«Ξεκινώντας μια τέτοια συζήτηση, οφείλω να κάνω κάποιες διαπιστώσεις αναφορικά με το πώς είναι στημένο σε πολύ γενικές γραμμές το σκηνικό του κόσμου μας. Μια πρώτη διαπίστωση, λοιπόν, είναι πως ο καπιταλισμός ως παγκόσμιο σύστημα (η παγκοσμιότητά του προσδιορίζει, εξάλλου, τα όριά του ως κλειστό σύστημα) εμφανίζει μια μεγάλη και χρόνια στασιμότητα, που δεν είναι υπόθεση των τελευταίων δέκα-δεκαπέντε χρόνων, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι νεοκεϊνσιανοί οικονομολόγοι, αλλά η έναρξή της ανάγεται στην οικονομική κρίση των αρχών της δεκαετίας του ’70.

ια δεύτερη διαπίστωση είναι ότι η εξέλιξη του οικονομικού συστήματος τις τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίζεται από μια ακατάπαυστα μεγεθυνόμενη ανισοκατανομή του πλούτου –ασύλληπτων διαστάσεων πια– κατά τρόπον ώστε ο μεν πλούτος διοχετεύεται σχεδόν μονοσήμαντα σε αυτό που ονομάζω «νομισματική σφαίρα της οικονομίας» (χρηματοπιστωτικές αγορές, ομόλογα, παράγωγα, επενδύσεις χαρτοφυλακίου κ.ά.) αυξανόμενος, οι δε μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι σε χαμηλότατα επίπεδα. Δηλαδή, ο πλούτος αντί να ακινητοποιείται στην παραγωγή, κινείται διαρκώς στη νομισματική σφαίρα, δημιουργώντας χρήμα από το χρήμα και απομυζώντας εντέλει την πραγματική οικονομία, η οποία υποτάσσεται στη χρηματοπιστωτική λογική της μεγέθυνσής του.

Η τρίτη διαπίστωσή μου είναι ότι οι τάσεις αφενός της στασιμότητας της οικονομίας και αφετέρου της χρηματιστικοποίησής της συνυπάρχουν και αναπαράγονται, στο πλαίσιο ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος, που διοχετεύει συνεχώς δανεικό χρήμα σε όλες τις κατηγορίες του πληθυσμού, έτσι ώστε η κατανάλωση βασίζεται όλο και περισσότερο στο δανεισμό. Έτσι καταφέρνει να λειτουργεί η εγχώρια ζήτηση –η οποία ήταν και είναι ο θεμελιώδης παράγων οικονομικής ανάπτυξης κι όχι ασφαλώς το εξωτερικό εμπόριο, όπως μας λέει η ανιστόρητη νεοκλασική θέση. Να πώς διαιωνίζεται μια πλασματική κατάσταση οικονομικής ανάπτυξης, εξαιρετικά ασταθής ωστόσο, με αποτέλεσμα τις συχνές κρίσεις και τη ζημίωση όλων όσοι βασίζουν κατ’ ανάγκην την κατανάλωσή τους στο δανεισμό. Με άλλα λόγια, το σύστημα με την ίδια ευκολία που δημιουργεί μια «μεσαία τάξη» βασισμένη στα δάνεια, τη διαλύει σε κάθε αναπόφευκτη κρίση του.

Η μακροοικονομική συνέπεια αυτής της κατάστασης, αφού ο καπιταλισμός εδώ και δεκαετίες προσπαθεί να υπερβαίνει και τη στασιμότητά του και τις κρίσεις του με πλασματικό χρήμα, είναι η υπερδιόγκωση του παγκόσμιου χρέους –δημόσιου και ιδιωτικού–, το οποίο στα τέλη του 2020 υπολογίζεται περίπου σε 280 τρισ. δολάρια, που αναλογούν στο 360% του ακαθάριστου παγκόσμιου προϊόντος!».

