Ερμηνευτική εγκύκλιο εξέδωσε το Υπουργείο Ανάπτυξης ύστερα από πληθώρα ερωτημάτων που αφορούσαν στην μεταβατική περίοδο εφαρμογή της Αγορανομικής Διάταξης 5/2009 (ΦΕΚ 798/Β’/29.4.20090), με την οποία ρυθμίζονται θέματα «αναγραφής ενδείξεων επί της συσκευασίας των πάσης φύσεως γαλακτοκομικών προϊόντων, που υποδηλώνουν τη χώρα προέλευσης της πρώτης ύλης (γάλακτος) που χρησιμοποιήθηκε για την παρασκευή και διάθεση των προϊόντων αυτών στον τελικό καταναλωτή, καθώς και υποχρεώσεις των λιανοπωλητών, σχετικά με τον τρόπο τοποθέτησης των γαλακτοκομικών προϊόντων στα σημεία πώλησης των καταστημάτων τους».

Στην ερμηνευτική εγκύκλιο διευκρινίζεται πως οι διατάξεις της Αγορανομικής Διάταξης με αριθμό 5/2009, σύμφωνα με το άρθρο 3, ισχύουν από τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, που πραγματοποιήθηκε στις 29 Απριλίου 2009. Από αυτή την ημερομηνία και μετά όλοι οι εμπλεκόμενοι στην παραγωγή, εισαγωγή και, γενικά, στη διακίνηση μέχρι τον τελικό καταναλωτή των γαλακτοκομικών προϊόντων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 37Α’ της ΑΔ 5/2009, υποχρεούνται στην εφαρμογή των διατάξεών της. Εξαιρούνται οι ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Οι παραγωγοί, οι εισαγωγείς και οι χονδρέμποροι, οι οποίοι, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της ΑΔ 5/2009, είχαν αποδεδειγμένα στις αποθήκες τους έτοιμα προϊόντα, σε συσκευασίες με τις προηγούμενες ισχύουσες ενδείξεις, μπορούν να τα διαθέτουν προς τους λιανοπωλητές, χωρίς τις νέες ενδείξεις, τόσο επί των συσκευασιών όσο και επί των παραστατικών διακίνησής τους, μέχρι εξαντλήσεώς τους, όχι όμως πέραν της 31/7/2009 για όλα τα είδη, εκτός από το γάλα εβαπορέ, σακχαρούχο ή μη, για το οποίο η διάθεση του μπορεί να γίνεται μέχρι την 31/10/2009.

β) Οι παραγωγοί που, κατά την έναρξη ισχύος της ΑΔ 5/2009, είχαν αποδεδειγμένα στην κατοχή τους υλικά συσκευασίας έτοιμα προς χρήση με εκτυπωμένες τις προηγούμενες ισχύουσες ενδείξεις επί αυτών, μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν μέχρι εξαντλήσεώς των για τη συσκευασία των προϊόντων τους, όχι όμως πέραν των ημερομηνιών 31/7/2009 και 31/10/2009 κατά περίπτωση που αναφέρονται ανωτέρω. Για τη διάθεση των προϊόντων αυτών ισχύουν οι εξαιρέσεις του άρθρου 2 της ΑΔ 5/2009 και τα όσα αναφέρονται στην ως άνω περίπτωση α’.

γ) Τα ίδια με την ως άνω περίπτωση β’ ισχύουν και για τις εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων που θα γίνουν μετά την ημερομηνία ισχύς της ΑΔ 5/2009, όχι όμως πέραν των ημερομηνιών 31/7/2009 και 31/10/2009 κατά περίπτωση.

δ) Οι λιανοπωλητές, που αποδεδειγμένα κατείχαν γαλακτοκομικά προϊόντα την ημέρα έναρξης ισχύος της ΑΔ 5/2009, καθώς και τα αντίστοιχα προϊόντα που θα προμηθευτούν σύμφωνα με τις ως άνω περιπτώσεις α’, β’, και γ’, θα μπορούν να τα διαθέτουν στους καταναλωτές, μέχρι εξαντλήσεως των προϊόντων αυτών, χωρίς τις νέες οριζόμενες ενδείξεις επί των συσκευασιών τους και υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι δεν έχει λήξει η ημερομηνία ανάλωσής τους.

Επίσης, στην περίπτωση που τα γαλακτοκομικά προϊόντα παράγονται στην Ελλάδα, και χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη και γάλα εισαγόμενο, το οποίο όμως κατά την εισαγωγή του δεν έχει την ένδειξη της χώρας προέλευσης του, αλλά φέρει την ένδειξη «προέλευσης ΕΕ», τότε επί των συσκευασιών των προϊόντων που θα παραχθούν θα πρέπει να αναγράφονται τουλάχιστον οι ενδείξεις:

α) « από γάλα προέλευσης ΕΕ», εάν για την παραγωγή των προϊόντων χρησιμοποιείται μόνο το γάλα αυτό.

β) «από γάλα …% ελληνικό και από γάλα …% ΕΕ», σε περίπτωση που για την παραγωγή των προϊόντων γίνεται πρόσμιξη ελληνικού γάλακτος και γάλακτος ΕΕ.

Στις περιπτώσεις που η εκατοστιαία σύνθεση της πρόσμιξης του χρησιμοποιημένου γάλακτος δεν διατηρείται σταθερή, από παρτίδα σε παρτίδα παραγωγής ορισμένων προϊόντων (πχ γιαούρτι), και επειδή αντικειμενικά δεν είναι εφικτή η άμεση προσαρμογή και των αντιστοίχων ενδείξεων επί των συσκευασιών, ο παραγωγός των προϊόντων αυτών μπορεί να αναγράφει επί της συσκευασίας το ποσοστό (%) του ελληνικού γάλακτος, που κατ’ ελάχιστο όριο εμπεριέχεται στα προϊόντα του, οπότε η διαφορά σε ποσοστό (%) θα αποτελεί το χρησιμοποιούμενο γάλα άλλης προέλευσης.

Ακόμη, οι νέες οριζόμενες ενδείξεις θα πρέπει να υπάρχουν σε μία τουλάχιστον πλευρά της συσκευασίας -και συγκεκριμένα σ’ εκείνη που θεωρείται πρόσοψη και κάτω από την ονομασία πώλησης του προϊόντος (πχ γάλα φρέσκο, γάλα σακχαρούχο).

Ως παραστατικά διακίνησης των γαλακτοκομικών προϊόντων που αναφέρονται στην ΑΔ 5/2009 νοούνται τα εκδιδόμενα δελτία αποστολής και τα τιμολόγια που εκδίδονται κατά την πώληση των προϊόντων από όλους τους διακινητές αυτών και όχι οι ταμειακές αποδείξεις ή οι λοιπές τυχόν εκδιδόμενες αποδείξεις λιανικής πώλησης ούτε και τα παραστατικά που εκδίδονται κατά την εσωτερική διακίνηση των προϊόντων εντός της ίδιας εταιρείας (πχ από το κεντρικό σε υποκατάστημα) .

Στην εγκύκλιο διευκρινίζεται πως η κατηγοριοποίηση των γαλακτοκομικών προϊόντων έγινε σύμφωνα με τα οριζόμενα τόσο στον Κώδικα Τροφίμων και Ποτών όσο και στην ΑΔ 14/89.