«Απλώς ορισμένα πράγματα έχουν μπει στη σωστή θέση, ενώ για άλλα μένει να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες», τονίζει, αναφερόμενος στην πορεία των μεταρρυθμίσεων για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, ο δρ. Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, πανεπιστημιακός καθηγητής στον τομέα των Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών και διευθυντής σύνταξης της τριμηνιαίας επιστημονικής επιθεώρησης διεθνούς οικονομίας και πολιτικής «Αγορά χωρίς σύνορα».

Με τη συνέντευξη του δρ. Χαράλαμπου Τσαρδανίδη συνεχίζουμε την πρωτοβουλία, που εγκαινιάσαμε στο προηγούμενο τεύχος μας, να δίνουμε τον λόγο σε πρόσωπα που συνδυάζουν το επιστημονικό αντικείμενο και έργο τους με τη θεσμική τους θέση σε φορείς, οι οποίοι συνδέονται ή σχετίζονται με την αγορά, αποβλέποντας για λογαριασμό του αναγνώστη σε μια πιο επιτελική θεώρηση του δυσχερούς περιβάλλοντος, εγχώριου και διεθνούς, που ασκείται σήμερα το επιχειρείν.

Τρεις βασικά λόγοι εξηγούν, κατά την άποψη του δρ. Τσαρδανίδη, το γιατί γενικά οι τιμές δεν υποχωρούν κατά το προσδοκώμενο. Τους απαρίθμησε στην έναρξη της συζήτησής μας, μετά από σχετική ερώτηση: «Ο πρώτος αναφέρεται στη λειτουργία των καρτέλ, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις προϊόντων και υπηρεσιών.

Ο δεύτερος σχετίζεται με την αναπόφευκτη εισαγωγή του πληθωρισμού των χωρών προέλευσης των πλείστων προϊόντων που εισάγονται στην αγορά μας, ένα σύμπτωμα το οποίο εκτιμώ ότι θα γίνεται περισσότερο αισθητό όσο μειώνεται ο ελληνικός πληθωρισμός συνεπεία της ύφεσης και της συρρίκνωσης των εισοδημάτων.

Ο τρίτος λόγος οφείλεται στο εξ αντικειμένου υψηλό μεταφορικό κόστος στην Ελλάδα». Σύμφωνα με το σχόλιό του, «στον βαθμό που η αντίσταση των τιμών οφείλεται σε εγχώριες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, την οποία πολλοί μέμφονται είτε για ανεπάρκεια των μηχανισμών της είτε για αδράνειες σε ό,τι αφορά τους ελέγχους για την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού, μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει πιο άμεσα και αποτελεσματικά». 

Ελληνική ιδιαιτερότητα
σελφ σέρβις: Στη βάση της ομοιότητας και των διαφορών μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης, οι οποίες βρίσκονται σε αντίστοιχη κατάσταση με αυτή της Ελλάδας των μνημονίων, ποιος ο λόγος που στην περίπτωση της χώρας μας το κόστος της προσδοκώμενης ανάταξης καταβάλλεται περίπου μόνο ως κόστος κοινωνικοοικονομικής καταστροφής, χωρίς η ίδια η ανάταξη να φαίνεται πουθενά; 
Χαράλαμπος Τσαρδανίδης:
Οι αντίστοιχες περιπτώσεις της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας ή πλέον και της Κύπρου διαφέρουν και μεταξύ τους και ως προς την ελληνική περίπτωση, βάσει των ιδιαιτεροτήτων κάθε μεμονωμένης χώρας. Για παράδειγμα, μια δική μας ιδιαιτερότητα, που δεν έχει όμοιο, έγκειται στο ότι είχαμε ανοικτά τρία, ταυτόχρονα, μέτωπα χρέους: Του δημόσιου χρέους, του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης και του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο αντανακλά την έλλειψη της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας.