Συνέντευξη με τον Κώστα Μελά, καθηγητή Διεθνούς Χρηματοοικονομικής Στρατηγικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

σελφ σέρβις: Η πανδημία, λειτουργώντας ως παράγοντας αστάθμητης διάρκειας, άρα και βάθους των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεών της, εξογκώνει αυτή την κατάσταση. Φέρνει το σύστημα πιθανώς στα όριά του;
Κώστας Μελάς: Μόνο εντός του 2020, σύμφωνα με το Institute of International Finance, το παγκόσμιο χρέος εκτιμάται ότι ήδη αυξήθηκε περίπου κατά 15 τρισ. δολάρια! Η πανδημία μεγεθύνει την τάση διόγκωσης του χρέους –μια χρόνια τάση σύμφυτη της έντονης χρηματοπιστωτικής μετάλλαξης του συστήματος για την αντιμετώπιση, όπως εξήγησα, της στασιμότητάς του. Ναι, το οικονομικό μοντέλο δοκιμάζεται σκληρά από την κρίση στη δημόσια υγεία, η οποία φαίνεται ότι θα μας βασανίσει και το 2021 –στην καλύτερη περίπτωση τουλάχιστον ως το φθινόπωρο. Τάχα, το σύστημα ωθείται στην κατεύθυνση της αναζήτησης λύσεων; Παραμένει προς απάντηση μολονότι πέραν της γνωστής συνταγής, δηλαδή των νέων πακτωλών δανεικού χρήματος, δεν βλέπουμε ακόμα κάτι άλλο.

σ. σ.: Εντός του συστήματος τι πιθανές λύσεις μπορεί να αναζητηθούν;
Κ. Μ.: Κατά την άποψή μου η οποιαδήποτε λύση δεν μπορεί παρά να έχει ένα κάποιο σχέδιο για την άμβλυνση των ανισοτήτων και την ακινητοποίηση του πλούτου στην παραγωγή, όσο και όπου είναι εφικτό, ένα κάποιο σχέδιο για τον περιορισμό των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, που αποστερούν πόρους από το κράτος (μέσω της μη φορολόγησης των πλουσίων, της εύνοιας για τη συγκέντρωση του αφορολόγητου πλούτου στα εξωχώρια κέντρα κ.ά.), και πρόνοιες για την αποκατάσταση του ρόλου του χρηματοπιστωτικού συστήματος ως υπηρέτη της οικονομίας αντί ως πεδίου τζόγου του χρήματος, όπως λειτουργεί τόσα χρόνια. Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Αυτό είναι το μέγα ερώτημα! Νομίζω ότι το σύστημα θα αναζητήσει πρωτευόντως τη διέξοδο στην αξιοποίηση των επιτευγμάτων της τεχνολογίας, της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, ολοκληρώνοντας την προηγούμενη του ψηφιακού μετασχηματισμού.

σ. σ.: Ήδη συζητείται έντονα ότι, αντίθετα προς τις προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις, η μεταμοντέρνα 3η και 4η θα εκτοπίσει πολύ περισσότερα εργατικά χέρια από όσα θα απασχολήσει. Υπό τέτοιους όρους, όμως, η κρίση είναι ήδη βέβαιη.
Κ. Μ.: Την άποψη αυτή τη συμμερίζονται πολλοί. Ωστόσο, ιστορικά μιλώντας, ανέκαθεν οι τεχνολογικές επαναστάσεις είχαν μεν οδυνηρές επιπτώσεις σε σημαντικές κατηγορίες του πληθυσμού στις φάσεις των μεταβάσεων, αλλά μετά ακολουθούσαν περίοδοι ανάκαμψης. Είναι πολύ νωρίς να προβλέψουμε τι θα συμβεί. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος εγγυάται ότι η μετάβαση θα επιδιωχθεί εις βάρος της εργασίας. Όμως, εφόσον η εργασία είναι αδύνατον να εκτοπιστεί από την τεχνολογία (δεν υφίσταται δα τεχνολογικό προϊόν χωρίς ενσωματωμένη «νεκρή» εργασία –ας τελειώνουμε πια με τις ανοησίες περί του «τέλους της εργασίας»), είναι πιθανόν στο μέλλον η κατάσταση να ισορροπήσει και υπέρ της εργασίας.

σ. σ.: Ποιος μπορεί να επαναπροσδιορίσει το παίγνιο;
Κ. Μ.: Μόνο οι κυβερνήσεις και δη των μεγάλων χωρών. Αλλά το ερώτημα είναι, μπορεί να επανέλθει η οικονομία σε μια επιθυμητή κανονικότητα, χωρίς να μεσολαβήσει κάτι που να την κλονίσει σοβαρά; Οι γεωπολιτικές αναταραχές και οι σχετικοί κίνδυνοι δημιουργούν άγχος και φόβο. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο δρόμος για το επιθυμητό είναι εύκολος. Η ιστορία μας διδάσκει άλλα πράγματα για την ωρίμαση και την αλλαγή των οικονομικών υποδειγμάτων… Άραγε οι κοινωνίες είναι έτοιμες να πιέσουν για αλλαγές προς όφελός τους ή δεν αναγνωρίζουν τον εαυτό τους ως αναγκαία προϋπόθεση για κάτι τέτοιο; Θα συμφωνήσετε ότι δείχνουν αποκαρδιωμένες –πολύ περισσότερο γιατί το κυρίαρχο μοντέλο τούς εμφανίζεται σαν φυσική νομοτέλεια.

σ. σ.: Αν, μετά την κρίση στη δημόσια υγεία, το διεθνές σύστημα επιλέξει την οδό του business us usual στην αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, μήπως ελλείψει τόνωσης της ζήτησης υπάρχει περίπτωση να «κρασάρει» εκ των έσω ως μη δυνάμενο να αυτοαναπαραχθεί;
Κ. Μ.: Παρότι ο καπιταλισμός σε πλανητικό επίπεδο είναι ένα κλειστό σύστημα, γεωγραφικά στο εσωτερικό του υπάρχουν δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης, δηλαδή περιοχές που μπορεί να συμβάλουν στην αναπαραγωγή του, όπως η Αφρική αντίστοιχα προς το παράδειγμα της Κίνας και των χωρών της ΝΑ Ασίας τη δεκαετία του ’90. Εξάλλου, μην ξεχνάτε ότι οι μείζονες γεωπολιτικές ανακατατάξεις ενίοτε υπερκαθορίζουν την κατάσταση στην οικονομία. Είμαστε ήδη θεατές και υποκείμενοι των συνεπειών της διαμάχης ΗΠΑ-Κίνας, η οποία είναι άγνωστο πόσο θα διαρκέσει και πώς θα εξελιχθεί. Ζούμε τη δυναμική ανάδυση ενός νέου διπολισμού στο παγκόσμιο σύστημα, με βαρύνουσα συμμετοχή στην υπόθεση της αναζήτησης νέου υποδείγματος στην οικονομία. Αλλά όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, καν δεν ξέρουμε ποιος από τους δύο μείζονες ανταγωνιστές θα αντισταθεί στην αλλαγή υποδείγματος και ποιος θα την επιχειρήσει ίσως.

σ. σ.: Το οικονομικό σύστημα προτάσσει τώρα τις επενδύσεις στην «πράσινη» οικονομία και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, ώστε να δημιουργήσει ένα ζωογόνο επενδυτικό κύμα. Αν, όμως, τα προϊόντα αυτών των επενδύσεων δεν γίνουν υπόθεση πυρετώδους ζήτησης των νοικοκυριών –κάτι για το οποίο δεν υπάρχει καν η βάση να το υποθέσουμε–, οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να ζήσουν σε μόνιμη κρίση;
Κ. Μ.: Η οικονομική κρίση, όπως το θέτετε, είναι πάντα μπρος μας. Αλλά ας μην σκεφτόμαστε μηχανιστικά, γιατί η κάθε κρίση ενέχει το έναυσμα για σκέψεις πάνω στο ζήτημα της αλλαγής οικονομικού υποδείγματος. Η ιστορία έχει δείξει, πάντως, ότι ο καπιταλισμός ανέκαθεν βρίσκει τη φόρμουλα εκτόνωσης των κρίσεων που δημιουργεί. Θα τα καταφέρει τώρα; Δεν το γνωρίζουμε. Αν, όμως, δεν πάρει και ορισμένα μέτρα, σαν αυτά που σας είπα, εξακολουθώντας να βασίζεται στην υποτίμηση της εργασίας, τα πράγματα είναι σκούρα. Το θέμα είναι ότι δεν υπάρχει ακόμα φως στον ορίζοντα, ένα σημάδι πέραν των ήδη γνωστών…

 

Διαβάστε και τις υπόλοιπες συνεντεύξεις της ενότητας εδώ: