Υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, πρωτόγνωρες για μία χώρα-μέλους της Eυρωζώνης, υλοποιείται φέτος το φιλόδοξο δανειακό πρόγραμμα του δημοσίου, που θα ανέλθει τουλάχιστον στα 42 δισ. ευρώ. Τα οξύτατα δημοσιονομικά προβλήματα της οικονομίας μας, σε συνδυασμό με τη διεθνή κρίση, έχουν ανατρέψει επί τα χείρω τα ισχύοντα κατά τα τελευταία χρόνια στο καθεστώς δανεισμού για την Ελλάδα.

Το κόστος δανεισμού για τη χώρα έχει αυξηθεί σημαντικά, καθώς οι επενδυτές ζητούν αυξημένο premium για να δανείζουν μία οικονομία, που θεωρούν πως ενέχει μεγαλύτερο ρίσκο, σε σχέση με άλλες. Παράλληλα, η τάση που επικρατεί διεθνώς, σχετικά με την αποφυγή της ανάληψης πρόσθετου ρίσκου από τους επενδυτές, εν μέσω του κλίματος αβεβαιότητας που «γεννά» η διεθνής κρίση, έχει οδηγήσει στο ναδίρ τη ζήτηση για το ελληνικό χρέος, όπως αυτό αποτυπώνεται στην απαξίωση της δραστηριότητας στην εγχώρια αγορά ομολόγων.

Το πρώτο… crash test για τον δημόσιο δανεισμό φέτος έγινε την Τρίτη στις 13 Ιανουαρίου με τη δημοπρασία εντόκων γραμματίων του δημοσίου, διάρκειας 13, 26 και 52 εβδομάδων, μέσω της οποίας το Υπουργείο Οικονομίας δανείστηκε τελικώς 2,55 δισ. ευρώ. Παρά το γεγονός ότι η έκδοση έγινε υπό δυσμενείς συνθήκες, καθώς είχε προηγηθεί η προειδοποίηση της Standard & Poor’s -διεθνούς οίκου αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας της οικονομίας- περί υποβάθμισης της οικονομίας μας, υποβλήθηκαν προσφορές άνω των 13 δισ. ευρώ.

Η έκδοση σκιάστηκε, ωστόσο, από τη νέα άνοδο που σημείωσε η διαφορά στο επιτόκιο, με το οποίο δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, σε σχέση με το γερμανικό, που κατέγραψε νέο ιστορικό ρεκόρ την ημέρα της έκδοσης και εκτινάχθηκε στο 2,43% για το δεκαετές ομόλογο, κυρίως εξαιτίας της επικείμενης υποβάθμισης (η τελευταία σημαίνει επιδείνωση των όρων δανεισμού για το δημόσιο, δηλαδή αύξηση του κόστους του, που ήδη κινείται σε υψηλά επίπεδα).

Παράγοντες της τραπεζικής αγοράς, σχολιάζοντας τη δημοπρασία, εκτιμούσαν πως η κάλυψη ήταν αναμενόμενη, καθώς επρόκειτο για τίτλους βραχυπρόθεσμης διάρκειας, οι οποίοι μάλιστα μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις τράπεζες, από τις οποίες τους πήραν, και να λειτουργήσουν ως ενέχυρο στον δανεισμό τους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και επ’ ωφελεία τους, εξαιτίας της διαφοράς στα επιτόκια ΕΚΤ και δημοσίου.

Αλλά η μεγάλη αγωνία αφορά στις εκδόσεις που έπονται της δημοπρασίας των εντόκων γραμματίων, καθώς αυτές θα είναι μεγαλύτερης διάρκειας, άρα θα ενέχουν μεγαλύτερο ρίσκο. Πολύ περισσότερο, εφόσον το δημόσιο θα αναζητά υψηλότερα ποσά, καθώς μόνο μέσα στο πρώτο τρίμηνο του έτους πρέπει να πληρωθούν ομολογιακές λήξεις της τάξης των 12-15 δισ. ευρώ.  

«Ράλι» στα επιτόκια δανεισμού

Το κλίμα για τα ελληνικά ομόλογα επιδεινώθηκε σημαντικά από τις αρχές του φθινοπώρου, οπότε η Ελλάδα άρχισε να βλέπει την εκτίναξη στα ύψη των διαφορών (spread) στα επιτόκια, με τα οποία δανείζεται το ελληνικό δημόσιο, σε σχέση με το γερμανικό, το οποίο οι αγορές θεωρούν ως το πλέον φερέγγυο στην ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι από 0,29%, που ήταν το spread στα δεκαετή ομόλογα στις αρχές του 2008, έφτασε μέσα σε λίγους μήνες κοντά στο 2,45%! Η πρωτοφανής αυτή διεύρυνση σημαίνει πρακτικά ότι προκειμένου να εξυπηρετηθεί το δημόσιο χρέος της χώρας, που ανέρχεται περίπου στα 270 δισ. ευρώ, οι προϋπολογισμοί εφεξής επιβαρύνονται με υπέρμετρες δαπάνες.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που ελλοχεύει για το δημόσιο, όμως, είναι να μην μπορεί να βρει δανειστές -ανεξαρτήτως του ύψους των επιτοκίων που τους προσφέρει- στον βαθμό που οι επενδυτές κρίνουν πως οι τοποθετήσεις τους σε μία χώρα, όπως η Ελλάδα, είναι επισφαλείς. Η σχετική συζήτηση ξεκίνησε τους τελευταίους μήνες του 2008 και αναζωπυρώθηκε στην αυγή του 2009. Στο πλαίσιό της, εκφράζονται ακόμη και ακραία σενάρια περί πιθανής προσφυγής της χώρας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην περίπτωση που δεν καταφέρει να βρει φέτος τους δανειστές που αναζητά.

‘Ενα τέτοιο ενδεχόμενο θα ήταν ο χειρότερος εφιάλτης, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρωζώνη, καθώς θα σήμαινε ένα τεράστιο πλήγμα στο ίδιο το ευρώ. ‘Οπως εξηγούν έμπειροι οικονομικοί αναλυτές της διεθνούς αγοράς ομολόγων, η πιθανή αναγκαστική προσφυγή μίας χώρας-μέλους της Ευρωζώνης στο ΔΝΤ, θα εγκαινίαζε έναν κύκλο έντονης αμφισβήτησης της συνοχής της Ευρωζώνης και, κατ’ επέκταση, της ικανότητάς της να αντιμετωπίζει επιτυχώς πρωτοφανείς κρίσεις, όπως αυτή που βιώνουμε.

Σύμφωνα με όσα διέρρευσαν από την πλευρά των Βρυξελλών, υπήρξε έντονη παρασκηνιακή κινητικότητα και κατ’ αρχάς διαβεβαιώσεις από την πλευρά της Κομισιόν και της ΕΚΤ ότι τα κοινοτικά όργανα δεν θα άφηναν μία χώρα της Ευρωζώνης να «κτυπήσει» την πόρτα διεθνών οργανισμών για δανεικά. Αντ’ αυτού, ως επικρατέστερο σενάριο προβάλλεται, εφόσον προκύψει εμπλοκή στην υλοποίηση του φετινού δανειακού προγράμματος, η στήριξη της ΕΚΤ μέσω της αγοράς ελληνικών κρατικών τίτλων, όπως και τίτλων οποιασδήποτε άλλης χώρας της Ευρωζώνης βρεθεί σε αντίστοιχη θέση.

Ενδεικτική του κλίματος που επικρατεί στις αγορές για την ελληνική οικονομία, αλλά και γενικότερα για τις οικονομίες του Μεσογειακού Νότου, που θεωρούνται επίσης επισφαλείς, είναι η μεγάλη άνοδος πέρυσι των λεγόμενων Credit Default Swaps, ουσιαστικά των ασφαλίστρων κινδύνου, που πληρώνουν οι επενδυτές όταν αγοράζουν κρατικούς τίτλους, προκειμένου να διασφαλίζονται έναντι του ενδεχόμενου χρεοκοπίας της δανειζόμενης χώρας. Οι δείκτες, λοιπόν, που αποτυπώνουν το κόστος ασφάλισης, έφτασαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα μέσα στο 2008, στέλνοντας ανησυχητικά μηνύματα, σχετικά με το κλίμα που επικρατεί στους ξένους επενδυτές για την Ελλάδα. Επισημαίνουμε ότι περίπου το 60% του ελληνικού δημοσίου χρέους το διακρατούν ξένοι επενδυτές υπό τη μορφή ελληνικών ομολόγων…

