρασης των αυξηµένων φόρων επί των τιµών. Το Σεπτέµβριο του 2009, σε σύγκριση µε τον αντίστοιχο µήνα του 2001, ο πληθωρισµός κατέγραψε σωρευτική αύξηση 34,7%.

Όµως, µε εξαίρεση τα προϊόντα της κατηγορίας των δηµητριακών, σε ελάχιστα ακόµη είδη οι αυξήσεις ξεπερνούν το µέσο πληθωρισµό, ενώ οι διαφορές των ειδών που επιβαρύνθηκαν υπέρµετρα από την αύξηση των φόρων, οι διαφορές είναι τεράστιες.
• Ενδεικτικά να αναφέρουµε το αλκοολούχα ποτά και τον καπνό, όπου ο πληθωρισµός του εννιαµήνου εκτινάχθηκε στο 67,7%, µε τον καπνό να προηγείται µε ποσοστό 70,3% και να ακολουθούν τα «λευκά ποτά» µε 54,9%.
• Ακόµα, οι αυξήσεις ξεπερνούν τα µέσα επίπεδα στα ψάρια, τα ζαχαρώδη και βεβαίως το σπορέλαιο και τα φυτικά λίπη.
• Στις υπόλοιπες κατηγορίες κάθε άλλο παρά ανακόπηκαν οι ανατιµήσεις, αλλά υπολείπονται του µέσου όρου, καθώς η επιβάρυνσή τους λόγω των φόρων ήταν πολύ χαµηλότερη από τη γενικότερη επίπτωση των φόρων στον Δείκτη Τιµών Καταναλωτή.


Αγοραστική δύναµη
Το 1970, σύµφωνα µε ευρωπαϊκές στατιστικές, το κατά κεφαλή ΑΕΠ της Ελλάδας (σε ισοδύναµα αγοραστικής δύναµης) αντιστοιχούσε σε κάτι περισσότερο από το 60% του µέσου όρου των χωρών, που αργότερα αποτέλεσαν την ΕΕ-15. Το κλείσιµο της ψαλίδας δεν επιτεύχθηκε ποτέ, καθώς και τις επόµενες δύο δεκαετίες τα ποσοστά δεν ξεπέρασαν ποτέ το 70%. Το 2001, σύµφωνα µε στοιχεία του ΙΟΒΕ, το κατά κεφαλή ΑΕΠ, σε µονάδες αγοραστικής δύναµης, έφτανε το 86% της ΕΕ-27, ποσοστό που αντιστοιχούσε περίπου στο 75% της Ευρωζώνης (ΕΕ-15).

Το 2009 το ποσοστό κάλυψης είχε φτάσει αντίστοιχα στο 93% της ΕΕ-27 και στο 84% της ΕΕ-15. Σε τρέχουσες τιµές, το κατά κεφαλή ΑΕΠ ακολούθησε ανοδική πορεία µέχρι το 2008 και από τα 12.483 ευρώ που ήταν το 2000 έφτασε τα 20.973 ευρώ το 2008. Το 2009, όµως, η πορεία αντιστράφηκε και το αντίστοιχο ποσό διαµορφώθηκε σε 20.696 ευρώ. Η καθοδική πορεία αναµένεται να συνεχιστεί και τη διετία 2011-2012.

Χρήµα και «πίστη»
Το 1980 τα επιχειρηµατικά δάνεια από τις τράπεζες µόλις ξεπερνούσαν τα 2 δισ. ευρώ, σύµφωνα µε τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας. Αντίστοιχα τα στεγαστικά δάνεια έφταναν τα 259 εκατ. ευρώ, ενώ τα καταναλωτικά ήταν σχεδόν άγνωστα ακόµη στη χώρα, καθώς έφταναν µόλις τα 6,7 εκατ. ευρώ. Χρειάστηκε να φτάσουµε το 1987 για να ξεπεράσουν τα καταναλωτικά δάνεια τα 10 εκατ. ευρώ, ενώ το φράγµα των 100 εκατ. «έσπασε» το 2009. Την ίδια χρονιά τα επιχειρηµατικά δάνεια ανέρχονταν σε 10,1 δισ. ευρώ και τα στεγαστικά σε 1,4 δισ.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 απελευθερώθηκε η καταναλωτική πίστη και το «µεγάλο ράλι» άρχισε. Οι πιστωτικές κάρτες µοιράζονταν σωρηδόν στους καταναλωτές, ενώ έκαναν σιγά- σιγά την εµφάνισή τους τα κάθε λογής «διακοποδάνεια», «εορτοδάνεια» κοκ.  Το 1996 τα καταναλωτικά δάνεια ξεπερνούσαν κατά πολύ το 1 δισ. ευρώ, καθώς σχεδόν διπλασιάζονταν σε σχέση µε τον αµέσως προηγούµενο χρόνο.

Το 2004 πέρασαν το φράγµα των 10 δισ. (12,7 δισ. ευρώ), ενώ ως τις αρχές του 2010 σχεδόν τριπλασιάστηκαν, αγγίζοντας τα 35,9 δισ. ευρώ. Τον Αύγουστο φέτος τα επιχειρηµατικά δάνεια έφτασαν τα 129 δισ. ευρώ, ενώ τα νοικοκυριά χρωστούσαν στις τράπεζες πάνω από 117 δισ. ευρώ (81,4 δισ. σε στεγαστικά και 35,9 δισ. σε καταναλωτικά δάνεια), ποσοστό που αντιστοιχεί στο 50% του ΑΕΠ της χώρας.

Ακάλυπτες υποχρεώσεις
Μέχρι το τέλος του 2010 οι ακάλυπτες επιταγές και οι απλήρωτες συναλλαγµατικές θα ξεπεράσουν τα 2 δισ. ευρώ, σύµφωνα µε εκτιµήσεις της αγοράς, ενώ µέχρι τον Σεπτέµβριο είχαν φτάσει τα 1,5 δισ. ευρώ. Το απόλυτο ρεκόρ «φεσιών» όλων των εποχών κατέχει το 2009, µε το συνολικό ύψος των απλήρωτων υποχρεώσεων να υπερβαίνει τα 3,25 δισ. ευρώ, ενώ παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν ότι η φετινή «κάµψη» οφείλεται κυρίως στη µείωση κατά 25% των µεταχρονολογηµένων επιταγών, που κυκλοφορούν στην αγορά φέτος.

Σηµειώνουµε ότι η έξαρση των απλήρωτων υποχρεώσεων είχε καταγραφεί το 2004, έτος της Ολυµπιάδας, και την αµέσως επόµενη διετία, πράγµα που ερµηνεύεται ως αποτέλεσµα των µεγάλων προσδοκιών της αγοράς, που ποτέ δεν επαληθεύτηκαν.

Το «καλάθι» της λιανικής
Το 1994 τα καταστήµατα λιανικής πώλησης απορροφούσαν το 45,8% των µηνιαίων δαπανών του µέσου ελληνικού νοικοκυριού, ενώ το 2008 το µερίδιό τους είχε µειωθεί στο 38,4%, όπως προκύπτει από τις αντίστοιχες έρευνες οικογενειακών προϋπολογισµών της ΕΛΣΤΑΤ, που καταγράφουν τις αλλαγές του καταναλωτικού προτύπου και χρησιµοποιούνται στην κατάρτιση του πληθωρισµού.

Τη δεκαπενταετία αυτή οι συνολικές δαπάνες των νοικοκυριών για αγορές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 148,7%, αλλά η αύξηση στα είδη που πωλούνται στα καταστήµατα λιανικής (είδη διατροφής, ποτά, ένδυση, υπόδηση, διαρκή και αγαθά οικιακής χρήσης, ατοµικός ευπρεπισµός) µόλις ξεπέρασε το 108%.

Στα µόνα είδη που η αύξηση ξεπέρασε το µέσο όρο ήταν τα µη οινοπνευµατώδη ποτά (343,4%), τα οινοπνευµατώδη ποτά (185,3%) και τα είδη ατοµικού ευπρεπισµού (286%). Κάτω από 100% κυµάνθηκαν οι αυξήσεις στο κρέας, τα έλαια και λίπη, τα λαχανικά και τα φρούτα, τα ζαχαρώδη και την ένδυση.