Το πραγματικό ύψος των απωλειών χιλιάδων μικροεπενδυτών στο Χρηματιστήριο από την οδυνηρή εμπειρία του '98-'99 δεν έγινε ποτέ γνωστό. Πάντως, μετά τη χειμερία νάρκη, ο δείκτης του ΧΑΑ πήρε πάλι την ανιούσα, φτάνοντας σήμερα τις 5.200 μονάδες και δικαιώνοντας την κλασική οικονομική θεωρεία για «κύκλους οικονομικής συγκυρίας». Μόνο που εδώ οι "κύκλοι" δεν είναι αποτέλεσμα φυσιολογικής πορείας ανάπτυξης και ύφεσης, αλλά επεμβάσεων των μεγάλων funds στον μηχανισμό του συστήματος. Το κακό είναι ότι παρά τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, συμβαίνει και σήμερα τα στοιχεία των εταιρειών να μην είναι διαφανή και αξιόπιστα, ώστε παρασύρουν τους επενδυτές.

Διαβάζοντας ένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο για τον ρόλο και τη λειτουργία του Χρηματιστηρίου, θα διαπιστώσει κανείς ότι όλοι -πανεπιστημιακοί, επιχειρηματικός κόσμος, κυβερνήσεις- το θεωρούν καρδία του καπιταλιστικού συστήματος, ρυθμιστικό αιμοδοτικό παράγοντα ανάπτυξής του. Εκεί, κατά την οικονομική θεωρία, αντανακλάται η ευρωστία μιας οικονομίας, η αναπτυξιακή της τροχιά, η κεφαλαιουχική της επάρκεια. Από ‘κει οι επιχειρήσεις μπορούν να αντλήσουν κεφάλαια για επενδύσεις, που θα διευρύνουν την παραγωγική βάση, θα αυξήσουν την κατανάλωση και την απασχόληση και θα δρομολογήσουν μια μακροχρόνια οικονομική ανθηρότητα.

Είναι, όμως, έτσι στην πράξη; Η απάντηση είναι όχι. Οι θεωρητικοί κανόνες -σχεδόν στο σύνολό τους- ισχύουν «κατ’ αρχήν». Στην πράξη, στην καρδιά και στις παρυφές του συστήματος αναπτύσσονται μηχανισμοί που αυτονομούνται, αποκτούν τεράστια οικονομική ισχύ και εν τέλει χειραγωγούν και κατευθύνουν το σύστημα, εκεί που υπαγορεύουν τα συμφέροντά τους, σε τοπική και παγκοσμιοποιημένη κλίμακα. Κι αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε χώρες, των οποίων η οικονομική εμβέλεια είναι περιορισμένης κλίμακας ή ωριμότητας, οπότε οι επεμβάσεις των χρηματιστηριακών κεφαλαίων (κερδοσκοπικών ή και παραγωγικών) δρομολογούν στρεβλώσεις που επιδρούν στην οικονομική πορεία τους. Ιστορικά έχει συμβεί σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες και τις «ώριμες αγορές».

Από τη στιγμή δε που η διακίνηση των κεφαλαίων έχει σε τέτοιο βαθμό αυτονομηθεί, που ακόμα και οι κυβερνήσεις αδυνατούν να την ελέγξουν, η κερδοσκοπία γίνεται αυτοσκοπός. Τότε, μόνο κατ’ ευφημισμό μπορεί κάποιος να κάνει λόγο για παραγωγική λειτουργία του Χρηματιστηρίου, το οποίο συχνά εκπίπτει σε τζόγο, παγιδεύοντας επιχειρήσεις και απλούς αποταμιευτές, πλήττοντας καίρια την οικονομική και κοινωνική γαλήνη.

