Tο υψηλό χρέος ήταν κοινό πρόβλημα των περισσότερων χωρών και πριν τη χρηματοπιστωτική κρίση, η οποία το όξυνε ως κρίση χρέους με διαφορετικά χαρακτηριστικά κι ένταση από τόπο σε τόπο, ανάλογα με τη δομή του χρέους κάθε χώρας. Διότι η δημιουργία κι η εξέλιξη των δανειακών υποχρεώσεων συναρτώνται με παράγοντες, όπως η κατάσταση του εμπορικού ισοζυγίου, ο ρυθμός επέκτασης του ΑΕΠ και ασφαλώς η στάθμισή του (γιατί είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα ο πλούτος να προέρχεται κυρίως από τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή τον τουρισμό, από το να τον παράγει ο δευτερογενής τομέας), η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος κοκ. Άλλωστε, για τον ίδιο λόγο διαφέρουν οι πληγές της οικονομίας κάθε χώρας εξαιτίας της πανδημίας.

Στο πλαίσιο των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας, λοιπόν, η μείωση παντού των ροών κεφαλαίου, λόγω της επιβράδυνσης της παραγωγής και της ζήτησης, ανακλάται παγκόσμια ως ύφεση, αλλού ηπιότερη κι αλλού πιο έντονη, και συνδέεται ευθέως με την εκτίναξη του χρέους, ακριβώς επειδή η ανάσχεση της ύφεσης με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική δημιουργεί ελλείμματα και χρέος. Στην επιβαρυμένη από τα χρέη Ευρώπη, για παράδειγμα, ήδη συζητείται η ποσοστιαία αύξηση του δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ (δηλ. άνω του ορίου 60% που ορίζει Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης), ενόσω το πρόβλημα της ρευστότητας αντιμετωπίζεται κυρίως με την αύξηση της προσφοράς χρήματος από την ΕΚΤ. Το πρόβλημα, όμως, είναι κατά πόσο λειτουργεί ο λεγόμενος «νομισματικός μηχανισμός μετάβασης», δηλαδή κατά πόσο το τραπεζικό σύστημα κάθε χώρας μεταβιβάζει τη ρευστότητα στην οικονομία. Στην Ελλάδα φερ’ ειπείν δεν λειτουργεί, αφότου οι πολιτικές των μνημονίων, εξουθενώνοντας τους δανειολήπτες, μετέτρεψαν την κρίση δημόσιου χρέους σε τραπεζική κρίση («κόκκινα» δάνεια).

Ακόμα δεν έχει φανεί πώς σκέφτονται οι πολιτικοοικονομικές ελίτ να ρυθμίσουν το παγκόσμιο χρέος, αλλά επειδή προφανώς δεν θα «χαριστεί», λογικά αναμένονται «μεταρρυθμίσεις» στις χώρες που καταφεύγουν στο διεθνή δανεισμό, αντίστοιχες με την ισχύ καθεμιάς. Το πιθανότερο είναι πως θα επιλεχθούν διαφορετικές λύσεις ανά γεωγραφικό οικονομικό καθεστώς στον πλανήτη, αφού προηγουμένως αποκατασταθεί η ελευθερία ροής των κεφαλαίων, στα οποία υπολογίζει το σύστημα για τις ιδιωτικές επενδύσεις. Φυσικά, οι χώρες που έχουν ισχυρές κεφαλαιαγορές, όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία κ.ά., θα ευνοηθούν. Όλα αυτά έπονται, όμως, της επίλυσης των προβλημάτων λειτουργίας των τραπεζών για τη διάχυση της ρευστότητας. Σχετικώς το σύστημα φαίνεται πως έχει αρκετά εργαλεία –ήδη στην ΕΕ ανοίγει η συζήτηση για τη δημιουργία ενός συστήματος bad banks, αλλά δεν ξέρουμε καν πώς το εννοούν οι ιθύνοντες.

Συνεπώς, πρώτον, το κυρίαρχο υπόδειγμα δέχεται πιέσεις, διότι αφενός επιχειρεί να αντιμετωπίσει μια κατάσταση ύφεσης με μέτρα, τα οποία μόνο εν μέρει λειτουργούν, και αφετέρου, όταν εφαρμόζει επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές, δημιουργεί νέα χρέη, η διαχείριση των οποίων προϋποθέτει ικανότητα μεσομακροπρόθεσμης βιώσιμης ανάπτυξης των οικονομιών, ενόσω η ανάκαμψη τύπου «V» για τις δυτικές οικονομίες αποδεικνύεται όνειρο θερινής νυκτός… Δεύτερο, παίρνοντας υπόψιν την ευχή του ΔΝΤ για ένα «νέο Bretton Woods», δεν βλέπω στον ορίζοντα κάποιο πολυμερές σχήμα, όπως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που θα αναλάβει την επανεκκίνηση του οικονομικού συστήματος. Μάλλον απίθανη μοιάζει μια τέτοια προοπτική».

Συνέντευξη με το Διονύση Γράβαρη, καθηγητή Πολιτικών Επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Επιστημονικό Διευθυντή του ΙΓΜΕ της ΓΣΕΒΕΕ

σελφ σέρβις: Πάντως, είναι το λιγότερο εντυπωσιακό ότι ακόμα και διεθνείς εκπρόσωποι του οικονομικού συστήματος ομολογούν ότι οι μεγάλες ανισότητες έγιναν πια η τροχοπέδη του. Πρόκειται για σήμα αλλαγής πολιτικής;
Διονύσης Γράβαρης: Ο τρόπος λειτουργίας του συστήματος δείχνει απεναντίας πως οι ανισότητες θα διευρυνθούν περισσότερο. Το πόσο ενδιαφέρουσες μπορεί να είναι οι τυχόν αλλαγές πολιτικής, αν υπάρξουν, δεν το ξέρουμε. Άλλωστε, φορείς τέτοιων αλλαγών είναι οι πολιτικές δυνάμεις ως έκφραση διαφορετικών κοινωνικών συμφερόντων, άρα εκφράζονται σε εθνικό επίπεδο, όχι σε διεθνές. Πέραν του γεγονότος ότι η πανδημία τώρα δεν αφήνει περιθώρια στην έκφραση τέτοιων προθέσεων, κάθε αλλαγή υποδείγματος προϋποθέτει πάντα κάποιον, που την επιδιώκει. Και τέτοιες προθέσεις δεν φαίνονται. Φαίνεται μόνο το ισχύον μοντέλο, που κυριάρχησε πάνω στις ήττες του συνδικαλιστικού κινήματος ήδη από το μακρινό 1979 και αφότου η σοσιαλδημοκρατία αποσυνδέθηκε από τα εργατικά συνδικάτα.

σ. σ.: Τούτο λοιπόν το οικονομικό σύστημα επείγεται τώρα να απεμπλακεί από την οικονομική κρίση της πανδημίας, πριμοδοτώντας τις ιδιωτικές επενδύσεις, προκειμένου να υπάρξει ανάπτυξη. Τι σκέφτεστε σχετικά;
Δ. Γ.: Σκέφτομαι πως αυτό το επιδιώκει κυρίως με δύο τρόπους, ακριβώς στο πλαίσιο των προδιαγραφών της λειτουργίας του, δηλαδή διογκώνοντας τα χρέη και διευρύνοντας τις ανισότητες. Πρώτον, μειώνοντας περαιτέρω το κόστος της εργασίας, πράγμα που το επιτυγχάνει αφενός με τον ψηφιακό μετασχηματισμό της (π.χ. ο εξ αποστάσεως εργαζόμενος Ινδός προτιμάται όλο και περισσότερο από τον Ευρωπαίο ή τον Αμερικανό συνάδελφό του) και αφετέρου με την πολιτική της θεσμικής αφαίμαξης των δικαιωμάτων της εργασίας. Δεύτερον, με την εκχώρηση στον ιδιωτικό τομέα όλο και περισσότερων κομματιών της δημόσιας ασφάλισης, υγείας, παιδείας και των λοιπών δημόσιων αγαθών. Το ενδιαφέρον με τις ιδιωτικοποιήσεις είναι ότι προωθούνται παντού στον κόσμο με αυταρχισμό, όχι τόσο για να καμφθούν οι τυχόν κοινωνικές αντιδράσεις, όσο γιατί ο αυταρχισμός αποτελεί παλαιόθεν δοκιμασμένο εργαλείο της ιδιωτικοποίησης του δημοσίου χώρου…

