Ανοδικά αναμένεται ότι θα κινηθεί η αγορά του ελαιολάδου την ελαιοκομική περίοδο 2015/2016, με την εγχώρια παραγωγή να διαμορφώνεται σε 320 χιλ. τόνους, παρουσιάζοντας αύξηση 6,7% σε σχέση με την περίοδο 2014/2015, και τις διακινούμενες στην Ελλάδα ποσότητες τυποποιημένου ελαιολάδου να αυξάνονται σε 50,6 χιλ. τόνους, σημειώνοντας αύξηση 0,8% σε σχέση με το προηγούμενο 12μηνο.

H φετινή χρονιά εκτιμάται ότι θα εκπέμψει θετικό μήνυμα στον κλάδο μετά από ένα έτος (2014/2015) σταθερότητας και μια μεγάλη περίοδο (2007/2015) στην οποία ο Μέσος Ετήσιος Ρυθμός Μεταβολής διαμορφώθηκε σε -0,2%. Εστιάζοντας ειδικότερα στις τυποποιημένες ποσότητες ελαιολάδου, στους περίπου 50 χιλ. τόνους που συσκευάζονται και διακινούνται από το εμπόριο, πρέπει να προστεθούν οι ποσότητες που διατίθενται «χύμα» ή έχουν παραχθεί από μικρούς ελαιοπαραγωγούς με σκοπό την ιδιοκατανάλωση, οι οποίες υπολογίζονται σε 122 χιλ. τόνους.

Τα προαναφερόμενα περιλαμβάνονται σε έρευνα που πραγματοποίησε η Stochasis, σύμφωνα με την οποία η εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου την ελαιοκομική περίοδο 2014/2015 υπολογίζεται ότι ανήλθε σε 300 χιλ. τόνους, αξίας 846 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας υψηλότατους ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 127,4% και του 176,5% αντίστοιχα σε σχέση με την περίοδο 2013/2014, οπότε στο σύνολό της η ευρωπαϊκή παραγωγή ελαιολάδου κυριολεκτικά επλήγη από ασθένειες. Η αρνητική εξέλιξη της περιόδου αυτής έριξε το μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής στο -1,2% σε ποσότητα και -2,2% σε αξία για το χρονικό διάστημα 2007/08-2014/15.

Τα χαρακτηριστικά του κλάδου
Στον κλάδο δραστηριοποιούνται 486 εγκεκριμένες μονάδες τυποποίησης ελαιολάδου. Η πλειονότητα της παραγωγής αφορά σε εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, ωστόσο η τυποποίησή της είναι περιορισμένη. Τα 3/4 των ελληνικών εξαγωγών ελαιολάδου αφορούν σε μη τυποποιημένο προϊόν με προορισμό κυρίως την Ιταλία, όπου επεξεργάζεται και προωθείται εκ νέου προς τις διεθνείς αγορές ως τυποποιημένο.

Κύρια χαρακτηριστικά του κλάδου είναι η υψηλή ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου (μερίδιο εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου: 80%), η εξαιρετική φήμη των ποικιλιών επιτραπέζιων ελιών, ο υψηλός εξαγωγικός προσανατολισμός, η πληθώρα των ελαιοτριβείων (υπολογίζονται σε 1.800 κυρίως μικρού μεγέθους και οικογενειακού χαρακτήρα) και ο χαμηλός βαθμός τυποποίησης του ελαιολάδου που περιορίζεται στο 24% της παραγωγής, παρά το γεγονός ότι έχουν αδειοδοτηθεί 486 μονάδες τυποποίησης.

Κατά τη Stochasis στις ευκαιρίες που έχει μπροστά του ο κλάδος περιλαμβάνονται η υποκατάσταση της εγχώριας κατανάλωσης χύμα προϊόντος από τυποποιημένο, η συμβολαιακή γεωργία που διασφαλίζει το αγροτικό εισόδημα, η ενίσχυση των εξαγωγών και η πρόκληση της εισόδου στον κλάδο νέων αγροτών με υψηλό μορφωτικό επίπεδο.

Στις απειλές για τον κλάδο οι μελετητές της Stochasis αναφέρουν τα εμπόδια πρόσβασης των επιχειρήσεών του στις τράπεζες σε ή άλλες πηγές ρευστότητας, την αύξηση του ανταγωνισμού από άλλες εθνικές αγορές με ισχυρή θέση στον διεθνή κλάδο και την αλόγιστη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων.

Σημειώνουμε ότι από την ανάλυση των οικονομικών στοιχείων 27 επιχειρήσεων επεξεργασίας και τυποποίησης επιτραπέζιων ελιών για την περίοδο 2011-2014 προκύπτει ο τριπλασιασμός σχεδόν της αποτιμώμενης αξίας τους το 2014 σε σχέση με το 2011, από τα 57,9 εκατ. ευρώ στα 168,2 εκατ. ευρώ, πράγμα που αποτυπώνει τις προοπτικές της σχετικής αγοράς.

Αντίθετα, σε ό,τι αφορά την τυποποίηση του ελαιολάδου, αντίστοιχα, η αποτιμώμενη αξία 30 επιχειρήσεων παρουσίασε μικρές διακυμάνσεις στα εξεταζόμενα έτη, με τον μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής να διαμορφώνεται σε -2,3%, κινούμενος σε μέσα επίπεδα στη ζώνη των 50 εκατ. ευρώ.