«Τα convenience stores “βάζουν τα γυαλιά” σε κάποιους απ’ τους μεγάλους της λιανικής», ισχυρίζονται κάποιοι. Γιατί, όμως, οι έρευνες δείχνουν ότι αυτού του είδους το λιανεμπορικό κατάστημα αναπτύσσεται παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον;

Στελέχη εταιρειών που δραστηριοποιούνται στο συγκεκριμένο αντικείμενο τονίζουν ότι «ο πιο βασικός λόγος είναι ψυχολογικός». ‘Οπως εξηγούν, οι έρευνες δείχνουν πως ο ‘Ελληνας καταναλωτής έχει περιορίσει τις συχνές επισκέψεις του στις μεγάλες σάλες πωλήσεων, ξέροντας πως δεν υπάρχει περίπτωση να περάσει από τα ταμεία τους χωρίς να αφήσει 30, 40 ή και 50 ευρώ ανά επίσκεψη. Αντίθετα, στα μικρά και καλά οργανωμένα καταστήματα της γειτονιάς είναι μάλλον αρκετά σπάνιο να αφήσει ο πελάτης περισσότερα από 10 ευρώ σε κάθε επίσκεψή του. Μάλιστα, η αξία του μέσου καλαθιού διαμορφώνεται σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα.

«Στα καταστήματά μας ο καταναλωτής έρχεται να προμηθευτεί τα άκρως απαραίτητα για την καθημερινή του ζωή», τονίζουν, προσθέτοντας ότι «τα convenience stores καλύπτουν απόλυτα αυτή ακριβώς την ανάγκη, διατηρώντας -τουλάχιστον όσα είναι ενταγμένα σε οργανωμένα δίκτυα πωλήσεων- τιμές ανταγωνιστικές σε ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των προϊόντων που διαθέτουν, σε σχέση με τα σούπερ μάρκετ».

‘Ομως, τα convenience stores ισχυροποιούν σε εποχή οικονομικής κρίσης τη θέση τους για έναν ακόμη λόγο. Τα νοικοκυριά έχουν κόψει πολλές από τις μηνιαίες δαπάνες τους, που σε καλύτερες ημέρες διοχετεύονταν στη διασκέδαση, στις αγορές ρούχων, δώρων κλπ, περιοριζόμενα στην κάλυψη των βασικών καθημερινών τους αναγκών. Μάλιστα, οι καταναλωτές σήμερα, παραμένοντας περισσότερο χρόνο στο σπίτι, καταναλώνουν περισσότερα προϊόντα απ’ όσο προηγουμένως, τα οποία προμηθεύονται από τα τοπικά σούπερ μάρκετ και μίνι μάρκετ. Το αποτέλεσμα είναι ότι ειδικότερα οι πελάτες των convenience stores πραγματοποιούν αγορές υψηλότερης αξίας από όσο συνήθιζαν προ της κρίσης.

Σήμερα, λοιπόν, οι συνθήκες και οι τάσεις της αγοράς φαίνεται ότι ευνοούν τον τζίρο αλυσίδων, οι οποίες, αναπτύσσοντας το μοντέλο των convenience stores, διαθέτουν καταστήματα σε πυκνοκατοικημένες περιοχές, που προτάσσουν το πλεονέκτημα του διευρυμένου ωραρίου λειτουργίας. Είναι προφανές ότι η λειτουργία του καταστήματος κυρίως μετά το κλείσιμο των «μεγάλων» της αγοράς, τις Κυριακές και σε ορισμένες περιπτώσεις και τις αργίες υπόσχεται καλές εισπράξεις.

Πάντως, στη Βόρεια Ελλάδα η οικονομική κρίση φαίνεται ότι επηρεάζει και τις αλυσίδες convenience stores, των οποίων η επέκτασ, είτε είχε διακοπεί προς το παρόν είτε πραγματοποιείται με δειλά βήματα είτε έχει μετατεθεί για το επόμενο έτος, ενώ μικρές είναι οι αναδιαρθρώσεις στο μίγμα των προϊόντων που προσφέρουν αυτά τα καταστήματα.

