Από τη μια ο αγοραστής ζητάει περισσότερη ενημέρωση για τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά. Από την άλλη, τα δεδομένα που χρειάζονται για την ενημέρωσή του είναι διάσπαρτα σε διαφορετικούς κατόχους. Κάποιος θα πρέπει να αναλάβει να οργανώσει την κατάσταση, να τα συλλέξει και να προσφέρει στον αγοραστή την πληροφορία που χρειάζεται με εύκολο και κατανοητό τρόπο. Ο κλήρος πέφτει στις αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

H προσπάθεια για καλύτερη ενημέρωση του αγοραστή/καταναλωτή σχετικά με τα προϊόντα που διατίθενται από τις αλυσίδες σούπερ μάρκετ ξεκίνησε προτού γίνει απαίτηση από τις νέες οδηγίες της ΕΕ, όπως αυτή που αφορά το κρασί και επιβάλει να αναγράφονται στην ετικέτα του όλα τα συστατικά, ενώ μέχρι τώρα ήταν υποχρεωτική η αναγραφή μόνο των αλλεργιογόνων.

Η πληροφορία που αφορά το ποιος είναι ο παραγωγός ενός προϊόντος ή μιας κατηγορίας προϊόντων έχει δοθεί στο κοινό, για παράδειγμα, μέσα από καμπάνιες που έχουν υλοποιήσει αλυσίδες σούπερ μάρκετ, όπως η Metro και ΑΒ Βασιλόπουλος. Αν και η πληροφορία αυτή είναι σημαντική, αποτελεί σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στην πληροφορία που λείπει αρκετές φορές από την παρουσίαση ενός προϊόντος στα σύγχρονα ψηφιακά καταστήματα, αλλά ακόμα και από την ετικέτα του προϊόντος στη φυσική του μορφή. Με δεδομένη την ύπαρξη εκατομμυρίων κωδικών προϊόντων, η παροχή σωστής και πλήρους πληροφόρησης δεν είναι μόνο πρόβλημα νοοτροπίας, αλλά και οργάνωσης. Συχνά, οι πληροφορίες που έχει ο παραγωγός του προϊόντος δεν φτάνουν στα πληροφοριακά συστήματα των αλυσίδων, αλλά ακόμα και όταν αυτό συμβαίνει, η ποιότητά τους δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει την εύκολη ενσωμάτωσή της στα πληροφοριακά συστήματα που χρησιμοποιούνται για να υποστηρίξουν το ψηφιακό κατάστημα ή ενέργειες προώθησης των προϊόντων, όπως οι έντυποι κατάλογοι προσφορών.

Χαμένοι στον ωκεανό οι e-tailers χωρίς DAM
Η αγορά του Digital Asset Management αναμένεται να διαγράψει πορεία κάθετης απογείωσης τα ερχόμενα χρόνια, καθώς συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη του ψηφιακού εμπορίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύει η Research And Markets, ενώ το 2020 η αγορά DAM είχε αξία 3,3 δισ. δολάρια, το 2027 θα έχει φτάσει στα 15,5 δισ. δολάρια, ανεβαίνοντας ένα σκαλί 22,2% περίπου κάθε χρόνο.

Για τους e-tailers το DAM είναι κρίσιμο σχεδόν όσο και ο χρόνος παράδοσης των προϊόντων, προκειμένου να εξασφαλίσουν ότι οι πελάτες τους θα είναι ικανοποιημένοι και θα επιστρέψουν στο κατάστημα. Το χειρότερο σενάριο, ωστόσο, δεν αφορά τον πελάτη που δεν επιστρέφει στο κατάστημα, αλλά αυτόν που δεν ολοκληρώνει ούτε την πρώτη αγορά, γιατί δε βρήκε επαρκείς πληροφορίες για το προϊόν που ψάχνει.

Τι μορφή μπορούν να έχουν αυτές οι πληροφορίες; Από τα βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά τού προϊόντος ή τα συστατικά του μέχρι video που περιγράφουν τη χρήση του και σχόλια αγοραστών που το έχουν ήδη χρησιμοποιήσει.

Το πρόβλημα που έχουν να διαχειριστούν οι e-tailers είναι η συγκέντρωση των πληροφοριών ή τουλάχιστον η διασύνδεση συστημάτων που τις περιέχουν. Δεν είναι απαραίτητο, για παράδειγμα, αλλά ούτε νόμιμο σε κάποιες περιπτώσεις να έχει ένας e-tailer αποθηκευμένες πληροφορίες που έχουν δημιουργηθεί από τρίτους, μπορεί όμως να χρησιμοποιεί link προς αυτές. Ιδανικά, θα μπορούσαμε να φανταστούμε ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο, γνωρίζοντας τον κωδικό τού προϊόντος, ανατρέχει στο δίκτυο, εντοπίζει τη σχετική πληροφορία, την αξιολογεί και στη συνέχεια την προβάλει μαζί με το προϊόν με έναν εύληπτο τρόπο. Όμως, δεν υπάρχει τέτοιο λογισμικό, αλλά και να υπήρχε δεν είναι βέβαιο ότι η λήψη των πληροφοριών που θα εντόπιζε θα ήταν κάθε φορά εφικτή. Επομένως, είναι δεδομένο ότι απαιτούνται συμφωνίες με εταιρείες που διαθέτουν τις πληροφορίες, αλλά και ο σχεδιασμός μιας αυτοματοποιημένης διαδικασίας που θα τις συλλέγει και θα τις προβάλλει.