Τι ζητούν οι αγορές

Το «μέτωπο» στην οικονομία είναι βαρύ. Προ των πυλών βρίσκεται μία νέα κοινοτική επιτήρηση, καθώς η κυβέρνηση, παρά τα όσα είχε υποσχεθεί ανοίγοντας τον κύκλο της απογραφής, δεν κατάφερε να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά. Το έλλειμμα του 2007 έκλεισε στο 3,5% του ΑΕΠ, υψηλότερα δηλαδή από το όριο του 3% που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας, ενώ και πέρσι φαίνεται ότι κινήθηκε στην περιοχή του 3,5%. Η κοινοτική επιτήρηση αναμφίβολα θα αποτελέσει μεγάλο διασυρμό για την κυβέρνηση και ίσως κρίνει τις πολιτικές εξελίξεις. Το σημαντικότερο, όμως, για την οικονομία είναι ότι προ της Κομισιόν την οικονομία μας σε «επιτήρηση» έθεσαν οι αγορές, τσαλακώνοντας την εικόνα για την ικανότητα της χώρας να δανείζεται άνετα, δηλαδή φθηνά και υπό συνθήκες αυξημένης ζήτησης.

Εκείνο που ζητούν οι αγορές είναι η δέσμευση της κυβέρνησης για την υιοθέτηση και υλοποίηση, σε σαφή χρονικά περιθώρια, ενός νέου μοντέλου ανάπτυξης και μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, που θα αντιμετωπίσουν τις χρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας. Στην κυβέρνηση γνωρίζουν ότι η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο και ξέρουν πως απαιτείται σειρά αντιλαϊκών μέτρων, όπως λιτότητα στο δημόσιο, πάγωμα μισθών και σκληρές μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό και στον τομέα της απελευθέρωσης των αγορών, που εάν προωθηθούν θα αυξήσουν περαιτέρω την ήδη μεγάλη κοινωνική ένταση στη χώρα. 

‘Αρδην αλλαγές στη δανειακή στρατηγική 

Υπό το κράτος έντονης αβεβαιότητας το δημόσιο προσαρμόζεται στις συνθήκες και μεταβάλλει τη δανειακή του στρατηγική, εισάγοντας, μεταξύ άλλων, διευκολύνσεις φορολογικού τύπου, ενώ στρέφεται στον βραχυπρόθεσμο δανεισμό. Στο πλέγμα των έκτακτων μέτρων που λήφθηκαν προβλέπονται εκδόσεις-«μαμούθ» σε έντοκα γραμμάτια, οι οποίες υπολογίζονται στα 10 δισ. ευρώ φέτος, έναντι 900 εκατ. ευρώ πέρσι, ενώ θεσπίζονται φορολογικά κίνητρα για τη συμμετοχή κυρίως ξένων επενδυτών σε εκδόσεις εντόκων γραμματίων, κίνητρα για την ενεργό συμμετοχή και Ελλήνων επενδυτών, τροποποιείται, δε, ο τρόπος διεξαγωγής των δημοπρασιών, με στόχο τη διασφάλιση ζήτησης.

Στο Υπουργείο Οικονομίας θεωρούν πλέον δεδομένο ότι η Ελλάδα θα δανειστεί φέτος με αυξημένο κόστος, που σημαίνει μεγαλύτερες δαπάνες για τοκοχρεολύσια τα επόμενα χρόνια, δηλαδή μεταφορά βαρών στις επόμενες γενιές. Επισημαίνουμε ότι φέτος μόνο για τόκους και χρεολύσια το δημόσιο πρέπει να πληρώσει το υπέρογκο ποσό των 41 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του εκτιμώμενου για φέτος ΑΕΠ που θα παραγάγει η χώρα, δηλαδή ενός ποσού υψηλότερου από όσα θα δαπανηθούν φέτος για αποδοχές, συντάξεις, ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία.