Εντείνεται η αγωνία για την έξαρση των επιπτώσεων από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση στον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και στην απασχόληση. Η αγορά προειδοποιεί για τον κίνδυνο μαζικών «λουκέτων», εξαιτίας της πτώσης της ζήτησης και της στενότητας των τραπεζικών χορηγήσεων στις επιχειρήσεις, η οποία, όπως εκτιμάται, θα επιδεινωθεί. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση ετοιμάζεται να αναθεωρήσει επί τα χείρω την εκτίμησή της για τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας το 2009. Το χειρότερο: Ενώ όλες οι ευρωπαϊκές οικονομίες πασχίζουν να χρησιμοποιήσουν όλα τα αναπτυξιακά αποθέματά τους για τη θωράκισή τους, η ελληνική κυβέρνηση μειώνει τις δημόσιες επενδύσεις, προσδοκά θεαματική αύξηση φορολογικών εσόδων και μειώνει τις δαπάνες για την ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων!

‘Οπως παραδέχονται στελέχη του εμπορικού κόσμου, για αρκετές επιχειρήσεις το δίλημμα που φέρνει η διεθνής κρίση είναι “λουκέτο ή απολύσεις;”. Χαρακτηριστικά, η ΓΣΕΒΕΕ εκτιμά ότι ήδη περίπου 100.000 επιχειρήσεις βρίσκονται στο «κόκκινο» και θα βάλουν λουκέτο, εάν συνεχιστεί η επιβράδυνση της κατανάλωσης.

Οι καταναλωτές δεν «φρενάρουν» απλώς τον ρυθμό με τον οποίο δαπανούν, αλλά περιορίζουν δραματικά τα έξοδά τους, ακόμη και για προϊόντα ανελαστικής ζήτησης, καθώς πιέζονται από την αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης των δανείων τους, λόγω της χρηματοπιστωτικής κρίσης και την εντεινόμενη ακρίβεια.

Τον Αύγουστο ο τζίρος στο λιανικό εμπόριο μειώθηκε κατά 4,1% -ήταν η μεγαλύτερη πτώση σε ετήσια βάση από τον Φεβρουάριο- ενώ κάθετη ήταν η μείωση των πωλήσεων σε διαρκή καταναλωτικά αγαθά, όπως στα είδη ένδυσης και υπόδησης (-12,7%) και στα είδη οικιακού εξοπλισμού (-9,8%). Την ίδια ώρα οι στρόφιγγες των ελληνικών τραπεζών έχουν «στενέψει» επικίνδυνα τόσο προς τα νοικοκυριά όσο και προς τις επιχειρήσεις, καθώς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αποφεύγουν την ανάληψη ρίσκου. Εάν το αναλαμβάνουν, χρεώνουν υψηλά επιτόκια.

Οι τράπεζες «κόβουν» πλέον μία στις δύο αιτήσεις για χορήγηση δανείου, όταν πριν από μερικούς μήνες απορρίπτονταν κατά μέσο όρο τέσσερα στα δέκα αιτήματα, επισημαίνουν τραπεζικά στελέχη. Η τάση επιβράδυνσης στις χορηγήσεις, που ήταν ήδη αισθητή -αυτό δείχνουν τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Τράπεζα της Ελλάδος για την πιστωτική επέκταση τον Σεπτέμβριο- αναμένεται ότι θα ενταθεί τους επόμενους μήνες.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, ο ετήσιος ρυθμός ανόδου της χρηματοδότησης προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις επιβραδύνθηκε στο 19,7% τον Σεπτέμβριο από 20,1% τον Αύγουστο, ενώ ειδικά για τις επιχειρήσεις ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης επιβραδύνθηκε στο 22,7% από 22,9% έναν μήνα νωρίτερα, με σαφείς τάσεις συγκράτησης των χορηγήσεων προς τους κλάδους του εμπορίου και τη βιομηχανία.

