Το 2016 σε έρευνα της «διαΝΕΟσις» σχετικά με το νέο παραγωγικό μοντέλο της Ελλάδας, τονιζόταν πως παρά τις ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών από το ΤΧΣ και ιδιώτες (70 δισ. ευρώ την περίοδο 2011-2015), ο τραπεζικός τομέας παρέμενε καθηλωμένος και συρρικνωμένος, λόγω μιας σειράς παραγόντων, όπως η υπερχρέωση νοικοκυριών κι επιχειρήσεων, η μεγάλη απόκλιση μεταξύ κερδοφορίας των επιχειρήσεων και κόστους εξυπηρέτησης των χρεών τους, η υψηλή μόχλευση, η συρρίκνωση των εισοδημάτων, τα «κόκκινα» δάνεια και η εκροή καταθέσεων. Πέντε χρόνια μετά η «επαναλειτουργία» του χρηματοπιστωτικού συστήματος παραμένει ζητούμενο.

Έγκυροι αναλυτές του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε ΕΕ και Ελλάδα εκφράζουν ανησυχίες για τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες των τραπεζών το 2021. Ο επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) της ΕΚΤ τονίζει εμφατικά τη γάγγραινα των «κόκκινων» δανείων (πιθανώς θα φτάσουν τα 1,4 τρισ. ευρώ στην ΕΕ) και τις δυσοίωνες εκτιμήσεις για περεταίρω μείωση της κερδοφορίας των τραπεζών (ήδη η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων τους έχει μειωθεί στο 1,7%). Η εν λόγω κατάσταση ανοίγει το δρόμο σε εξαγορές / συγχωνεύσεις τραπεζών, σε αδυναμία χρηματοδότησης των υγιών επιχειρήσεων και σε νέα ευρωπαϊκή κρίση χρέους.

Στον απολογισμό της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών (ΕΕΤ) για το 2020 τονίζεται η συμβολή των τραπεζών στην οικονομία (διάθεση κεφαλαίων ύψους 20 δισ. ευρώ), τη στήριξη των νοικοκυριών (45 δισ. ευρώ) και τη χρηματοδοτική υποστήριξη έργων ανάπτυξης και κρατικών υποδομών, ενώ επισημαίνεται η στρατηγική τους σε πέντε άξονες (άμεση χρηματοδότηση της οικονομίας, αναστολή δόσεων των πληττόμενων από την πανδημία νοικοκυριών και επιχειρήσεων, εκτεταμένα προγράμματα κοινωνικής στήριξης, μείωση «κόκκινων» δανείων με στόχο την απελευθέρωση κεφαλαίων προς διοχέτευση στην οικονομία και προετοιμασία του εδάφους για μια πιο δυναμική και εξωστρεφή ελληνική οικονομία).

Η κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος
Ωστόσο, σύμφωνα με τον επικεφαλής της ΕΚΤ στην Ελλάδα, οι ανησυχίες για τον τραπεζικό τομέα είναι πολλές και σχετίζονται αρχικά με τρία μακροχρόνια χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος: Την υστέρηση των επενδύσεων στη χώρα ως ποσοστό του ΑΕΠ συγκριτικά με τις χώρες της Ευρωζώνης, το μικρό σε μέγεθος χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ελλάδας και τον υψηλό λόγο χρέους προς ίδια κεφάλαια των επιχειρήσεων.

Αναφορικά με βασικά στοιχεία της λειτουργίας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος κατά την τρέχουσα συγκυρία, η ΕΕΤ δίνει αρκετά στοιχεία: Το 2020 στην Ελλάδα δραστηριοποιούντο 1.660 υποκαταστήματα τραπεζών (έναντι 4.005 το 2010), που απασχολούσαν 33.050 εργαζόμενους (έναντι 36.330 το 2019 και 66.165 το 2008) και διέθεταν 5.702 ΑΤΜ το 2019 (έναντι 9.170 το 2009). Το σύνολο του ενεργητικού τους από 515 δισ. ευρώ το 2010 διαμορφώθηκε στα 309,2 δισ. ευρώ το 2019 και στα 281,8 δισ. ευρώ στο εννεάμηνο από την έναρξη του 2020. Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα από 209,6 δισ. ευρώ το 2010, το 2016 εμφάνισαν τη μικρότερη τιμή τους (121,4 δισ. ευρώ) και το 2019 διαμορφώθηκαν στα 159 δισ. ευρώ και στα 182,8 δισ. ευρώ το εννεάμηνο το 2020, ενώ η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα από 255,8 δισ. ευρώ το 2010 έπεσε στα 170,3 δισ. το 2018, ανέβηκε στα 185,1 το 2019 και διαμορφώθηκε στα 145,9 δισ. ευρώ το εννεάμηνο του 2020.

Πάντως η κερδοφορία των τραπεζικών ομίλων από το 2013 και μετά, με μικρές εξαιρέσεις, είναι προβληματική –σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ, η κατάστασή της σχετίζεται με τον χαμηλό όγκο εργασιών και το υψηλό κόστος του πιστωτικού κινδύνου. Ειδικότερα το 2017 οι ζημιές τους προ φόρων έφτασαν τα 998 εκατ. ευρώ και μετά φόρων τα 227 εκατ., το 2018 τα κέρδη τους προ φόρων ανήλθαν στα 37 εκατ. ευρώ και μετά φόρων σε ζημιές 57 εκατ. ευρώ, το 2019 τα κέρδη τους ανήλθαν σε 940 εκατ. ευρώ προ φόρων και σε 268 εκατ. μετά φόρων, ενώ στο εννεάμηνο του 2020 οι ζημιές προ φόρων ανήλθαν σε 499 εκατ. και μετά φόρων σε 674 εκατ. ευρώ.

Ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας των ελληνικών τραπεζικών ομίλων βελτιώθηκε το 2019 χάρη στην ενίσχυση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους. Το 2020 ο δείκτης βρέθηκε σε υψηλότερο επίπεδο από το ελάχιστο απαιτούμενο, αλλά σύμφωνα με τον διοικητή της ΤτΕ στο άμεσο μέλλον θα δεχθεί έντονες πιέσεις. Πάντως είναι κοινός τόπος πως το μεγαλύτερο πρόβλημα των ελληνικών τραπεζών είναι η αναποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ). Είναι χαρακτηριστική η εξέλιξη των ΜΕΔ από το 5,7% των συνολικών δανείων τον Δεκέμβριο του 2008, στο 49,1% τον Μάρτιο του 2017 και στο 35,8% τον Σεπτέμβριο του 2020. Παρά τη μείωσή τους εξακολουθούν να βρίσκονται πολύ πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ (2,9% τον Ιούνιο του 2020) μολονότι το ελληνικό κράτος εν μέσω πανδημίας στήριξε κεφαλαιακά τις τράπεζες με 4,1 δισ. ευρώ και με κρατικές εγγυήσεις ύψους 22 δισ. ευρώ στα ομόλογα που θα τιτλοποιήσουν. Σημαντικό πρόβλημα είναι, επίσης, το ότι άνω του 50% των εποπτικών κεφαλαίων του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελείται από την αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση (DTC), η οποία θεωρείται από τις αγορές ως «κεφάλαιο χαμηλής ποιότητας».

Αναφορικά με την επίλυση των δύο προαναφερθέντων πιο σημαντικών προβλημάτων των τραπεζών, η ΤτΕ έχει προτείνει τη δημιουργία μιας εταιρείας διαχείρισης στοιχείων του ενεργητικού (AMC), η οποία θα αναλάβει τα ΜΕΔ που δεν εντάσσονται στο Σχήμα Προστασίας Στοιχείων Ενεργητικού (περίπου 30 δισ. ευρώ), καθώς και τα νέα ΜΕΔ λόγω της πανδημίας, που εκτιμώνται στα 8-10 δισ. ευρώ. Εικοσιπέντε τέτοιες εταιρείες ήδη έχουν αδειοδοτηθεί, ενώ εκκρεμεί μία ακόμα άδεια. Από αυτές οι δεκατέσσερις ήδη έχουν αναλάβει τη διαχείριση πακέτων ΜΕΔ, ενώ μόλις οι επτά από αυτές έχουν αναλάβει το 95% των ΜΕΔ που τους διέθεσαν οι τράπεζες!