To ’98-’99 και τα μεγάλα funds

Αυτό έγινε μερικές φορές στο παρελθόν στις διεθνείς αγορές και πρόσφατα στη χώρα μας. Κορυφαία και οδυνηρή εμπειρία η περίοδος του ’98-’99, όταν σχεδόν το σύνολο των Ελλήνων μικροαποταμιευτών σύρθηκαν κυριολεκτικά από τους αδίστακτους λυμεώνες των ελπίδων των απλών και απληροφόρητων πολιτών, παγιδεύτηκαν και τους στράγγιζαν τις πενιχρές αποταμιεύσεις ετών. Το πραγματικό ύψος των απωλειών δεν έγινε ποτέ γνωστό. Κάποιοι κάνουν λόγω για 3 τρισεκατομμύρια δραχμές.

Ο σκεπτικισμός που επακολούθησε και η σιωπηρή προσπάθεια επούλωσης των πληγών απαξίωσαν το Χρηματιστήριο, που κατρακύλησε από τις 6.500 μονάδες στις 1.700… Ομως, προσωρινά μόνο έπεσε σε χειμερία νάρκη. Σιγά-σιγά, μεθοδικά, ο δείκτης πείρε πάλι την ανιούσα, δικαιώνοντας την κλασική οικονομική θεωρεία για «κύκλους οικονομικής συγκυρίας». Μόνο που εδώ οι “κύκλοι” δεν είναι αποτέλεσμα φυσιολογικής πορείας ανάπτυξης και ύφεσης, αλλά επεμβάσεων των μεγάλων funds στον μηχανισμό του συστήματος, που αποκομίζουν τεράστια κέρδη, αφήνοντας στην εγχώρια οικονομία τα αποφάγια από το μεγάλο φαγοπότι της κερδοσκοπίας. Με τέτοια δομή η παραγωγική βάση δεν διευρύνεται σε διαχρονικά στέρεες βάσεις, και η κεφαλαιαγορά άγεται και φέρεται καταδικασμένη σε μόνιμη ανωριμότητα. Η διοχέτευση των κεφαλαίων γίνεται εκεί που μπορούν να τα “αρπάξουν” οι “θεσμικοί επενδυτές”, με σίγουρα και άμεσα κέρδη, αδιαφορώντας για το μέλλον της οικονομίας και την αφαίμαξη των μικροεπενδυτών. Και οι κυβερνώντες μετρούν με γενικούς δείκτες την οικονομική ευρωστία, οι οποίοι εξισώνουν τον μισθωτό, τον συνταξιούχο και τον μικροεπαγγελματία με τον βιομήχανο, τον μεγαλέμπορο, τον εισοδηματία και τον κερδοσκόπο.

Σήμερα, ο γενικός δείκτης, έχοντας φτάσει τις 5.200 μονάδες, “φλερτάρει” με τα επίπεδα του ’99, και φαίνεται ότι ο κύκλος πάει πάλι να κλείσει. Εν τούτοις η κίνηση του Χρηματιστηρίου δείχνει ότι οι μικροεπενδυτές δεν ξαναγύρισαν όλοι στον “ναό” είτε γιατί στράγγιξαν είτε γιατί συνειδητοποίησαν τη σοφία της λαϊκής παροιμίας «κάηκε η γριά από το χυλό-φυσάει και το γιαούρτι».

Τα “παπαγαλάκια” τραγουδούν ακόμη

Πόσοι τάχα από τους μικροεπενδυτές έχουν την αντικειμενική δυνατότητα να γνωρίζουν τον μηχανισμό λειτουργίας του Χρηματιστηρίου; Πόσοι έχουν τις γνώσεις για να μπορούν να αξιολογήσουν μια μετοχή στην προοπτική της; Πόσοι έχουν τη δυνατότητα και τη γνώση να αντλούν και να αξιολογούν τις απαραίτητες πληροφορίες για να διαγνώσουν την αληθινή οικονομική κατάσταση των εταιρειών, να διαγνώσουν τη δυναμική τους για να επενδύσουν ή την οπισθοδρόμησή τους για να αποσυρθούν έγκαιρα; Ελάχιστοι! Και είναι αυτοί που διαβιούν στους διαδρόμους του συστήματος, στις τράπεζες (που είναι μέρος του μηχανισμού) και στους χρηματιστηριακούς αμερικανικούς, ευρωπαϊκούς και ιαπωνικούς κεφαλαιουχικούς κολοσσούς. Οι υπόλοιποι -οι πολλοί- έχουν «χριστιανικά μεσάνυχτα» και κάνουν τις επιλογές τους με μεσσιανικά κριτήρια που τους σερβίρει ο κάθε τεχνοκράτης που αξιώνει τίτλους επενδυτικού Μωυσή.

