Η εκρηκτική αύξηση στις διεθνείς τιμές των τροφίμων την τελευταία διετία έφερε 37 αναπτυσσόμενες χώρες αντιμέτωπες με μία οξεία διατροφική κρίση, ενώ οι πιο ανεπτυγμένες οικονομίες του πλανήτη δέχθηκαν ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις. Ωστόσο, οι αυξημένες τιμές των σιτηρών και των άλλων δημητριακών δημιουργούν μια σειρά οφέλη και ευκαιρίες, πρωτίστως για τους καλλιεργητές και τις χώρες με πλεονασματική παραγωγή σε αυτά τα προϊόντα και υψηλή εξαγωγική επίδοση. Ωστόσο, μπορεί οι 'Ελληνες καταναλωτές να πλήρωσαν ακριβά τις διεθνείς ανατιμήσεις των βασικών τροφίμων, αλλά οι 'Ελληνες γεωργοί δεν μπόρεσαν να αποκομίσουν σημαντικά οφέλη από αυτές, καθώς η παραγωγή τους στα τρόφιμα αυτά ακολουθεί καθοδική πορεία, σύμφωνα με τα βασικά συμπεράσματα σχετικής μελέτης τής Alpha Bank.

Από την άλλη, οι αυξημένες τιμές των σιτηρών και των άλλων δημητριακών δημιουργούν και μια σειρά οφέλη και ευκαιρίες. Ωφελούν πρωτίστως τους καλλιεργητές και τις χώρες με πλεονασματική παραγωγή σε αυτά τα προϊόντα, με υψηλή εξαγωγική επίδοση. ‘Oμως, ενώ οι ‘Eλληνες καταναλωτές πλήρωσαν ακριβά το ράλι της ανόδου των διεθνών τιμών, οι ‘Eλληνες γεωργοί δεν μπόρεσαν να αποκομίσουν σημαντικά οφέλη από τις αυξήσεις, καθώς η παραγωγή τους ακολουθεί καθοδική πορεία.

Τα παραπάνω αποτελούν τα βασικά συμπεράσματα μελέτης της Alpha Bank, η οποία δημοσιεύεται στο τελευταίο Οικονομικό Δελτίο της τράπεζας.

Χαμηλά τα αντανακλαστικά της εγχώριας γεωργίας

‘Oπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη μελέτη, η ελληνική παραγωγή των τροφίμων που συμμετείχαν στο ράλι της ανόδου ήταν σημαντικά μειωμένη το 2007. Οι λόγοι της πτώσης της παραγωγής οφείλονται εν μέρει σε συγκυριακούς παράγοντες (πχ καιρικές συνθήκες).

Από την άλλη, όμως, οι εξελίξεις αυτές δείχνουν την εξαιρετικά χαμηλή ανταπόκριση του ελληνικού γεωργικού τομέα ακόμη και σε κοσμογονικές αλλαγές που συμβαίνουν στις αγορές σε παγκόσμιο επίπεδο, όπως ο διπλασιασμός ή και τριπλασιασμός των τιμών ορισμένων από αυτά. Σύμφωνα με αναλυτικά στοιχεία που παραθέτουν οι συντάκτες της έκθεσης:

  • Η παραγωγή ζαχαρότευτλων από τους 3.146 χιλιάδες τόνους, που ήταν το 2000, μειώθηκε στους 1.917 το 2006 και στους 897 χιλιάδες τόνους το 2007.
  • Η παραγωγή μαλακού σταριού αυξήθηκε από τους 377 χιλιάδες τόνους το 2006 στους 475.000 τόνους το 2007. ‘Oμως, το ίδιο διάστημα η παραγωγή σκληρού σταριού μειώθηκε από τους 1.403.000 στους 828.000 τόνους.
  • Η παραγωγή αραβοσίτου μειώθηκε από 2.351 σε 1.768 χιλιάδες τόνους.
  • Η παραγωγή γάλακτος μειώθηκε από 2.077 σε 1.894 χιλιάδες τόνους.

Για το 2008, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις με ζαχαρότευτλα μόλις που ξεπερνούν τα 141.000 στρέμματα έναντι 136.000 στρεμμάτων το 2006 (418.000 στρέμματα το 2000), παρά τις αυξημένες τιμές που προσφέρει η Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης (ΕΒΖ). Επίσης, η παραγωγή σιτηρών δεν αναμένεται να αυξηθεί πάνω από 10%-12%, παρότι οι ‘Ελληνες παραγωγοί απολαμβάνουν από το 2007 αισθητά υψηλότερες τιμές. Σύμφωνα με στοιχεία από την αγορά, για το καλαμπόκι που θα θεριστεί αυτό το φθινόπωρο οι έμποροι προσφέρουν τιμή 0,30 ευρώ ανά κιλό, ενώ το 2007 η αντίστοιχη τιμή ήταν 0,24 ευρώ και το 2006 0,14 ευρώ. Οι συζητούμενες τιμές για το σκληρό στάρι πλησιάζουν τα 0,40 ευρώ, έναντι 0,30 ευρώ το 2007 και 0,15 ευρώ το 2006.

Γενικά, οι πιο ωφελημένοι από την έξαρση των τιμών σε αυτά τα προϊόντα, σημειώνεται στη μελέτη, είναι οι παραγωγοί που είναι οργανωμένοι σε γεωργικές επιχειρήσεις ικανοποιητικού μεγέθους, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να παράγουν μαζικά και να προμηθεύονται με χαμηλότερο κόστος ενέργεια, μηχανήματα, λιπάσματα κλπ, κάτι που δεν ισχύει για τις κατακερματισμένες ελληνικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις.

Μεσοπρόθεσμα μείωση-σταθεροποίηση των τιμών

Αναφερόμενοι στις τελευταίες εξελίξεις στο “μέτωπο” των τιμών, οι συντάκτες της έκθεσης επισημαίνουν ότι το τετράμηνο Απριλίου-Ιουλίου έχει παρατηρηθεί ανάσχεση της ανοδικής πορείας των τιμών του σιταριού και του καλαμποκιού, καθώς και ορισμένων άλλων βασικών προϊόντων διατροφής. Το κατά πόσο αυτή η μείωση θα συνεχιστεί, θα εξαρτηθεί από την επίπτωση πολλών παραγόντων. Πάντως, είναι αξιοσημείωτο ότι η πτώση των τιμών στα τρόφιμα συνδυάζεται τις τελευταίες εβδομάδες με πτώση και των τιμών του πετρελαίου.

Η εξήγηση των εξελίξεων αυτών είναι ότι, αφενός, η παραγωγή τροφίμων έχει ανταποκριθεί ουσιαστικά στις εξαιρετικά υψηλές τιμές τους την περίοδο 2006-2008 και, αφετέρου, η επιβράδυνση στην ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας συμβάλλει στη μείωση της παγκόσμιας ζήτησης τόσο στα τρόφιμα όσο και στα προϊόντα πετρελαίου.

‘Ομως, σε μεσο-μακροχρόνια περίοδο, οι μεν τιμές του πετρελαίου και των άλλων ενεργειακών προϊόντων αναμένεται να συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία, ενώ οι τιμές των τροφίμων εκτιμάται ότι θα σταθεροποιηθούν σε χαμηλότερα από τα σημερινά επίπεδα, με βραχυχρόνιες διακυμάνσεις λόγων συγκεκριμένων εξωγενών παραγόντων.

Η μόνη μεσο-μακροχρόνια απειλή για τις τιμές των τροφίμων εντοπίζεται στην προσπάθεια πολλών χωρών να αυξήσουν την παραγωγή βιοκαυσίμων με πολύ υψηλό ρυθμό, που δεν θα δικαιολογείται από τη δυνατότητα ανταπόκρισης της παραγωγής των βασικών προϊόντων τροφίμων, από τα οποία παράγονται τα βιοκαύσιμα.