Η τερατώδης αντίφαση
Οι οικονομικοί ταγοί –της χώρας και της ΕΕ– καλούνται να διαχειριστούν την εξής τερατώδη αντίφαση: Να εμπιστευτούν στις τράπεζες, των οποίων τα σοβαρότατα προβλήματα έχουν προκαλέσει την ακύρωση της αποστολής τους, την ανάκαμψη των οικονομιών!

Στην Ελλάδα ούτε μεγάλες συγχωνεύσεις τραπεζών μπορεί να γίνουν, χωρίς σοβαρή στρέβλωση της αγοράς, αλλά ούτε οι τράπεζες ως έχουν μπορεί να χρηματοδοτήσουν την παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας. Προσέτι, πρώτον, σύμφωνα με τον απολογισμό της Τράπεζας της Ελλάδας, για να καταγράψουν οι τράπεζες στο μέλλον κέρδη και να εμφανίσουν θετικό πρόσημο οι δείκτες αποδοτικότητας του ενεργητικού τους (RoA) και των ιδίων κεφαλαίων τους (RoE), πρέπει να μειώσουν τα λειτουργικά τους έξοδα, άρα να κλείσουν ακόμα περισσότερα υποκαταστήματα και να απολύσουν ακόμα περισσότερο προσωπικό. Δεύτερον, οι περιορισμοί στη ρευστότητα επιβάλλουν στις τράπεζες, σύμφωνα τόσο με τον επικεφαλής της ΕΚΤ στην Ελλάδα όσο και με τις επιταγές της Έκθεσης Πισσαρίδη, να χρηματοδοτούν μόνο τις βιώσιμες επιχειρήσεις, αποφεύγοντας τη συσσώρευση μη βιώσιμου χρέους επιχειρήσεων και νοικοκυριών, άρα να αποκλείσουν από τη ρευστότητα την πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και των φυσικών υποκειμένων τής ζήτησης. Και τρίτον, επειδή το υπέρογκο φορτίο των ΜΕΔ, ενόσω το προσαυξάνει η πανδημία, επείγει να πάψει να συντρίβει τους ισολογισμούς των τραπεζών, ανοίγεται διάπλατα ο δρόμος στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων, βάσει του νέου πτωχευτικού κώδικα, να κατάσχουν απρόσκοπτα την ακίνητη περιουσία δεκάδων χιλιάδων νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων. Με όρους θεάματος, πρόκειται για θέατρο του παραλόγου.

Με όρους ασκούμενης πολιτικής, μυρίζει κοινωνικό μπαρούτι και πολιτική κρίση. Πάντως, από τη σκοπιά της ανάπτυξης, ακόμα κι αν κυνικά υποτεθεί πως ο εξανδραποδισμός της «μεσαίας τάξης» είναι αναπόφευκτος για την ανάταξη του συστήματος, το πράγμα γεννά καχυποψία για την αφέλειά του. Διότι πιστεύει άραγε κανείς ότι ο στυμμένος μισθωτός, ο εξασθενημένος αυτοαπασχολούμενος κι ο μικρός επιχειρηματίας, μετά από ένα χρόνο πανδημίας συν δώδεκα οικονομικής κρίσης, διάστημα στο οποίο φυλλορρόησαν οι μισές καταθέσεις τους (περίπου 118 δισ. ευρώ), «θα» ανατροφοδοτήσουν ξάφνου με νέες αποταμιεύσεις τους τις τράπεζες, οι οποίες έτσι «θα» χρηματοδοτήσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις, που «θα» στηρίξουν μια υγιή, μακροπρόθεσμα βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας; Δεν μπορεί, κάτι άλλο έχουν στο μυαλό τους και μας το κρύβουν…