Απαιτείται εφευρετικότητα
Σύμφωνα με την έρευνα «The Forrester Wave: Digital Asset Management For Customer Experience, Q12022», η οποία δημοσιεύτηκε τον περασμένο Φεβρουάριο, μόλις τέσσερις εταιρείες κατασκευής DMA λογισμικού καταφέρνουν να συνδυάζουν όλα όσα θα ήθελε ένας πελάτης. Ορισμένες εταιρείες, όπως η Aprimo, έχουν πετύχει διευρυμένη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, ενώ άλλες, όπως η Adobe, προσφέρουν καλύτερο περιβάλλον διαχείρισης και διασυνδεσιμότητα με πηγές δεδομένων.

Δεδομένου ότι η τέλεια λύση δεν είναι ακόμα εφικτή, η ανάπτυξη μιας εφαρμογής εντός της εταιρείας ακούγεται ως καλή εναλλακτική. Αυτή την επιλογή έκανε η αλυσίδα Metro, η οποία έχει να εξυπηρετήσει εξωτερικούς και εσωτερικούς πελάτες.

Τα 35.000 περίπου ενεργά προϊόντα που διαθέτει η εταιρεία, τα οποία φτάνουν τα 70.000 μαζί με κωδικούς που είναι παροδικά ενεργοί, προβάλλονται σε κατάλογο στο ψηφιακό κατάστημα, τις διαφημιστικές πινακίδες και τις ψηφιακές ζυγαριές εντός του καταστήματος. Κάθε ένα από αυτά τα μέσα έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες. Η μετατροπή των φωτογραφιών σε διαφορετικές αναλύσεις είναι ένας από τους αυτοματισμούς του λογισμικού της Metro, ενώ ένας δεύτερος είναι η σύνθεση της εικόνας σε κάθε μέσο από στοιχεία που συλλέγονται από διαφορετικές βάσεις δεδομένων. Η διοίκηση θεωρεί ότι μετά από αρκετό χρόνο που απαιτήθηκε για την οργάνωση της διαδικασίας, οι 35.000 ενεργοί κωδικοί συνοδεύονται πλέον από άριστη πληροφορία.

Για να επιτευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, η εταιρεία έχει δημιουργήσει μια ειδική εφαρμογή για τους προμηθευτές, οι οποίοι, μέσω ενός web template, εισάγουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για να γίνουν τα προϊόντα τους ενεργά. Η εφαρμογή έχει την ευφυΐα να απορρίπτει αυτομάτως δεδομένα που δεν είναι στην κατάλληλη μορφή, όπως πχ φωτογραφίες χαμηλής ανάλυσης, αλλά απαιτείται και αρκετή προσπάθεια από την πλευρά τής Metro ώστε να υπενθυμίζει στους προμηθευτές της ότι πρέπει να υλοποιούν τις ενέργειες που τους αναλογούν. Για τον εσωτερικό πελάτη, όπως είναι για παράδειγμα η ομάδα που συνθέτει τον έντυπο κατάλογο της εταιρείας, η εφαρμογή αντλεί στοιχεία και από το ERP, ώστε να δίνει πληροφορίες σχετικά με τις τιμές, το στοκ και τις ειδικές συμφωνίες με τους προμηθευτές.

Άρα μπορούν να το κάνουν όλοι
Η λογική λέει ότι είτε με λογισμικό που έχει δημιουργηθεί in house είτε με λογισμικό του εμπορίου, υπάρχει τρόπος, ακόμα και αν αυτός δεν είναι πλήρως αυτοματοποιημένος, ώστε οι e-tailers να παρέχουν πλήρη πληροφόρηση, όπως απαιτεί ο πελάτης. Κάναμε λοιπόν μια δοκιμή με τα e-shop διαφορετικών αλυσίδων και διαπιστώσαμε ότι η πραγματικότητα απέχει πολύ από το προσδοκώμενο. Για ένα φυτικό προϊόν που χρησιμοποιείται στη μαγειρική μαθαίνουμε πως είναι η αγαπημένη παραδοσιακή πρόταση, για θαύμα γεύση στα φαγητά, ενώ λίγο καλύτερη είναι η περίπτωση αλευριού για όλες τις χρήσεις, όπου βρίσκουμε πληροφορίες για τη διατροφική του αξία, τις συνθήκες συντήρησης και την εταιρεία που το προμηθεύει. Στα κρασιά, η κατάσταση βελτιώνεται, καθώς εκτός από πληροφορίες, αν και όχι σε όλα τα προϊόντα, βρίσκουμε και αξιολογήσεις από αγοραστές.

Αυτό στο οποίο δεν μπορέσαμε να απαντήσουμε είναι αν οι εταιρείες ανοίγουν πεδία πληροφορίας ανάλογα με το αν υπάρχουν οι απαιτούμενες πληροφορίες ή επιλέγουν σε κάποια προϊόντα, όπως τα κρασιά, όπου, για παράδειγμα, είναι πιο εύκολο να γίνει αξιολόγηση από τους καταναλωτές από ό,τι σε άλλα προϊόντα, να διαθέτουν περισσότερα πεδία.

Η ιδανική λύση που θα διευκόλυνε όλες τις πλευρές θα ήταν μια κοινόχρηστη βάση δεδομένων, στην οποία θα μπορούσαν, βάσει συγκεκριμένου προτύπου, να εισάγουν πληροφορίες οι προμηθευτές, προς αξιοποίηση από τις αλυσίδες τροφίμων. Αξίζει να επισημανθεί πως η ίδια βάση θα μπορούσε να αποτελέσει και πηγή πληροφόρησης για το Παρατηρητήριο Τιμών, δεδομένου ότι ο πλούτος των προϊόντων της θα ήταν πολύ μεγαλύτερος σε σχέση με τους κωδικούς που ενσωματώνει τώρα.