Αγωνία για την πιστωτική επέκταση

Τραπεζικοί αναλυτές εκτιμούν πως η κατάσταση θα επιδεινωθεί τους προσεχείς μήνες, καθώς από τις αρχές Οκτωβρίου η κρίση δεν εκτονώνεται, αλλά αντίθετα δημιουργείται νέα ένταση στην παγκόσμια οικονομική σκηνή. Η έντονη αβεβαιότητα για τη συνέχιση, με επαρκείς ρυθμούς, της πιστωτικής επέκτασης -βασικού αιμοδότη της ανάπτυξης στην Ελλάδα- οδήγησε το Υπουργείο Οικονομίας και την ΤτΕ να απευθύνουν συστάσεις προς τις τράπεζες να πράξουν τα δέοντα, ώστε να διατηρηθεί ο ρυθμός πιστωτικής επέκτασης άνω του 10% τον επόμενο χρόνο. Η σύσταση αυτή υποκρύπτει τη μεγάλη ανησυχία του Υπουργείου Οικονομίας για απότομη επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης το 2009.

Επισήμως, η κυβέρνηση θεωρεί πως μπορεί να επιτύχει ρυθμό ανάπτυξης 3%, ανεπισήμως όμως ετοιμάζεται να αναθεωρήσει επί τα χείρω την εκτίμηση αυτή με την κατάθεση του οριστικού σχεδίου του προϋπολογισμού σε λίγες μέρες. Στο σύνολο τους οι ξένοι οργανισμοί και αναλυτές αναμένουν σημαντική επιβράδυνση της ανάπτυξης το 2009. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναμένει ρυθμό 2%, ενώ εξαιρετικά απαισιόδοξες είναι οι προβλέψεις της Morgan Stanley, που κάνει λόγο για ρυθμούς ανάπτυξης 0,9%, και της Deutsche Bank, που την προσδιορίζει στο 1,4%.

Πακτωλός κονδυλίων στις τράπεζες

Η σύσταση στις τράπεζες να διασφαλίσουν άνω του 10% τον ρυθμό πιστωτικής επέκτασης το 2009 συνόδευσε το σχέδιο νόμου για την ενίσχυση της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών, με το οποίο η κυβέρνηση εμφανίζεται έτοιμη να διαθέσει 28 δισ. ευρώ προς τις ελληνικές τράπεζες, προκειμένου να τις στηρίξει, ώστε να στηρίξουν και αυτές με τη σειρά τους την οικονομία. Η απόφαση αυτή ξεσήκωσε μεγάλες αντιδράσεις στον υπόλοιπο επιχειρηματικό κόσμο, που θεωρεί πως η ενίσχυση των τραπεζών δεν επιλύει το πρόβλημα, ενώ διχάζει στο εσωτερικό της την κυβέρνηση, με κορυφαία στελέχη της να πιέζουν το Υπουργείο Οικονομίας να ενισχύσει τις δημόσιες επενδύσεις, προκειμένου να στηριχθεί η ανάπτυξη και η απασχόληση.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο υπουργός Οικονομίας, κ. Γ. Αλογοσκούφης, κατέθεσε το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2009, μεσούσης της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία, με το οποίο προβλέπει μείωση 10,1% στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και κατά πολύ λιγότερες εκταμιεύσεις για το πολυδιαφημισμένο “Ταμείο κατά της Φτώχειας”, που ενώ έπρεπε να διαθέσει 1 δισ. ευρώ το 2009, προϋπολογίζεται να χορηγήσει μόλις 100 εκατ. ευρώ! Παράλληλα, σχεδιάζει αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 13,6%.

Σε μία περίοδο που όλες οι ευρωπαϊκές οικονομίες πασχίζουν να χρησιμοποιήσουν όλα τα αναπτυξιακά αποθέματα που διαθέτουν για να θωρακίσουν τις οικονομίες τους έναντι της κρίσης, στην Ελλάδα λήφθηκε απόφαση για τη μείωση των δημοσίων επενδύσεων, τη θεαματική αύξηση των φορολογικών εσόδων και πενιχρές δαπάνες για την ενίσχυση των οικονομικά ασθενέστερων! Η αιτία είναι συγκεκριμένη: Τα δημοσιονομικά αδιέξοδα της οικονομίας, τα οποία επιμένουν και διογκώνονται, αφού η κυβέρνηση δεν τα εξυγίανε, όταν έπρεπε και μπορούσε, προκειμένου να φανεί αρεστή. Με άλλα λόγια, όσα υποσχέθηκε, όταν έκανε κεντρικό άξονα της στρατηγικής της τη δημοσιονομική απογραφή και την εξυγίανση, απλώς ακυρώθηκαν στην πράξη, με αποτέλεσμα η χώρα να παρουσιάζει μια γραφική πλέον αδυναμία να ελέγξει τα ελλείμματά της.