OK! Anytime Markets

Πρόκειται για αλυσίδα η οποία είναι οργανωμένη κατά το πρότυπο των σούπερ μάρκετ. Στο μετοχικό της κεφάλαιο μετέχει κατά 35% η Καρφούρ Μαρινόπουλος, που αποτελεί και τον κύριο προμηθευτή της. Η OK! Anytime Markets διακινεί τα προϊόντα της κεντρικοποιημένα, μέσω αποθήκης 5.000 τμ, που βρίσκεται στα Καλύβια Αττικής. Στα ράφια των καταστημάτων της φιλοξενούνται περίπου 3.500 κωδικοί αγαθών πρώτης ανάγκης. Το 2008 έκλεισε για την εταιρεία με πωλήσεις (σε τιμές χονδρικής) 22 εκατ. ευρώ και ανάπτυξη 60%, ενώ φέτος προβλέπεται νέα αύξηση τζίρου, γύρω στα 31 με 32 εκατ. ευρώ.

Κατά ένα μεγάλο ποσοστό οι έντονοι ρυθμοί ανάπτυξης της αλυσίδας αποδίδονται στο γεγονός ότι διαθέτει τα προϊόντα της σε τιμές σούπερ μάρκετ, λόγω των ειδικών συμφωνιών προμήθειας από την Καρφούρ Μαρινόπουλος, απόρροια της μετοχικής της σχέσης.

Στην περυσινή χρήση η OK! Anytime Markets είχε κέρδη περί τα 450.000 ευρώ και φέτος στοχεύει να τα αυξήσει στο 1 εκατ. ευρώ. Αναπτύσσεται με καταστήματα franchise έκτασης έως 150 τμ, τα οποία, σε συνδυασμό με τα λίγα σε αριθμό εταιρικά, φθάνει σε αριθμό τα 74. Ως το τέλος του 2009 εκτιμάται ότι θα έχουν αυξηθεί στα 84. Στόχος της εταιρείας είναι να επεκτείνει το δίκτυό της έως τα 130-140 καταστήματα στην Αθήνα σε τρία χρόνια και στα πέντε χρόνια να τα έχει αυξήσει στα 200, μέσω της ανάπτυξης και στη Θεσσαλονίκη, όπου για την ώρα έχει τέσσερα καταστήματα. Το 2008 οι επενδύσεις της ανήλθαν στα 3 εκατ. ευρώ, ενώ ανάλογο ποσό προγραμματίζει να επενδύσει και φέτος.

Daily’s

Το δίκτυο πωλήσεων της Daily’s αριθμεί 5 εταιρικά καταστήματα και 1 franchise. Είναι συμφερόντων της Market In, λειτουργώντας ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο. Τα Daily’s έχουν οργανωθεί με τρόπο ώστε στα λίγα τετραγωνικά τους να φιλοξενούνται περί τους 1.800 κωδικούς, για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών των νοικοκυριών.

Η Daily, που το 2008 είχε τζίρο ύψους 2 εκατ. ευρώ, φέτος εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης κοντά στο 7%. Τα καταστήματά της έχουν οργανωθεί στη λογική του μίνι μάρκετ, αλλά κατόπιν απόφασης της διοίκησης της εταιρείας λειτουργούν αυστηρά με το ωράριο των σούπερ μάρκετ. Η έκτασή τους ποικίλλει μεταξύ των 95 τμ και των 120 τμ. Το φετινό πλάνο της εταιρείας προβλέπει την επέκτασή της με 5 νέα καταστήματα, των δύο πρώτων εκ των οποίων οι χώροι εγκατάστασης έχουν επιλεγεί.

Micra Stores

Η αλυσίδα των ψιλικατζίδικων ή εξυπηρετηρίων Micra Stores διαθέτει 13 καταστήματα στη Θεσσαλονίκη. Κινητήριος δύναμη πίσω από τα Micra Stores είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες διανομών στη χώρα, η Mama Products, η οποία ξεκίνησε ως πρατήριο τσιγάρων και μέσα σε 60 χρόνια εξελίχθηκε σε μία ολοκληρωμένη εταιρεία διανομών. Στόχος της είναι η εξυπηρέτηση των νέων καταναλωτικών αναγκών, μέσω της συνεργασίας της με μικρούς λιανέμπορους που λειτουργούν καταστήματα ψιλικών, με τους οποίους άλλωστε η Mama Products διατηρεί στενές σχέσεις, αφού στο πελατολόγιό της βρίσκονται περισσότεροι των 2.000 από αυτούς.

