Πόλεμος για τα private label προϊόντα ξέσπασε σε ευρωπαϊκό συνέδριο για τα γεωργικά είδη διατροφής, το οποίο πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο πλαίσιο της έκθεσης Detrop στη Θεσσαλονίκη. Εκπρόσωπος των ιταλικών βιομηχανιών παραγωγής κρέατος, μιλώντας σε οξείς τόνους, κατηγόρησε τους λιανέμπορους ότι μέσω των private label εμποδίζουν επ’ ωφελεία τους την άμεση σύγκριση τιμών μεταξύ ομοειδών προϊόντων εκ μέρους των καταναλωτών και ότι πολιτεύονται στον σχετικό τομέα με όρους αδιαφάνειας, στρέβλωσης του ανταγωνισμού και εκβιασμού των παραγωγών. Απαντώντας του, εκπρόσωπος μεγάλου γαλλικού ομίλου παραγωγής τροφίμων υποστήριξε ότι η παραγωγή τροφίμων ιδιωτικής ετικέτας φέρνει τζίρο στις παραγωγικές επιχειρήσεις του κλάδου, συμβάλλοντας στις προσπάθειές τους να αναπτύσσουν branded προϊόντα.

Πολεμική κατά της ιδιωτικής ετικέτας

‘Oπως τόνισε κατά τη διάρκεια ομιλίας του ο κ. Michelle Spangaro, εκπρόσωπος των ιταλικών βιομηχανιών παραγωγής κρέατος (ASSICA), οι λιανέμποροι με τα private label προϊόντα επιδιώκουν να σταθούν εμπόδιο στην προσέγγιση μεταξύ παραγωγών-καταναλωτών, καθώς και να εμποδίσουν την άμεση σύγκριση τιμών μεταξύ ομοειδών προϊόντων. ‘Οπως υποστήριξε, η έλλειψη διαφάνειας για την ακριβή ταυτότητα αυτών των προϊόντων δημιουργεί ένα θολό τοπίο, που δεν επιτρέπει στον καταναλωτή να αντιληφθεί, εάν ένα είδος είναι δικαιολογημένα ακριβό ή φθηνό, και οι λιανέμποροι εκμεταλλεύονται αυτή την αδυναμία προς όφελος τους.

Μάλιστα, ο κ. Spangaro, προχωρώντας ένα βήμα περισσότερο, έκανε λόγο για «απομείωση της αξίας των προϊόντων και περιθωριοποίηση των παραγωγών», εξαιτίας της άνθησης των private label. «Οι παραγωγοί είναι πλέον απλοί υποπρομηθευτές», επισήμανε μιλώντας περί «στρέβλωσης του ανταγωνισμού, καθώς τα σούπερ μάρκετ, καθορίζοντας τις τιμές των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, επηρεάζουν τις τελικές επιλογές των καταναλωτών». Ο κ. Spangaro είπε ότι είναι κωμικοτραγικό να καλούνται πολλές φορές οι παραγωγοί από τις λιανεμπορικές αλυσίδες, προκειμένου να συμμετάσχουν στο κόστος προώθησης των private label, τα οποία στρέφονται άμεσα κατά των επώνυμων ειδών τους. ‘Οπως υπογράμμισε σε υψηλούς τόνους, «οι λιανέμποροι εύκολα αντικαθιστούν τους παραγωγούς private label, καθώς οι τελευταίοι είναι άγνωστοι και παραμένουν στην αφάνεια», προσθέτοντας ότι «μία πιθανή λύση θα μπορούσε να είναι η υποχρέωση των λιανέμπορων να αναγράφουν πάντα τον παραγωγό στη σήμανση των προϊόντων που κινούν με τις δικές τους ετικέτες», αν και, όπως είπε, «η λύση αυτή, ενδεχομένως, δημιουργεί και κάποια προβλήματα, αφού κάποιοι παραγωγοί δεν θέλουν να φαίνονται οι επωνυμίες τους στις ετικέτες των private label, για λόγους φήμης».

Αντίλογος υπέρ των PL

Ο αντίλογος στο συνέδριο ήρθε από τον κ. A. Campredon, ανώτατο στέλεχος μεγάλου γαλλικού ομίλου παραγωγής τροφίμων, ο οποίος υπερασπίστηκε τα private label προϊόντα, υποστηρίζοντας ότι για τις παραγωγικές επιχειρήσεις τροφίμων η παραγωγή και προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας είναι σχεδόν μονόδρομος, αφού έτσι αποκομίζουν τζίρο και μερίδια αγοράς.

Μάλιστα, όπως επισήμανε, η παραγωγή private label προϊόντων αποτελεί εφαλτήριο ανάπτυξης για τις μικρές και τις νεοεισερχόμενες στην αγορά επιχειρήσεις, οι οποίες υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα μπορούσαν εύκολα να στηρίξουν αυτόνομα την ανάπτυξη branded προϊόντων. Απαντώντας, δε, στον κ. Spangaro, υποστήριξε ότι η επιλογή της αναγραφής του προμηθευτή στα private label πρέπει να παραμείνει προαιρετική.