Πόλωση αδύναμων-ισχυρών

Οι επιπτώσεις της αύξησης των τιμών των τροφίμων ήταν ιδιαίτερα οδυνηρές στις αναπτυσσόμενες χώρες, σε πολλές από τις οποίες η δαπάνη για την αγορά βασικών ειδών διατροφής απορροφά έως και το 60% των συνολικών δαπανών των νοικοκυριών (ιδιαίτερα σε χώρες της Αφρικής). Στις ανεπτυγμένες χώρες το αντίστοιχο ποσοστό είναι 14%. Συνεπώς, το μέσο νοικοκυριό των ανεπτυγμένων χωρών δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα αδυναμίας να αγοράζει βασικά είδη διατροφής. ‘Ομως, στις χώρες αυτές το πρόβλημα εντοπίζεται στα νοικοκυριά των χαμηλότερων εισοδηματικών τάξεων. Επιπλέον, η εξωγενής αύξηση των τιμών των τροφίμων συμβάλλει, σε συνδυασμό με τη μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου, στην αύξηση του πληθωρισμού ακόμη και πέραν των στόχων που έχουν υιοθετηθεί από τη νομισματική πολιτική.

Από την άλλη, όμως, οι παραγωγοί δημητριακών, ιδιαίτερα στις χώρες με υψηλές εξαγωγικές επιδόσεις, έχουν αποκομίσει σημαντικά οφέλη από το ράλι των τιμών. ‘Οπως ενδεικτικά επισημαίνουν οι συντάκτες της μελέτης, οι ΗΠΑ το 2007 αποκόμισαν έσοδα ρεκόρ από τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων ύψους 53 δισεκατ. ευρώ, ενώ στη Γαλλία όσοι ασχολήθηκαν με την παραγωγή και το εμπόριο δημητριακών διπλασίασαν το εισόδημά τους.

Στην ανατιμήσεις των τροφίμων συνέβαλαν:

  • Η αύξηση του πληθυσμού, η άνοδος του βιοτικού επιπέδου και η σταδιακή αλλαγή υπέρ της κατανάλωσης κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων, ιδιαίτερα στις αναδυόμενες οικονομίας της Κίνας και της Ινδίας. Η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και την επόμενη δεκαετία.
  • Η παραγωγή βιοκαυσίμων από βασικά προϊόντα διατροφής, όπως καλαμπόκι, στάρι, σόγια κλπ. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η αυξημένη χρήση βιοκαυσίμων ευθύνεται για το ήμισυ της πρόσφατης αύξησης της ζήτησης των τροφίμων διεθνώς.
  • Η αύξηση του κόστους μεταφοράς και παραγωγής. Κάθε αύξηση στην τιμή του αργού πετρελαίου κατά 10% οδηγεί σε αύξηση 1%-2% των τιμών των τροφίμων.
  • Οι κλιματικές αλλαγές και τα έκτακτα καιρικά φαινόμενα.
  • Το σοβαρό επενδυτικό έλλειμμα στη γεωργία κατά τα τελευταία χρόνια. Λόγω των μειωμένων επενδύσεων κατά την τελευταία δεκαετία, η αγροτική παραγωγή υποχωρεί σταδιακά σε πολλές χώρες.
  • Ο περιορισμός των καλλιεργούμενων εκτάσεων και η μειωμένη απόδοση των καλλιεργειών (ερημοποίηση, αστικοποίηση, εγκατάλειψη καλλιεργειών κλπ).
  • Η εξάντληση των αποθεμάτων δημητριακών. Για αρκετά χρόνια οι αγρότες δεν μπόρεσαν να αυξήσουν την παραγωγή ανάλογα με την αυξανόμενη ζήτηση για τρόφιμα και κρέας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων. Η επισφαλής ισορροπία ανατράπηκε το 2007-2008, λόγω και της γενικευμένης αύξησης της ζήτησης και της κακής εσοδείας.
  • Η αφθονία των τροφίμων τις προηγούμενες δεκαετίες οδήγησε σε εφησυχασμό των κυβερνήσεων, ιδιαίτερα των ανεπτυγμένων χωρών, με αποτέλεσμα να περιοριστούν η έρευνα και οι υποδομές στον αγροτικό τομέα.
  • Οι περιορισμοί στο διεθνές εμπόριο και, βέβαια:
  • Η κερδοσκοπία. Οι επιθετικές επενδυτικές πολιτικές στις προθεσμιακές αγορές εμπορευμάτων, σημειώνεται στη μελέτη, επηρεάζουν κυρίως τη μεταβλητότητα των τιμών, χωρίς αυτό να σχετίζεται ιδιαίτερα με την προσφορά και τη ζήτηση. Οι κερδοσκοπικές κινήσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ξαφνικές αντίθετες κινήσεις, όταν αλλάξει το κλίμα της αγοράς.