Εντονες ανατιμητικές πιέσεις δέχεται η αγορά του ψωμιού, όπως και των ειδών ζαχαροπλαστικής πλέον, καθώς τα άλευρα βρίσκονται σε "τρελή κούρσα" ανόδου των τιμών τους. Με την τελευταία ανατίμησή τους την 18η Οκτωβρίου, συνολικά από τον Σεπτέμβριο του 2006 ως σήμερα ανατιμήθηκαν άνω του 100%! Οι αρτοποιοί καταγγέλλουν τους αλευροβιομήχανους για σύσταση καρτέλ, μιλώντας για λειτουργία κερδοσκοπικών μηχανισμών ελέγχου της αγοράς, ενώ οι αλευροβιομήχανοι αντικρούουν, υποστηρίζοντας ότι οι ανατιμήσεις οφείλονται στη μείωση της παγκόσμιας παραγωγής σιταριού, στη δυσμενή επίδραση κλιματολογικών παραγόντων στην παραγωγή του βόρειου ημισφαιρίου, στην αύξηση της ζήτησης δημητριακών για την παραγωγή βιοκαυσίμων και στην αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού.

Η φρατζόλα των 350 γραμμαρίων προσεγγίζει πλέον τα 0,85-0,90 ευρώ -η τιμή του 1 ευρώ είναι πια ορατή-, ενώ την ανιούσα έχουν πάρει και οι τιμές των ειδών ζαχαροπλαστικής, οι οποίες παρέμεναν «παγωμένες» την τελευταία διετία. Η προηγούμενη αύξηση της τιμής των αλεύρων είχε τεθεί σε ισχύ στις 24 Σεπτεμβρίου, ενώ στις αρχές του ίδιου μήνα είχε σημειωθεί και άλλη ανατίμηση. Συνολικά, εκτιμάται ότι οι τιμές των αλεύρων έχουν αυξηθεί κατά 0,40 ευρώ το κιλό εντός του τρέχοντος έτους.

Κατά μέσο όρο μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 2006 και του Σεπτεμβρίου φέτος η αύξηση της τιμής των αλεύρων ήταν 90%. Με την τελευταία αύξηση της 18ης Οκτωβρίου το ποσοστό ανόδου ξεπέρασε το 100%.

Καρτέλ;

Οι αντιδράσεις των αρτοποιών, που κάνουν λόγο για καρτέλ της αλευροβιομηχανίας και για λειτουργία κερδοσκοπικών μηχανισμών ελέγχου της αγοράς, είναι έντονες. Σύμφωνα με τον κ. Π. Σπυρόπουλο, πρόεδρο του Σωματείου Αρτοποιών Θεσσαλονίκης, «εάν μόλις 2,5 μήνες μετά τον αλωνισμό του σιταριού έχει ανέβει σχεδόν 13 λεπτά το κόστος του ψωμιού, και μόνον εξαιτίας της τιμής των αλεύρων, φανταστείτε τι θα γίνει τους επόμενους μήνες!».

Οι αποκλίσεις της αγοράς μας από άλλες ευρωπαϊκές αγορές, αν ληφθεί υπόψη πως στην Ιταλία η μέση τιμή των αλεύρων ανέρχεται σε 42 λεπτά το κιλό, έναντι 72-75 λεπτών στην Ελλάδα, είναι εξόφθαλμες. Ετσι, διαπιστώνεται ακόμη ένα “ελληνικό παράδοξο”: ενώ στη χώρα μας τα άλευρα διατίθενται σε μια από τις ακριβότερες τιμές της Ευρώπης, το ψωμί πωλείται σε μία από τις φθηνότερες τιμές…

Αναφερόμενος στους αλευροβιομηχάνους ο κ. Π. Παυλίδης, πρόεδρος των αρτοποιών της Καβάλας, τονίζει χαρακτηριστικά: «Εχουμε μπροστά μας ένα καρτέλ. Ο σκοπός των αλευροβιομήχανων είναι πλέον πεντακάθαρος, καθώς προσπαθούν να ελέγξουν όλη την αγορά. Είναι 4 ή 5 που θέλουν να κάνουν κουμάντο». Σημειώνεται ότι οι αρτοποιοί της Καβάλας σχεδιάζουν να ενισχύσουν τους τοπικούς αλευρόμυλους, προμηθευόμενοι από αυτούς πρώτη ύλη.

Ο αντίλογος

Οι αλευροβιομήχανοι από την πλευρά τους υποστηρίζουν ότι οι αυξήσεις, που παρατηρούνται στη διεθνή αγορά των δημητριακών, οφείλονται σε τέσσερις λόγους:

  • Στην ελλειμματική παγκόσμια παραγωγή σιταριού, η οποία είναι μικρότερη της ζήτησης κατά 21 εκατ. τόνους: Μείωση παραγωγής σημειώθηκε στον Καναδά κατά 5 εκατ. τόνους, στην ΕΕ κατά 3 εκατ. τόνους, στην Τουρκία κατά 2 εκατ. τόνους και στην Αυστραλία κατά 14 εκατ. τόνους. Τα παγκόσμια αποθέματα μειώθηκαν κατά 45 εκατ. τόνους, με αποτέλεσμα οι παραδοσιακοί εξαγωγείς σιταριού να αδυνατούν να καλύψουν τη ζήτηση. Τα αποθέματα των σιτηρών εμφανίζουν σταδιακή μείωση και από 208 εκατ. τόνους το 2000 έφθασαν φέτος τα 100 εκατ. τόνους.
  • Στα ακραία καιρικά φαινόμενα: Ο χειμώνας του 2006-07 στο βόρειο ημισφαίριο ήταν ο πιο ζεστός των τελευταίων ετών, η άνοιξη είχε μεγαλύτερη ξηρασία και το καλοκαίρι σημειώθηκαν βροχοπτώσεις στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Ετσι, η ξηρασία κατά την περίοδο ανάπτυξης των φυτών και οι πλημμύρες κατά την περίοδο της συγκομιδής, είχαν καταστροφικές συνέπειες στα σιτηρά. Στην Ανατολική Ευρώπη παραδοσιακές σιτοπαραγωγικές χώρες, όπως η Ρωσία, η Ουκρανία και η Ρουμανία, όχι μόνον δεν εξάγουν φέτος σιτηρά, αλλά εισάγουν (Ρουμανία).
  • Στη συνεχή αύξηση της ζήτησης δημητριακών και ελαιούχων σπόρων για την παραγωγή βιοκαυσίμων: Τα δημητριακά που καταναλώνονται παγκοσμίως για την παραγωγή της βιοαιθανόλης αυξάνονται θεαματικά και από 53 εκατ. τόνους το 2004 έφθασαν τους 91 εκατ. φέτος. Ο στόχος το 2020 είναι η παραγωγή 160 εκατ. κμ βιοκαυσίμων από 51 εκατ. πέρυσι. Θεωρείται αμφίβολο αν είναι πλέον επαρκείς οι παγκόσμια καλλιεργούμενες εκτάσεις.
  • Στη αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και στις αλλαγές στη διατροφή: Ως το 2050 ο παγκόσμιος πληθυσμός θα έχει αυξηθεί κατά 2,5 δισ. Στην Κίνα, με 1,3 δισ. κατοίκους, και στην Ινδία, με 1,1 δισ., η απότομη μεταβολή των καταναλωτικών και διατροφικών συνηθειών δημιουργεί νέες τεράστιες ανάγκες στην κατανάλωση δημητριακών. Οι δύο αυτές χώρες αποτελούν τους μεγαλύτερους εισαγωγείς σιτηρών.