Η αλυσίδα επενδύει σταθερά στο ανθρώπινο δυναμικό, και οι franchisees έχουν καθοριστικό λόγο στην ανάπτυξή της. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημά των Micra Stores είναι η εμπειρία στη χονδρική της Mama Products, που καλύπτει κάθε γωνιά της Θεσσαλονίκης.

Στα πλάνα της εταιρείας για το τρέχον έτος είναι η δημιουργία 4 νέων Micra Stores, τα οποία θα βρίσκονται στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Θεσσαλονίκης. Ωστόσο, δεν αποκλείεται μεσοπρόθεσμα να πραγματοποιηθεί η επέκταση της αλυσίδας και σε γειτονικούς νομούς.

Mini Smart

Η αλυσίδα Mini Smart αριθμεί 8 καταστήματα σε διάφορες περιοχές της συμπρωτεύουσας και αναπτύσσεται με το σύστημα δικαιόχρησης. Τα πλεονεκτήματα που δίνει στους υποψήφιους franchisees είναι η μη καταβολή δικαιώματος εισόδου, η δυνατότητα χρηματοδότησης της επένδυσης και το προσιτό κόστος της.

Τα καταστήματα, προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις των πελατών τους, λειτουργούν σε χώρους έκτασης μεταξύ 70 τμ και 90 τμ, καλύπτοντας πλήρως τις καθημερινές και τις έκτακτες ανάγκες των καταναλωτών. ‘Ετσι, η γκάμα των προϊόντων που διαθέτουν περιλαμβάνει τυποποιημένα τρόφιμα και ποτά, είδη οικιακής κατανάλωσης, προσωπικής φροντίδας, καθώς κι ένα πλήρως οργανωμένο τμήμα ειδών περιπτέρου και ψιλικών. Το ωράριο λειτουργίας τους είναι συνεχές 7 ημέρες την εβδομάδα επί 16 ώρες την ημέρα (07:30-23:30).

Η αλυσίδα ξεκίνησε να αναπτύσσεται το 2005 στη Θεσσαλονίκη από καταξιωμένους στον κλάδο τους επιχειρηματίες, όταν οι κκ Αχιλλέας Φώλιας και Νίκος Παππάς, εκ των ιδρυτών της Goody’s με μεγάλη εμπειρία στον χώρο του franchise και βαθιά γνώση της ελληνικής αγοράς, αποφάσισαν να ιδρύσουν τη Sans AE, εταιρεία δικαιοπάροχο της Mini Smart.

Ελληνικόν

Χωρίς δικαιόχρηση και με εταιρικά καταστήματα, που φτάνουν τα 9 στην πόλη της Λάρισας, αναπτύσσεται η αλυσίδα Ελληνικόν. Η διοίκησή της εκτιμά πως μόνο με τα εταιρικά καταστήματα είναι εφικτή η διατήρηση μίας κοινής ταυτότητας και φιλοσοφίας ανάπτυξης, μακριά από τις ιδιαιτερότητες καθενός franchisee.

Η αλυσίδα σχεδιάζει την επέκτασή της και σε άλλες πόλεις της Θεσσαλίας, όπως τα Τρίκαλα, αλλά από το επόμενο έτος. Οι προϋποθέσεις δημιουργίας ενός νέου καταστήματος Ελληνικόν είναι να εδρεύει σε απόσταση 2 λεπτών από 850 νοικοκυριά, με στόχο να προσελκύει το 20% των μηνιαίων δαπανών τους στα είδη που διαθέτει. Ο αριθμός των κωδικών προϊόντων που διαθέτουν τα καταστήματά της, έκτασης 110-140 τμ έκαστο, φτάνουν τους 5.300, ενώ τα σημεία πώλησης είναι online συνδεδεμένα μεταξύ τους. Το κόστος κατασκευής τους (συμπεριλαμβανομένου του κόστους των προϊόντων τους) υπερβαίνει τις 150.000 ευρώ ανά κατάστημα.

