Διευρύνονται, αν και με βραδείς ρυθμούς, οι πωλήσεις άρτου και αρτοσκευασμάτων από τα σούπερ μάρκετ, τα οποία πλέον οι καταναλωτές εμπιστεύονται περισσότερο απ’ ότι στο παρελθόν. Σύμφωνα με έρευνα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ), που διενεργήθηκε πρόσφατα σε δείγματα καταναλωτών και αρτοποιών, οι πρώτοι απαντούν κατά το 43,2%, έναντι 21,5% το 2005, πως θα αγόραζαν αρτοσκευάσματα ψημένα στα σούπερ μάρκετ.

Σαφή τάση μείωσης εμφανίζει το ποσοστό των καταναλωτών που δεν θα αγόραζαν αρτοσκευάσματα από το σούπερ μάρκετ, καθώς φτάνει στο 55,6%, έναντι 77,3% πέντε χρόνια πριν. Επίσης, οι καταναλωτές με ποσοστό 16%, έναντι 9,4% το 2005, δηλώνουν ότι θα αγόραζαν ψωμί ψημένο στο σούπερ μάρκετ, ακόμη και εάν γνώριζαν ότι είναι κατεψυγμένο ή προψημένο.

Οι φούρνοι πάντως διατηρούν την υπεροχή τους, αν και με απώλειες, καθώς από αυτούς δήλωσαν ότι προμηθεύεται ψωμί το 76,5% των συμμετασχόντων στην έρευνα, ενώ κατά το 12,3% δήλωσαν τα «πρατήρια άρτου», 7,4% τα «σούπερ μάρκετ» και 3,1% «από αλλού».

«Κλειδί» το ωράριο λειτουργίας
Σημαντικό κίνητρο επιλογής καναλιού διανομής του ψωμιού εκ μέρους του καταναλωτή φαίνεται ότι είναι το ωράριο λειτουργίας των σημείων πώλησης.
Σε ποσοστό 14,2%, έναντι 4,9% το 2005, οι καταναλωτές σήμερα δηλώνουν πως επιθυμούν από τον φούρνο της γειτονιάς τους πιο διευρυμένο ωράριο. Μάλιστα, κατά το 22,8%, έναντι 9,6% το 2005, λένε πως δεν τους εξυπηρετεί το ωράριο των φούρνων της γειτονιάς κι ότι πολλές φορές, επειδή τους βρίσκουν κλειστούς, απευθύνονται σε διαφορετικά καταστήματα, μεταξύ των οποίων τα σούπερ μάρκετ.

Πάντως, η έρευνα καταγράφει σταθερή μείωση στην καθημερινή αγορά ψωμιού την τελευταία πενταετία. Χαρακτηριστικά, στην ερώτηση πόσο συχνά αγοράζετε ψωμί κατά το 48,1% απαντούν «καθημερινά», όταν σε αντίστοιχη έρευνα του ΒΕΘ το 2008 το εν λόγω ποσοστό άγγιζε το 52,9% και το 2005 το 53,3%. Ημέρα παρά ημέρα αγοράζουν ψωμί κατά το 23,8%, ενώ το 2008 και το 2005 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 21,1% και 24,2%. Μία με δύο φορές την εβδομάδα αγοράζουν ψωμί κατά το 25%, έναντι 18,8% το 2008 και 20,5% το 2005.

Πάντως, παρά το γεγονός ότι το ψωμί συγκαταλέγεται στις πλέον τακτικές και απαραίτητες αγορές, εντούτοις κατά το 46,9% οι καταναλωτές θεωρούν την τιμή του «τσουχτερή», σε σχέση με τις τιμές άλλων προϊόντων, ενώ πέντε χρόνια νωρίτερα σε σχετική ερώτηση το ποσοστό ήταν 39,3%. Ιδιαίτερα σημαντικό, ωστόσο, είναι το ποσοστό των καταναλωτών που θεωρεί τις τιμές «κανονικές» (43,2%), ενώ μόλις κατά το 8% θεωρούν τις τιμές του ψωμιού «χαμηλές».

Τρεις στους δέκα καταναλωτές (30,2%) εμφανίζονται διατεθειμένοι να μειώσουν την κατανάλωση ψωμιού αν αυτό ακριβύνει – το εν λόγω ποσοστό έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί έναντι του 2005, όταν μόλις κατά το 8,6% δήλωναν διάθεση μείωσης της κατανάλωσης σε περίπτωση ανατιμήσεων. Μάλιστα, το 2005 κατά το 90% οι ερωτηθέντες δήλωναν ότι δεν θα μείωναν την κατανάλωση άρτου, ακόμη κι αν αυξανόταν η τιμή του, ενώ σήμερα το ποσοστό αυτό φτάνει το 67,3%.

Συρρικνώνεται ο τζίρος των αρτοποιών
Στο δεύτερο τμήμα της έρευνας, που αφορά στους αρτοποιούς, φαίνεται ότι κατά το 70% των αρτοποιών ο τζίρος τους έχει μειωθεί, κατά το 22% παρέμεινε σταθερός και μόλις κατά το 6% αυξήθηκε.

Στην ερώτηση «ποιες από τις αυξήσεις επηρέασαν περισσότερο το κόστος του ψωμιού», όπου οι αρτοποιοί είχαν τη δυνατότητα διπλής επιλογής, κατά το 42% απάντησαν «η τιμή των αλεύρων», κατά το 22% «η τιμή του πετρελαίου», κατά το 26% «της ΔΕΗ», κατά το 8% «τα εργατικά/εισφορές» και κατά 2% «άλλο».

Την έρευνα διενήργησε η εταιρεία δημοσκοπήσεων Interview, για λογαριασμό του ΒΕΘ και του Σωματείου Αρτοποιών Θεσσαλονίκης «Ο Προφήτης Ηλίας», σε δείγμα 505 καταναλωτών και 195 αρτοποιών-μελών του ΒΕΘ, στο διήμερο 6 και 7 Οκτωβρίου 2010.