Η Ιρλανδία, για να πάρουμε το παράδειγμα μιας από αυτές τις χώρες, εξ αρχής προώθησε, μαζί με την εφαρμογή προγράμματος λιτότητας, μια αναδιάρθρωση της οικονομίας της, προκειμένου να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητά της. Χωρίς, βέβαια, να έχει λύσει τα προβλήματά της ακόμα, η Ιρλανδία πλεονεκτεί σε σχέση με τη χώρα μας ως προς το ότι η οικονομία της ήταν και παραμένει πιο ανταγωνιστική ένεκα των εξαγωγών της. Στην ελληνική περίπτωση, πράγματι, το πρόγραμμα προσαρμογής απεδείχθη «υπεραισιόδοξο» υπό την έννοια ότι από το 2010 αντανακλούσε μιαν αυστηρότητα των εταίρων μας, όπως αυτή εκφράστηκε στο ύψος των επιτοκίων δανεισμού της χώρας, στα οποία ήταν αδύνατο να αντεπεξέλθουμε –γι’ αυτό, άλλωστε, αυτά μειώθηκαν σε αλλεπάλληλες φάσεις.

Όμως, μια ουσιώδης αιτία καθυστερήσεων στην απόδοση του ελληνικού προγράμματος είναι ότι δεν λάβαμε ευθύς εξ αρχής τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων στο παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας μας. Αλλά χωρίς διαρθρωτικές μεταβολές, ούτε ο ανταγωνισμός λειτουργεί καλύτερα προς όφελος της κοινωνίας ούτε το κράτος αυξάνει τα φορολογικά του έσοδα ούτε το παραγωγικό μοντέλο αναδιαρθρώνεται, στην κατεύθυνση, λχ, της ενίσχυσης των εξαγωγών, συνεπώς και της ρευστότητας των επιχειρήσεων, της προσέλκυσης ξένων επενδυτών κοκ.

Κι είναι αυτές ακριβώς οι πτυχές της εγχώριας δυσανεξίας που βασανίζουν περισσότερο την αγορά, τουλάχιστον τις μη κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις, που αγωνιούν σήμερα για την επιβίωσή τους. Να, επομένως, μια πρόσθετη ιδιαιτερότητα της Ελλάδας, σε σχέση με άλλες χώρες που εφαρμόζουν αντίστοιχα προγράμματα: καθυστερήσαμε αρκετά στη μέριμνα για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού μας μοντέλου. Κάλιο αργά παρά ποτέ, όμως…

Όρος επιβίωσης η προώθηση των μεταρρυθμίσεων
σελφ σέρβις: Παραμένει προβληματικό, πάντως, το ότι οι μεταρρυθμίσεις ως τώρα περιορίστηκαν μονόπλευρα στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, στη συρρίκνωση των εισοδημάτων και στην περιστολή του κοινωνικού κράτους. Οι καθυστερήσεις στην πάταξη της γραφειοκρατίας, λχ, απογοητεύουν τον επιχειρηματικό κόσμο.
Χαράλαμπος Τσαρδανίδης:
Στο μεταξύ, προσθέτω, ούτε η θεαματική αύξηση των φορολογικών εσόδων έχει επιτευχθεί! Τώρα μόλις συζητούνται κάποια φορολογικά μέτρα εισπρακτικού, όμως, σκοπού. Προφανώς δεν πρόκειται για την ολοκληρωμένη φορολογική μεταρρύθμιση, στην οποία προσβλέπουμε να πραγματοποιηθεί τους αμέσως προσεχείς μήνες. Το ζήτημα είναι ότι εν συνόλω οι διαρθρωτικές μεταβολές επείγει να ολοκληρωθούν, προκειμένου να αυξηθεί η ανταγωνιστικότητα της χώρας.