Ιδιαίτερης σημασίας ζήτημα, σχετικά με τον εμπλουτισμό της γκάμας των προϊόντων που διαθέτουν τα καταστήματα Ελληνικόν, αποτέλεσε η συμφωνία της αλυσίδας με τη θεσσαλική γαλακτοβιομηχανία Τρίκκη (ανήκει στην ΕΑΣ Τρικάλων-Καρδίτσας). Η συνεργασία των δύο πλευρών αφορά τόσο στην πώληση των γαλακτοκομικών προϊόντων της Τρίκκη από τα Ελληνικόν όσο και ευρύτερα στον νομό Λάρισας, μέσω του δικτύου διανομής που διατηρεί η αλυσίδα.

Η ταυτότητα των convenience stores

  • Η έκταση των convenience stores συνήθως κυμαίνεται μεταξύ 50 τμ και 150 τμ και κατά 99% φιλοξενούν ταχυκίνητα branded προϊόντα. ‘Ενα convenience store μπορεί να διαθέτει έως 3.500 κωδικούς προϊόντων. Πάντως, στην πλειονότητα των περιπτώσεων διακινούν 1.500 ως 2.500 κωδικούς.
  • Ο συνολικός αριθμός των μικρών σημείων πώλησης στην Αττική υπολογίζεται περίπου στις 10.000 -ένας εξαιρετικά μικρός αριθμός από τα καταστήματα αυτά λειτουργούν ενταγμένα σε λιανεμπορικές αλυσίδες. Αντίστοιχα, στη Θεσσαλονίκη δραστηριοποιούνται περίπου 3.500 ψιλικατζίδικα, περίπτερα και μίνι μάρκετ.
  • Για την οργάνωση ενός καταστήματος γειτονίας απαιτούνται από 20.000 έως 40.000 ευρώ, ανάλογα τον τύπο και την έκταση του καταστήματος.
  • Σε μέσα επίπεδα, σε κάθε κατάστημα απασχολείται 1 εργαζόμενος, πέρα από τον ιδιοκτήτη ή και μέλη της οικογένειάς του. Κατά μέσο όρο ένα convenience store δέχεται καθημερινά περί τις 150-200 επισκέψεις πελατών.
  • Το μοντέλο του convenience stores αναπτύσσεται σε δύο κατευθύνσεις: της πώλησης ειδών μπακαλικής και ψιλικών. Η μέση αξία του «καλαθιού» του πελάτη τους κυμαίνεται μεταξύ 5,5 με 6,5 ευρώ, όταν διαθέτουν πλήρη γκάμα προϊόντων, και σαφώς χαμηλότερα, όταν πρόκειται για κλασικά ψιλικατζίδικα. Τα καταστήματα τύπου ψιλικών εξασφαλίζουν περίπου το 50% του τζίρου τους από τις πωλήσεις εφημερίδων, περιοδικών και τσιγάρων, ενώ στα κλασικά convenience stores το 30% του εβδομαδιαίου τζίρου προέρχεται από τις πωλήσεις της Κυριακής, το 20% από τη λειτουργία τους το Σάββατο και το διάστημα μεταξύ 21:00 και 23:00 και το υπόλοιπο 50% από τις πωλήσεις που πραγματοποιούνται μεταξύ Δευτέρας και Παρασκευής κατά τις ώρες λειτουργίας της αγοράς.
  • Το 15% των πωλήσεών τους προέρχεται από τα ψυγεία με τα γαλακτοκομικά προϊόντα, ενώ μεγάλη είναι η συμμετοχή των αυθόρμητων αγορών στον ετήσιο τζίρο τους. Μετρήσεις έχουν δείξει ότι στα convenience stores το ποσοστό συμμετοχής των εσόδων από τις πωλήσεις σε προϊόντα όπως αναψυκτικά, ζαχαρώδη, σνακ παγωτά κά είναι διπλάσιο αυτού που καταγράφεται στα κλασικά σούπερ μάρκετ. Οι τιμές τους είναι υψηλότερες σε μέσα επίπεδα περίπου κατά 25%-35% από αυτές των σούπερ μάρκετ.

Το άρθρο δημοσιεύεται στο τεύχος 384 (Μάιος 2009) του περιοδικού «σελφ σέρβις» (Εκδόσεις Comcenter).