Το 2004 ήταν μία από τις χειρότερες χρονιές για τις ελληνικές εξαγωγές, αλλά το 2005 επεφύλαξε ευχάριστες εκπλήξεις. Μεταξύ Ιανουαρίου και Οκτωβρίου οι εξαγωγές "έσπασαν το φράγμα" των 11 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κοντά στο 13%, ενώ επιβραδύνθηκε σημαντικά ο ρυθμός αύξησης των εισαγωγών. Πάντως, για κάθε 10 ευρώ που "πέφτουν" στην ελληνική αγορά, τα 6 πηγαίνουν σε εισαγόμενα προϊόντα, ενώ "χάος" μάς χωρίζει από τους εταίρους μας στην ΕΕ των 15: Ενώ οι εξαγωγές στην ΕΕ καλύπτουν πάνω από το 25% του ΑΕΠ των χωρών-μελών, στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 8% του ΑΕΠ!

Το 2004 ήταν μία από τις χειρότερες χρονιές για τις ελληνικές εξαγωγές, το 2005 όμως επιφύλαξε πολλές ευχάριστες εκπλήξεις για τις επιχειρήσεις της χώρας που προσπαθούν να διεισδύσουν στις αγορές του εξωτερικού. Το δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου η αξία των εξαγωγών έσπασε το φράγμα των 11 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση που αγγίζει το 13%. Παράλληλα, επιβραδύνθηκε σημαντικά ο ρυθμός αύξησης των εισαγωγών, με αποτέλεσμα τη μείωση του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας. Πάντως, για κάθε 10 ευρώ που "πέφτουν" στην ελληνική αγορά, τα 6 πηγαίνουν σε εισαγόμενα προϊόντα.

Πάντως, όλες αυτές οι θετικές εξελίξεις δεν θα αποτελέσουν τίποτε περισσότερο από "ευχάριστες εκπλήξεις", αν δεν ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για την τόνωση της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας και αν δεν καταρτισθεί ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα για την προώθηση των ελληνικών προϊόντων στις αγορές του εξωτερικού, όπως ζητεί ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων (ΠΣΕ).

Σύμφωνα με τα επίσημα (προσωρινά) στοιχεία της ΕΣΥΕ, οι ελληνικές εξαγωγές το δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου ξεπέρασαν τα 11,2 δισ. ευρώ έναντι 10 δισ. το αντίστοιχο διάστημα του 2004. Δηλαδή, σημειώθηκε αύξηση 12,8%, ενώ το ίδιο διάστημα του 2004 είχε καταγραφεί μείωση 0,5%.

Την ίδια περίοδο οι εισαγωγές αυξήθηκαν από 33,4 σε 34,6 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 3,6%, ενώ το αντίστοιχο διάστημα του 2004 είχε καταγραφεί αύξηση 8,6%.

Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας μειώθηκε οριακά κατά 0,3% και διαμορφώθηκε στα 23.323 εκατ. ευρώ από 23.397 εκατ. ευρώ που ήταν το αντίστοιχο δεκάμηνο του 2004. Όμως, οι πανηγυρισμοί των αρμόδιων κυβερνητικών οργάνων για την πραγματικά θετική εξέλιξη στον τομέα αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι οι εισαγωγές είναι υπερτριπλάσιες από τις εξαγωγές, ενώ οι τελευταίες δεν καλύπτουν ούτε το 50% του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου της χώρας.

Εξαγωγές-εισαγωγές αγροτικών προϊόντων

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν το 2005 η ανάκαμψη των εξαγωγών των αγροτικών προϊόντων, οι οποίες αυξάνονται με ρυθμό υπερδιπλάσιο του συνόλου. Σύμφωνα με στοιχεία που επεξεργάστηκε το Κέντρο Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ) του ΠΣΕ, το οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, δηλαδή τροφίμων, ποτών, καπνού και ελαίων-λιπών, αυξήθηκαν κατά 17,6% και έφθασαν τα 1.768 εκατ. ευρώ από 1.505 εκατ. ευρώ που ήταν το αντίστοιχο διάστημα του 2005. Μάλιστα, οι εξαγωγές ελαίων-λιπών υπερδιπλασιάστηκαν. Το ίδιο διάστημα οι ελληνικές εξαγωγές στο σύνολό τους αυξήθηκαν 9,9%. Με την επίδοσή τους αυτή τα αγροτικά προϊόντα κατάφεραν και πάλι να αυξήσουν το μερίδιό τους σε ποσοστό πάνω από 20% επί του συνόλου των εξαγωγών. Το 2004 για πρώτη φορά στην ιστορία το μερίδιο των αγροτικών προϊόντων είχε μειωθεί κάτω από το 20%.