Το περσινό έλλειμμα, κατόπιν παρέμβασης της Eurostat, έκλεισε στο 3,5%, ανοίγοντας για μία ακόμη φορά την πόρτα της κοινοτικής επιτήρησης για την οικονομίας, ενώ το φετινό προσεγγίζει επικίνδυνα τη ζώνη του 3%, εξαιτίας της κατάρρευσης στα φορολογικά έσοδα. Το οξύτατο πρόβλημα του ελλείμματος περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια ευελιξίας της κυβέρνησης να πάρει ουσιαστικά μέτρα στήριξης των οικονομικά ασθενέστερων και την ωθεί να πορεύεται εν καιρώ κρίσης ουσιαστικά χωρίς σχέδιο.

“Ελπίδα” ή νέος κόλαφος;

Μοναδική «ελπίδα» είναι η επικείμενη άτυπη συμφωνία για τη χαλάρωση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης στη Σύνοδο Κορυφής στις αρχές Νοεμβρίου. ‘Οπως, όμως, διαμηνύεται από την Κομισιόν, χαλάρωση δεν σημαίνει ακύρωση, δηλαδή δεν πρόκειται να καταργηθεί ο κανόνας το έλλειμμα να μην υπερβαίνει το όριο του 3% του ΑΕΠ, ενώ η περίπτωση κάθε χώρας θα εξετάζεται ξεχωριστά. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι η ανοχή στις υπερβάσεις των ελλειμμάτων θα κρίνεται κατά περίπτωση, και στην περίπτωση της Ελλάδας η προοπτική είναι δυσοίωνη.

Η υπέρβαση του ελλείμματος το 2007 άνω του 3% δεν μπορεί να αποδοθεί στη διεθνή κρίση, ενώ η αστοχία του φετινού ελλείμματος είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Είναι χαρακτηριστικό πως τα τελευταία τέσσερα χρόνια οι τρέχουσες δαπάνες του δημοσίου αυξήθηκαν κατά 17,5 δισ. ευρώ περίπου, ενώ η χώρα συσσώρευσε επιπλέον χρέος 72 δισ. ευρώ! Την ίδια στιγμή φέτος, το δημόσιο θα αναγκαστεί να δανειστεί περίπου 44 δισ. ευρώ, αντί των 37 δισ. ευρώ που αρχικά εκτιμούσε, προκειμένου να καλύψει τις αστοχίες στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, ενώ ιδιαίτερα «βαρύ» -άνω των 40 δισ. ευρώ- αναμένεται το δανειακό πρόγραμμα του 2009. Ο δανεισμός αυτός γίνεται, μάλιστα, με αυξημένο κόστος, καθώς οι επενδυτές «τιμωρούν» την ελληνική οικονομία, που τη θεωρούν πιο επισφαλή σε σχέση με τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης και ζητούν υψηλότερες διασφαλίσεις προκειμένου να τη δανείσουν…

“Ασπιρίνες” τα μέτρα

Η κυβέρνηση, που δοκιμάζεται σκληρά, χάνοντας διαρκώς έδαφος στις δημοσκοπήσεις εξαιτίας των σκανδάλων, προσπαθεί να αναστρέψει το κλίμα με όχημα τη διεθνή κρίση και να «πείσει» πως παίρνει πρωτοβουλίες για τη θωράκιση της οικονομίας. Επί της ουσίας, ωστόσο, τα περιθώρια αντίδρασης είναι ιδιαίτερα στενά και οι όποιες παρεμβάσεις της θα εξαντληθούν στην αξιοποίηση των πόρων που ήδη υπάρχουν. Δηλαδή, πρόσθετα χρήματα πολύ δύσκολα θα διοχετευθούν στις ομάδες που τα χρειάζονται περισσότερο και το πιθανότερο είναι να εξαντληθούν τελικά σε περιορισμένες παρεμβάσεις, όπως το επίδομα θέρμανσης, που θα είναι μικρότερο σε ύψος και θα απευθύνεται σε πιο περιορισμένο αριθμό δικαιούχων, τη διεύρυνση των κλιμακίων του ΕΚΑΣ, την ενίσχυση της απασχόλησης μέσω των προγραμμάτων Stage και πιθανώς κάποιες κατά τι μεγαλύτερες αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, που, πάντως, θα αποφασιστούν από τον επόμενο χρόνο.