Ειδάλλως είναι αδύνατο να εννοηθεί η εισροή άμεσων ξένων επενδύσεων, οι οποίες, σε συνδυασμό με τις ιδιωτικοποιήσεις και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας, προσδοκάται να εντείνουν την παραγωγικότητα και την εξωστρεφή δράση των επιχειρήσεων. Αν και η πρόσφατη ανάσχεση της αύξησης των εξαγωγών μας, μετά από μια φάση ελπιδοφόρας πορείας τους, οφείλεται στην ύφεση που τώρα εξαπλώνεται σε πολλές αγορές προορισμού των προϊόντων μας, το σίγουρο είναι ότι η μακροπρόθεσμη αύξηση των δυνατοτήτων της οικονομίας μας εντός και εκτός συνόρων δεν μπορεί παρά να κρηπιδωθούν σε μια βάση εντελώς διαφορετική της προηγούμενης.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι Εκθέσεις τόσο του ΔΝΤ όσο και της Κομισιόν δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Αυτή ακριβώς συνιστά στο εξής τον αναγκαίο όρο, προκειμένου η χώρα να αντλεί τους πόρους που χρειάζεται (από τους δανειστές της) για την επιβίωσή της. Δεν είναι ορατή, άλλωστε, άλλη διέξοδος υπό συνθήκες υπέρβασης της φοροδοτικής ικανότητας των συνήθων υποζυγίων, ενόσω τούτη συνέβαλε πολύ περισσότερο από όσο φαντάζονταν κάποιοι στη βαθειά ύφεση της οικονομίας…  Συνεπώς, δεν αρκεί ούτε ο επισπευσμένος, λόγω κατάρρευσης της εσωτερικής ζήτησης, εξωστρεφής προσανατολισμός των ελληνικών επιχειρήσεων ούτε οι θυσίες τους εις βάρος εαυτών και της κοινωνίας (απολύσεις, μειώσεις αποδοχών κλπ) προς όφελος της απόκτησης ανταγωνιστικότητας.

Επείγει το κράτος να διαμορφώσει τώρα ένα οικείο, φιλικό περιβάλλον για το επιχειρείν, ελεύθερο και ελκυστικό στην επενδυτική δραστηριότητα, την εκ των έξω και έσω. Μια άλλη ουσιώδης παράμετρος αφορά την αναμενόμενη ανακεφαλαίωση των τραπεζών. Αν αυτή γίνει σωστά, θα συμβάλει όχι μόνο στη ρευστότητα των τραπεζών, αλλά και στον εξορθολογισμό των παρεχόμενων δανείων. Στο πλαίσιο αυτό, φαντάζομαι πως είναι αντιληπτό από τους επιχειρηματίες ότι μια νέα τραπεζική πολιτική δανειοδοτήσεων θα τους ζητά πολύ περισσότερα εχέγγυα απ’ ό,τι στο παρελθόν… 

Οι θετικές ενδείξεις
σελφ σέρβις: Μπορεί μόνη η ανακεφαλαίωση των τραπεζών, χωρίς ξένες επενδύσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα, να αποκαταστήσει τη λειτουργία τους
ως προς τις χορηγήσεις δανείων; Και γενικότερα, γιατί να ρισκάρουν τα λεφτά τους οι ξένοι επενδυτές σε μια ετοιμόρροπη οικονομία;

Χαράλαμπος Τσαρδανίδης: Η ανακεφαλαίωση των τραπεζών θα γίνει ως γνωστόν με χρήματα των δανειστών μας. Κάποιες απ’ αυτές θα κρατικοποιηθούν προσωρινά, στις οποίες θα συμμετέχουν ως επόπτες κι οι δανειστές, ώστε σε τρία χρόνια να πωληθούν, είτε στους νυν μετόχους τους –αν είναι σε θέση να τις επανακτήσουν και στον βαθμό που θα έχουν συμμετάσχει στην ανακεφαλαίωσή τους κατά ένα μέρος (οπότε θα γίνουν εκ νέου οι διαχειριστές τους)– είτε θα περάσουν σε ξένα χέρια.

Στη γενική τους βάση τα ερωτήματά σας είναι εύλογα, αλλά υπάρχουν ενδείξεις –μερικές προκύπτουν από κάποιες προγραμματισμένες σοβαρές ιδιωτικοποιήσεις της χώρας, όπως πχ των εκτάσεων του παλαιού αεροδρομίου στο Ελληνικό–, οι οποίες ασφαλώς δεν περνούν απαρατήρητες από τους διεθνείς επενδυτές, εφόσον δίνουν μακροπρόθεσμα υποσχέσεις κέρδους. Εξάλλου, η εκτίμηση της ΤτΕ πως η οικονομία μας ήδη έχει καλύψει γύρω στο 75% της ανταγωνιστικότητάς της είναι σημαντικός παράγων προσέλκυσης ξένων επενδύσεων.