Σε ό,τι αφορά τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, το ίδιο διάστημα μειώθηκαν κατά 1,6% και έφθασαν τα 3.052 εκατ. ευρώ από 3.102 εκατ. ευρώ που ήταν το οκτάμηνο του 2004. Ωστόσο, το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας μας στον τομέα αυτό παραμένει έντονα ελλειμματικό.

Από στοιχεία του ΟΠΕ προκύπτει ότι το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών αυξήθηκαν κατά 390,2 εκατ. ευρώ. Στα έλαια και λίπη η αύξηση ήταν 147,6 εκατ. ή ποσοστό 151%. Οι εξαγωγές φρούτων αυξήθηκαν κατά 61,2 εκατ. ευρώ ή 26%, οι εξαγωγές ψαριών κατά 23,4 εκατ. ευρώ ή 12%. Επίσης, αυξημένες κατά 14,8 εκατ. ευρώ ή ποσοστό 13% ήταν και οι εξαγωγές προϊόντων αρωματοποιίας και καλλυντικών.

Για να αντιληφθούμε το μέγεθος των "ανατροπών" που επιτελέσθηκαν το 2005, αρκεί να σημειώσουμε ότι το 2004 οι ελληνικές εισαγωγές είχαν αυξηθεί μόλις 3,3%, ενώ οι εξαγωγές ελληνικών προϊόντων μειώθηκαν κατά 8,3% (από 2.610 σε 2.392 εκατ. ευρώ). Αντίθετα, οι εισαγωγές αγροτικών προϊόντων αυξήθηκαν κατά 6,4% (από 4.388 σε 4.670 εκατ. ευρώ), ενώ οι εισαγωγές στο σύνολό τους είχαν αυξηθεί 7%.

Ανταγωνιστικότητα: λίγο πριν τον "πάτο"

Όμως, οι φετινές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας στις αγορές του εξωτερικού κάθε άλλο παρά θα πρέπει να προκαλέσουν εφησυχασμό, αφού -εκτός των άλλων- δεν ήταν αρκετές ώστε να αλλάξει η θέση της χώρας μας στον διεθνή στίβο, όπου συγκαταλέγεται σταθερά ανάμεσα στους ουραγούς σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητά της και τον βαθμό εξωστρέφειάς της.

Όπως σημειώνεται στην Ετήσια Έκθεση για την Ανταγωνιστικότητα του 2004, που συντάχθηκε από το Εθνικό Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας και Ανάπτυξης, “ο βαθμός εξωστρέφειας της χώρας μας είναι ακόμη πολύ χαμηλός συγκρινόμενος με πολλές άλλες χώρες ανάλογου μεγέθους και παρόμοιου επιπέδου ανάπτυξης με την Ελλάδα. Οι λόγοι των εξαγωγών και των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών ως ποσοστά του ΑΕΠ είναι εξαιρετικά χαμηλοί σε σύγκριση με τα δεδομένα στην παγκόσμια οικονομία”.

Έτσι, οι εξαγωγές αγαθών αντιστοιχούν μόλις στο 7,8% του ΑΕΠ και με το ποσοστό αυτό η Ελλάδα καταλαμβάνει την 59η και προτελευταία θέση ανάμεσα σε 60 χώρες. Αντίστοιχα, οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, αποτελούν μόνο το 20% του ΑΕΠ, ποσοστό που κατατάσσει την Ελλάδα στην 88η θέση μεταξύ 104 χωρών.

Οι συντάκτες της Έκθεσης σημειώνουν ότι ένας λόγος που συμβάλλει στη σχετικά χαμηλή κατάταξη της χώρας μας είναι η μεγάλη απόσταση που τη χωρίζει από τις άλλες χώρες της ΕΕ και η οποία καθιστά την οδική ή σιδηροδρομική πρόσβαση δύσκολη και δαπανηρή.

Επιπλέον, οι εξαγωγές της Ελλάδας προς τις γειτονικές βαλκανικές χώρες αντικαταστάθηκαν σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία δέκα χρόνια με άμεσες επενδύσεις ελληνικών επιχειρήσεων σε αυτές. Αντί για παραγωγή στην Ελλάδα και εξαγωγή των προϊόντων στις βαλκανικές χώρες, έχουμε σήμερα σε μεγάλη έκταση, και ιδιαίτερα στους παραδοσιακούς κλάδους, παραγωγή (με χαμηλό κόστος) στις βαλκανικές χώρες και πολλές φορές εξαγωγή των προϊόντων αυτών στην Ελλάδα.

