Στην αρχή του 2021 κατακλυστήκαμε διεθνώς από μηνύματα που αφορούσαν την αναγκαιότητα έμπρακτης δέσμευσης κυβερνήσεων, οργανισμών, επιχειρήσεων και πολιτών για αλλαγή πορείας σε μια σειρά από ζητήματα που αφορούν το μέλλον μας και το μέλλον του πλανήτη, καθώς η πανδημία έδειχνε ξανά, πριν ανακάμψουμε από μια πολύχρονη κρίση, με πιο εμφατικό αυτή τη φορά τρόπο, πως τα περιθώρια αντίδρασης στενεύουν. Στην αρχή του 2022 οι δεσμεύσεις εμφανίστηκαν και πάλι ως ευχές…

Πανεθνικοί φορείς συνεδρίασαν και το 2021 για να λάβουν κρίσιμες αποφάσεις. Όμως στις ανακοινώσεις τους βλέπει ακόμη και ο πιο καλοπροαίρετος, πίσω από τις γραμμές, τα συμφέροντα που ενδιαφέρονται να προωθήσουν, ακόμη και εις βάρος των σχετικών με το δημόσιο συμφέρον διακηρυγμένων στόχων τους.

Η απογοήτευση χτυπά την πόρτα και των πλέον αισιόδοξων, καθώς παρακολουθούν την ανθρωπότητα να βαδίζει σε ένα επικίνδυνο μονοπάτι, η κατεύθυνση του οποίου δεν επηρεάζεται ούτε από τον κίνδυνο επέκτασης της λίστας των απωλειών σε ανθρώπινες ζωές και την επιδείνωση συνολικά της ζωής στον πλανήτη.

Μέχρι στιγμής, οι μόνοι στόχοι που αδιαμφισβήτητα επιτυγχάνονται είναι αυτοί μιας μειονότητας, με τη συμβολή των απαραίτητων νομιμοποιητικών θεσμικών οργάνων, των οποίων άλλωστε η λειτουργία συνεχώς υποβαθμίζεται σε υποστηρικτική των συμφερόντων όσων έχουν καθοριστικό ρόλο στη σύνθεσή τους, κυρίως στις περιοχές του κόσμου όπου η δημοκρατία έχει εξασθενήσει.

Όποιος διάβασε τα στοιχεία της Παγκόσμιας Έκθεσης για την Ανισότητα, που δημοσιεύθηκε στις αρχές του περασμένου Δεκεμβρίου, προϊόν ανάλυσης πολλών εξειδικευμένων ερευνών και επίσημων στοιχείων, θα διαπιστώσουν του λόγου το αληθές. Οι δισεκατομμυριούχοι αυτής της γης κατάφεραν να αυξήσουν το ποσοστό συμμετοχής τους στον παγκόσμιο πλούτο στο 3,5%, από περίπου 2% που ήταν στην αρχή της πανδημίας, ήτοι στις αρχές του 2020.

Όσο για το 0,01% των πλουσιότερων ατόμων παγκοσμίως, και ειδικότερα των 520 χιλιάδων που διαθέτουν περιουσία τουλάχιστον 19 εκατ. δολαρίων, όπως σημειώνεται στην έκθεση που προλογίζουν οι οικονομολόγοι οι οποίοι κατέκτησαν το 2021 το Νόμπελ Οικονομίας, κατέχει πλέον το 11% του παγκόσμιου πλούτου, αφού αύξησε το μερίδιό του κατά μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Τώρα, το πώς όλα αυτά συνάδουν με τις δεσμεύσεις, σε κυβερνητικό, επιχειρηματικό και ατομικό επίπεδο, για συλλογική προσπάθεια διασφάλισης ενός βιώσιμου μέλλοντος στον πλανήτη γη, παραμένει ένα ρητορικό ερώτημα…

Η προώθηση ιδιωτικών συμφερόντων με τρόπους που είναι αντίθετοι προς το δημόσιο συμφέρον και με βασικό στόχο τη συσσώρευση κερδών με κάθε κόστος, έχει ως σύμμαχο την υποβάθμιση του δημόσιου ελέγχου και του δημόσιου τομέα γενικώς. Με την υποβάθμιση της λειτουργίας του και τη μελετημένη υποτίμησή του, όχι μόνο αναλαμβάνουν στις εκάστοτε κρίσεις τον ρόλο του σωτήρα οι εκπρόσωποι, φανεροί και αφανείς, των ωφελούμενων ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά, ακόμη χειρότερα, εντυπώνεται στη συλλογική συνείδηση η έννοια μιας στρεβλής ατομικής ευθύνης για τη διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου ζωής.

Ο πολίτης καλείται να στηριχθεί αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις για την επιβίωσή του, αλλά και για τη διεκδίκηση μεριδίου του παραγόμενου πλούτου, σύμφωνα με ό,τι του αναλογεί, στόχος που φυσικά όλο και απομακρύνεται για την πλειονότητα των ανθρώπων, και να απαρνηθεί κάθε έννοια συλλογικότητας.

Η πανδημία, που διάλυσε το αφήγημα για ανεξάντλητα περιθώρια εκμετάλλευσης της φύσης και των ανθρώπων στον βωμό του κέρδους, δεν κατάφερε ούτε την προηγούμενη χρονιά να μας φέρει πιο κοντά στην αποδοχή της αλήθειας πως είμαστε… καταδικασμένοι να ζούμε ως όντα που δρουν συλλογικά για να πετύχουν το εκάστοτε επιθυμητό αποτέλεσμα. Το μάθημα αυτό μας το δίνουν συνεχώς κι άλλα είδη στον πλανήτη, αλλά κλείνουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, τα μάτια, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Ίσως δύο σχεδόν χρόνια απ’ όταν ήρθαμε αντιμέτωποι με τη νέα απειλή να μην ήταν αρκετά για να συνειδητοποιήσουμε ότι το πρόβλημα μάς αφορά όλους, άρα η αντιμετώπισή του δεν μπορεί να επαφίεται στους λίγους που λειτουργούν με οδηγό το προσωπικό τους όφελος. Ούτε ο χρόνος ήταν μάλλον αρκετός ούτε οι συνθήκες ευνοϊκές για να συζητήσουμε και να αναλύσουμε τι και πώς πρέπει να αλλάξουμε. Αν δεν δεσμευτούμε πως θα το κάνουμε τη νέα χρονιά, θα αναγκαστούμε να διατυπώσουμε ξανά τις ίδιες ευχές.