Αν και σε τούτο συνέβαλε αναμφίβολα η μείωση των μισθών, το καθοριστικό για την ελκυστικότητα της οικονομίας μας οφείλουμε να είναι η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, με την πάταξη της γραφειοκρατίας και την καθιέρωση ενός δίκαιου και σταθερού φορολογικού συστήματος, που θα εμπνέει ασφάλεια για τον προγραμματισμό των επιχειρήσεων.


Το πολιτικό κόστος υπό… βούρδουλα
σελφ σέρβις: Ποιοι παράγοντες συντελούν στην επιβράδυνση της προόδου υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων; Πώς κρίνετε από αυτή την άποψη το έργο της τρικομματικής κυβέρνησης σε σχέση με τις προηγούμενες, αρχής γενομένης του πρώτου μνημονίου; 
Χαράλαμπος Τσαρδανίδης:
Το ελπιδοφόρο είναι η εκφρασμένη της βούληση για την προώθησή τους. Πάντως, θυμίζω παραδειγματικά ότι η εξαγγελία της σύστασης του ενός και μόνο φορέα, που θα αναλαμβάνει εσπευσμένως για λογαριασμό των ξένων επενδυτών τη διεκπεραίωση όλων των απαιτούμενων γραφειοκρατικών διαδικασιών προς διευκόλυνσή τους, μολονότι επαναλαμβάνεται διαρκώς, εξακολουθεί να μην υλοποιείται…

Ο μέχρι τώρα βασικότερος λόγος καθυστερήσεων στην υλοποίηση των –κατά τα άλλα, συμφωνημένων ως λύσης αδήριτης αναγκαιότητας– μεταρρυθμίσεων αναφέρεται στο υψηλό κόστος που δημιουργούν αυτές για το πολιτικό μας σύστημα. Είναι γνωστές οι πιέσεις που ασκούν πάνω του τα κάθε λογής οργανωμένα κοινωνικά συμφέροντα, τα οποία θίγονται από τις διαρθρωτικές αλλαγές, όπως κι οι σχετικές παραχωρήσεις που τους προσφέρονται εκ μέρους του πολιτικού συστήματος. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης για την καταπολέμηση της φοροδιαφηγής.

Θέλοντας και μη, όμως, με τον «βούρδουλα» του εξωτερικού παράγοντα, με τον εκβιασμό των καθυστερήσεων ή και τον φόβο διακοπής της δανειοδότησης της χώρας υποχωρεί η λογική του πολιτικού κόστους ή τουλάχιστον έτσι ελπίζουμε. Τα πράγματα, βλέπετε, έφτασαν στο αμήν: ή θα εγγυηθούμε έμπρακτα προς πιστωτές κι επενδυτές πως οι όροι του παιχνιδιού είναι πλέον ξεκάθαροι, ήτοι πως αλλάζουμε το παραγωγικό μας μοντέλο, ή η δυσχέρεια στο εξής θα συνοδεύει μόνιμα τον εθνικό μας βίο. Ωστόσο, είναι άδικο να υποτιμούμε τις προσπάθειες και θυσίες που έγιναν ως σήμερα την τελευταία τριετία, προκειμένου να απαντηθεί θετικά το δίλημμα.

Ήδη ο στόχος της δημιουργίας πρωτογενούς πλεονάσματος είναι αρκετά κοντά. Κάποιοι πιστεύουν κιόλας ότι στο δεύτερο εξάμηνο του 2013 θα τον πετύχουμε, στέλνοντας διεθνώς ισχυρό μήνυμα στους ξένους επενδυτές ότι η «φούσκα» της ελληνικής οικονομίας άρχισε να ξεφουσκώνει. Άλλο, όμως, συνιστά στις μέρες μας την πηγή ανησυχιών: Θα μπορέσει η κοινωνία μας, μέχρι την ολοκλήρωση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, να αντέξει τις θυσίες κυρίως του ιδιωτικού τομέα, με την ασύλληπτη διόγκωση της ανεργίας, ή θα εκραγεί πριν το τέλος της πορείας; Δεν είναι στο χέρι κανενός να το απαντήσει, τουλάχιστον σήμερα…