Επίσης, σύμφωνα πάντα με την Έκθεση, η σχετικά χαμηλή εξωστρέφεια της ελληνικής οικονομίας στον τομέα των εξαγωγών οφείλεται και στο γεγονός ότι η αγοραστική δύναμη στο εσωτερικό της χώρας ενισχύεται από μεταβιβαστικές εισροές εισοδημάτων από το εξωτερικό και από το πλεόνασμα του λογαριασμού κεφαλαίων κατά ένα ποσοστό που υπερβαίνει το 8% του ΑΕΠ ετησίως και επιτρέπει τη διαμόρφωση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο 28,8% του ΑΕΠ (το 2003) έναντι του 20% που είναι οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.

Η Ελλάδα, καταλήγει η Έκθεση, χαρακτηρίζεται από συστηματικά ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το έλλειμμα αυτό ανήλθε στο 4,1% του ΑΕΠ το 2004 έναντι 5,7% του ΑΕΠ το 2003. Κατά τα έτη 2000-2003 ανερχόταν κατά μέσο όρο στο 6,4% του ΑΕΠ. Με βάση το κριτήριο αυτό η Ελλάδα τοποθετείται στην 52η θέση ανταγωνιστικότητας (το 2003). Μόνο οκτώ χώρες κατατάσσονται σε επίπεδα χαμηλότερα από την Ελλάδα.

Η "υποκατάσταση" επιταχύνεται

Για να αντιληφθούμε το "χάος" που χωρίζει την Ελλάδα από τους εταίρους της στην ΕΕ των 15, αρκεί να αναφέρουμε ότι οι εξαγωγές στην Κοινότητα καλύπτουν άνω του 25% του ΑΕΠ των χωρών-μελών. Τα ποσοστά κάλυψης κυμαίνονται από 18% στην Ισπανία έως 75% στην Ιρλανδία, τη στιγμή που στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό δεν ξεπερνά το 8% του ΑΕΠ!

Από την άλλη πλευρά, τα ελληνικά προϊόντα και ιδίως αυτά των παραδοσιακών κλάδων της οικονομίας (κλωστοϋφαντουργία, ένδυση-υπόδηση, καπνοβιομηχανία κλπ) υφίστανται έντονες πιέσεις από τα εισαγόμενα (ιδιαίτερα από χώρες χαμηλού κόστους).

Σύμφωνα με το ΚΕΕΜ, το 2000 η εισαγωγική διείσδυση στο σύνολο της μεταποίησης ξεπέρασε το 51%. Το 1988 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 34,2% και μια δεκαετία αργότερα είχε φθάσει το 45,5%. Δηλαδή, μια διετία ήταν αρκετή για να κερδίσουν τα εισαγόμενα προϊόντα πάνω από 5,5 ποσοστιαίες μονάδες, γεγονός που δείχνει ότι η διαδικασία υποκατάστασης των ελληνικών προϊόντων από ξένα επιταχύνθηκε τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα, παράγοντες της αγοράς υπολογίζουν ότι η εισαγωγική διείσδυση στη μεταποίηση καλύπτει ήδη ποσοστό άνω του 60%. Δηλαδή, για κάθε 10 ευρώ που "πέφτουν" στην ελληνική αγορά, τα 6 πηγαίνουν σε εισαγόμενα προϊόντα.

Στον πρωτογενή τομέα η εισαγωγική διείσδυση από 18,9% που ήταν το 1988 έφτασε στο 28,3% το 2000 και ήδη υπολογίζεται ότι έχει ξεπεράσει κατά πολύ το 30%. Στα μεταποιημένα τρόφιμα υπολογίζεται ότι το 25%-30% της κατανάλωσης καλύπτεται σήμερα από τις εισαγωγές.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της μεταπολεμικής περιόδου μόνο ο γεωργικός τομέας διατηρούσε ως προς τις εξαγωγές σταθερά πλεονασματικό ισοζύγιο. Όμως, το πλεόνασμα αυτό μηδενίστηκε το 1985 και έκτοτε το ισοζύγιο και στην κατηγορία αυτή είναι ελλειμματικό. Η ελλειμματικότητά του μάλιστα επιδεινώνεται και τα τελευταία χρόνια οι εξαγωγές καλύπτουν μόλις το 50% των εισαγωγών.

Το 2004 οι εξαγωγές αγροτικών προϊόντων κάλυπταν το 51% των εισαγωγών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις πρώτες ύλες ήταν 65%, στα καύσιμα 16% και στα βιομηχανικά προϊόντα 26%. Στο σύνολό τους οι εξαγωγές κάλυπταν μόλις το 28,8% των εισαγωγών.