Το ’99 υπήρξαν πάμπολλες περιπτώσεις, που με τις προτροπές των «ειδικών» που έβγαιναν στα κανάλια και στον τύπο με ύφος χρηματιστηριακών μεγατόνων επενδύθηκαν οι οικονομίες των μικροεπενδυτών σε εταιρείες-φαντάσματα, οι οποίες χωρίς κανένα αντίκρισμα νεκραναστήθηκαν, μόνο και μόνο γιατί τα «έμμισθα παπαγαλάκια» διέδιδαν ειδήσεις για προοπτικές παραγωγικών, τάχα, δραστηριοτήτων, για ανύπαρκτες εξαγορές και συγχωνεύσεις, και πάει λέγοντας. Το ίδιο συνέβη και με εταιρείες με φανταχτερά ονόματα που μπήκαν στο Χρηματιστήριο, άρπαξαν τις αυξήσεις κεφαλαίων για να ξελασπώσουν και την επαύριο άλλαξαν ντορό, χρηματοοικονομική διάρθρωση και προοπτική. Οι αφελείς πάτησαν το δόκανο, αγόρασαν, και σε σύντομο χρονικό διάστημα η μετοχή κατρακύλησε στο -20%, στο -30%, ακόμα και στο -50% και δεν ξανασήκωσε κεφάλι.

Αδιαφάνειας συνέχεια

Το κακό είναι ότι παρά τα μέτρα που έλαβε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την τροποποίηση επί το αυστηρότερον της νομοθεσίας για τα κριτήρια εισαγωγής στην κύρια και στη δευτερεύουσα αγορά, συμβαίνει και σήμερα τα στοιχεία των εταιρειών να μην είναι διαφανή και αξιόπιστα, ώστε παρασύρουν τους επενδυτές. Αυτό προκύπτει από τους διαδοχικούς ελέγχους των ισολογισμών των εισηγμένων, που είναι πλέον υποχρεωτικοί σε ποσοστό τουλάχιστον 10% κάθε χρήσης.

Ακόμα και η εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων έγινε με τρόπο που δεν διασφάλισε τους επιδιωκόμενους στόχους. Αν ρίξει κάποιος μια ματιά στο διαδίκτυο, στις ιστοσελίδες των εισηγμένων θα εκπλαγεί. Από τη μια κάποιες εταιρείες δίνουν αναλυτικές πληροφορίες για να διαφωτισθεί ο επενδυτής κι από την άλλη υπάρχουν σελίδες φτωχές σε στοιχεία και ανεπαρκείς σε δομικές διευκρινίσεις. Ετσι, αντί να διευρύνεται η πληροφοριακή βάση για τη πορεία μιας εταιρείας, συσκοτίζεται. Και ο μη προνοητικός επενδυτής τρέχει και δεν φτάνει, πασχίζοντας να αντιληφθεί τι συμβαίνει και γιατί το χαρτοφυλάκιό του υφίσταται σκαμπανεβάσματα σαν τη μικρή σχεδία που άγεται και φέρεται στα μποφόρ της κερδοσκοπίας…

Ας μην ξεθαρρεύουν, λοιπόν, όσοι πιστοί ακόμα στον κερδώο Μαμωνά. Ας μην ελπίζουν ότι όσοι έστησαν το “κόλπο” έχουν αναστολές. Αμα τους παίρνει, θα το ξαναστήσουν.