σελφ σέρβις: Το προεικάζουν, τάχα, οι τάσεις αποεπένδυσης στην αγορά μας; Πώς τις εξηγείτε;
Χαράλαμπος Τσαρδανίδης:
Τις εξηγεί η μειωμένη ζήτηση κι η δυσκολία πρόσβασης των επιχειρήσεων στον τραπεζικό δανεισμό, που παρακωλύει την εκδήλωση μιας σωτήριας εξωστρέφειάς τους. Τις εξηγεί, επίσης, η μη επιστροφή του ΦΠΑ που δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα ρευστότητας στις εξαγωγικές επιχειρήσεις. Όμως, επιμένω: οι ενδείξεις ότι κάτι επιτέλους αρχίζει να αλλάζει υπάρχουν! Τώρα, εάν η κοινωνική αναταραχή –και αναλόγως, βέβαια, της ποιότητάς της– προλάβει την ολοκλήρωση των αλλαγών πριν τη στροφή προς την «έξοδο του τούνελ», ουδείς το γνωρίζει.

Με άλλα λόγια, το παιχνίδι για τη χώρα ακόμα δεν έχει κερδηθεί. Υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες και προβλήματα. Απλώς ορισμένα πράγματα έχουν μπει στη σωστή θέση, ενώ για άλλα μένει να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες. Μίλησα ήδη για το φορολογικό: αν η μεταρρύθμισή του αποδειχθεί αναντίστοιχη των απαιτήσεων, προφανώς θα αποδυναμωθούν οι θετικές συνέπειες άλλων μεταρρυθμίσεων. Όλες τους, βλέπετε, συναρθρώνονται μεταξύ τους.

Τάσεις προσαρμοστικότητας στην ΕΕ
σελφ σέρβις: Τι σκέπτεστε για την πορεία της ΕΕ μέσα στη νέα χρονιά;
Χαράλαμπος Τσαρδανίδης:
Είναι γεγονός ότι η ΕΕ έχασε τον βηματισμό της σε τούτη την κρίση. Κυρίως εφόσον βρέθηκε πάντα να τρέχει πίσω από τα γεγονότα, κάτι που το έχουν παραδεχθεί οι ηγέτες της, ακόμα και οι Γερμανοί, οι οποίοι δεν είμαι σίγουρος αν μπορούν να διαχειριστούν την οικονομική ηγεμονία της χώρας τους στην Ευρώπη, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα πολιτεύονται στην ΕΕ προσμετρώντας περισσότερο το εσωτερικό τους πολιτικό κόστος παρά τα γενικότερα συμφέροντα της Ένωσης. Ωστόσο, από το 2008 έχουν γίνει σημαντικά θεσμικά βήματα για τον έλεγχο της κρίσης χρέους, ακόμα και με την οριακή παραβίαση των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Εκδηλώνεται, δηλαδή, μια τάση προσαρμοστικότητας στις απαιτήσεις των καιρών, με καθυστερήσεις έστω κι αντιφάσεις, οφειλόμενες στους δισταγμούς των πλέον αξιόχρεων οικονομιών της ΕΕ, με επικεφαλής τη Γερμανία. Αλλά σταδιακά μορφοποιείται ένα πλαίσιο μηχανισμών ανάσχεσης της κρίσης, επιδεχόμενο μεν αναθεωρήσεων και βελτιώσεων, αλλά βασανιστικά αργά είναι η αλήθεια.

Η γερμανική διχοστασία
σελφ σέρβις: Ως πότε, αναρωτιούνται πολλοί, θα άγεται και θα φέρεται η ΕΕ πίσω από τις πολιτικοοικονομικές σκοπιμότητες των Γερμανών; 

Χαράλαμπος Τσαρδανίδης: Κι όμως, η Γερμανία δεν είναι εντελώς άκαμπτη. Από τις αρχικές της θέσεις του «ο σώζων εαυτόν σωθείτω» και του «δεν πρόκειται εμείς να επέμβουμε στη διάσωση καμίας χώρας» μέχρι σήμερα έχει καλυφθεί, ευτυχώς, τεράστια απόσταση. Εξάλλου, η τρόπον τινά πολιτική της απομόνωση –παρά τη διατήρηση των συμμαχιών της με τις χώρες των «τριών Α», όπως οι Φινλανδία, Αυστρία και Ολλανδία– εμπνέει στη γερμανική ηγεσία πλέον μιαν ανησυχία ότι πιθανώς οι ακαμψίες της πολιτικής της θα λειτουργήσουν ως μπούμερανγκ.