σ. σ.: Εφόσον, όμως, οι ιδιωτικές επενδύσεις στην «πράσινη» οικονομία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας αποτελούν συστημική προτεραιότητα, ώστε να ανατάξει η οικονομία, λογικά πρέπει να ενισχυθεί η ζήτηση των σχετικών προϊόντων. Ειδάλλως πώς θα πετύχει το εγχείρημα;
Δ. Γ.: Μα η κρίση της ζήτησης είναι ήδη παρούσα! Πλην όμως ο εργατικός μισθός εξακολουθεί να είναι «κόστος» για τους εργοδότες και γι’ αυτό τους χαροποιεί ιδιαίτερα η τάση της άρσης του συλλογικού εργατικού δικαίου και της κατίσχυσης των ατομικών συμβάσεων με όρους πλήρους ευελιξίας –οι ατομικές συμβάσεις, σημειώστε, ενίοτε τείνουν στο μηδενικό χρόνο, καθιστώντας τον εργαζόμενο ουσιαστικά δούλο σε μόνιμη επισφάλεια… Μπορεί οι μισθοί ως εισόδημα του κόσμου της εργασίας να γίνονται, μέσω της ζήτησης, πλούτος των εργοδοτών, αλλά αυτοί είναι πεισμένοι από την υπόσχεση των οικονομικών της προσφοράς ότι κυρίως η «εξωστρέφεια» θα τους αυξήσει τον πλούτο, έστω κι αν τούτο αποδεικνύεται φρούδες προσδοκίες για τους περισσότερους επιχειρηματίες…

Πέραν αυτών, όμως, η απόδοση του ιδιωτικού κεφαλαίου σχετίζεται με τις προϋποθέσεις της επένδυσής του. Αν επενδύεται με γενναίες φοροαπαλλαγές ή κατόπιν εκχώρησης σε αυτό από το Δημόσιο της εκμετάλλευσης έτοιμων αγορών εν είδει ολιγοπωλίων, ο επενδυτής λειτουργεί με υπερκέρδος εξ αρχής, άρα δεν τον απασχολεί η ζήτηση (δείτε παραδειγματικά την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των σκουπιδιών, βάσει συμβολαίου επί συγκεκριμένων τιμών και όγκων απορριμμάτων). Παρεμπιπτόντως σημειώνω, έχοντας υπόψιν τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα, ότι το πολιτικοοικονομικό σύστημα ποντάρει στις αποταμιεύσεις, υπολογίζοντας ότι μέσω της κεφαλαιαγοράς θα χρηματοδοτήσει κατόπιν μόχλευσης τις μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις. Όμως, αυτό είναι αβέβαιο από πολλές απόψεις…

Με άλλα λόγια, συζητούμε επί εμφανώς προβληματικών σεναρίων, που τα σχολιάζω απλώς ως κυρίαρχες τάσεις. Ούτε καν το ίδιο το οικονομικό σύστημα ξέρει κατά πόσο θα πετύχουν. Διότι δεν το απασχολεί, λ.χ., να πάρουν όλοι οι καταναλωτές ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Του αρκεί που μπορεί να κατεβάσει το μέσο όρο ζωής αυτού του είδους οχημάτων, για όσους τ’ αγοράσουν, που μπορεί να φτιάξει και πάμφθηνα μοντέλα από αυτά για τους μη έχοντες, που μπορεί ν’ ανοίξει την αγορά των μεταχειρισμένων κοκ. Όλα τ’ άλλα αφήνονται στην αυθόρμητη λειτουργία του συστήματος και προφανώς έτσι θα προχωρήσει η «πράσινη» ανάπτυξη κι ο ψηφιακός μετασχηματισμός. Δηλαδή με διεύρυνση των ανισοτήτων και με πολλά θύματα –ασφαλώς και μερίδων του κεφαλαίου– σε καθεστώς αβεβαιότητας…