Μια γενικευμένη ύφεση, τα σημάδια της οποίας ήδη είναι ευδιάκριτα, ωθώντας κυρίως τον ευρωπαϊκό Νότο σε κατάσταση παρατεταμένης δυσπραγίας, θα πλήξει άμεσα τις προς τα εκεί γερμανικές εξαγωγές. Αυτό, λοιπόν, πολλοί Γερμανοί αρχίζουν να το κατανοούν βαθύτερα, όχι όμως όλοι. Σε τούτη ακριβώς τη γερμανική διχοστασία, που την εκφράζει καθημερινά μια εναλλαγή ύφους και περιεχομένου θέσεων, εδράζεται η αναποφασιστικότητα διαχείρισης της γερμανικής ηγεμονίας στην ΕΕ από τον ίδιο τον φορέα της.

Θυμηθείτε, λχ, πόσο εύκολα διατυπωνόταν το περασμένο καλοκαίρι η ιδέα ότι η Ελλάδα είναι βαρίδι για την ΕΕ κι ότι η απομάκρυνσή της από την ευρωζώνη θα προλάβει τα δεινά των υπολοίπων εταίρων. Αυτή η ιδέα, λοιπόν, προς το παρόν τουλάχιστον, έχει απομακρυνθεί. Τίποτα δεν προδικάζει, ωστόσο, την μόνιμη αποσόβησή της, αν υπάρξουν εμπλοκές στην πρόοδο του ελληνικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων εξαιτίας εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων ή μιας περαιτέρω απρόβλεπτης εκτράχυνσης της ύφεσης φέτος…

σελφ σέρβις: Ευσταθεί θεσμικά το ενδεχόμενο αποπομπής της Ελλάδας από την ευρωζώνη;
Χαράλαμπος Τσαρδανίδης: Ασφαλώς όχι, αλλά κάτι τέτοιο μπορεί να είναι η… οικειοθελής κατάληξή μας, αν, πχ, διακοπεί η χρηματοδότηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από την ΕΚΤ… Εν πάση περιπτώσει, όμως, οι πολιτικοοικονομικές εξελίξεις τόσο στην Ελλάδα όσο και γενικά στην Ευρώπη έχουν μειώσει τις πιθανότητες ενεργοποίησης τέτοιων σεναρίων, ενώ η συζήτηση θεσμικών ρυθμίσεων για την ενοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού χώρου και την λεγόμενη νέα οικονομική διακυβέρνηση δείχνει ότι οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις εισέρχονται σε φάση μιας κάποιας ωρίμανσης και σταθερότητας. Φυσικά, ούτε λόγος, η κρίση στην ΕΕ εξακολουθεί να είναι παρούσα.

Ευρωσκεπτικισμός
σελφ σέρβις: Θα συμφωνήσετε, πάντως, ότι η εφαρμογή προγραμμάτων σκληρής λιτότητας στον ευρωπαϊκό Νότο υπονομεύει καίρια το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Χαράλαμπος Τσαρδανίδης:
Αναμφίβολα έχει υποστεί τεράστια ζημιά, με την έννοια ότι οι πληττόμενες κοινωνίες δεν αναγνωρίζουν πλέον τη συμβολή της ΕΕ στη θωράκιση αυτού του οράματος, με όρους αλληλεγγύης. Αλλά το ευρωσκεπτικιστικό πνεύμα, που σήμερα οξύνεται, εκλαμβάνει εσφαλμένα την κρίση χρέους ως φαινόμενο εξολοκλήρου οφειλόμενο στις διαχρονικές και σύγχρονες επιλογές της ευρωπαϊκής ηγεσίας. Έτσι, όμως, συσκοτίζονται οι εσωτερικοί παράγοντες που συνέτειναν μακροπρόθεσμα στην υπερχρέωση χωριστά κάθε χώρας. Τέτοιες αφοριστικές γενικεύσεις, που τις γεννά η οδύνη κι η απώλεια ψυχραιμίας, είναι αναμενόμενο να αντανακλώνται στο πολιτικό περιβάλλον, ενδυναμώνοντας τα αντισυστημικά κόμματα ή όσα εμφανίζονται ως τέτοια.