Η έρευνα Census της IRI συνεισφέρει στην παρουσίαση μιας διαχρονικής εξέλιξης της εικόνας του λιανεμπορίου ταχυκίνητων προϊόντων, καταγράφοντας σε ετήσια βάση τον κύκλο εργασιών και το δίκτυο πώλησης κάθε επιμέρους καναλιού.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το 2020, ως γενικό συμπέρασμα από τη μελέτη των στοιχείων της έρευνας προκύπτει ότι ο τζίρος των καταστημάτων του κλάδου σημείωσε αύξηση, με εξαίρεση την κατηγορία των μικρών καταστημάτων τροφίμων. Σε ό,τι αφορά το δίκτυο, περίπτερα και convenience ακολούθησαν πτωτική πορεία, ενώ τα σούπερ μάρκετ σημείωσαν μια μικρή έστω αριθμητική άνοδο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του πίνακα μεταβολής του κύκλου εργασιών που αφορά τα διαφορετικά κανάλια πώλησης τροφίμων, η ανάπτυξη το 2020 προήλθε κυρίως από την κατηγορία των σούπερ μάρκετ/υπέρ μάρκετ, καθώς και από τα discount. Ο πίνακας είναι ενδεικτικός της ωφέλειας που είχε η λιανική τροφίμων από την εφαρμογή των μέτρων περιορισμού της πανδημίας, με εξαίρεση τα μικρά καταστήματα μίας ταμειακής μηχανής, στα οποία περιλαμβάνονται τα καταστήματα self service (μίνι μάρκετ) και τα small food (παραδοσιακά), που σημείωσαν μικρή πτώση πωλήσεων.

Ειδικότερα, ο κύκλος εργασιών των καταστημάτων σούπερ μάρκετ, υπέρ μάρκετ, discount, self service και small food, που συνθέτουν τη λιανική τροφίμων στη συγκεκριμένη έρευνα, εκτιμάται πως το 2020 ανήλθε σε 10,06 δισ. ευρώ, από 9,28 το 2019, σημειώνοντας αύξηση κατά 8,4%, έναντι 2,84%, που ήταν η αντίστοιχη αύξηση το 2019. Σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο κανάλι, εκτιμάται πως τα σούπερ μάρκετ και τα υπέρ μάρκετ αύξησαν το 2020 τον τζίρο τους κατά 8,36%%, σε 7,91 δισ. ευρώ από 7,3 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Τα εκπτωτικά καταστήματα (discount stores), από την πλευρά τους, σημείωσαν υψηλότερη ανάπτυξη πωλήσεων, από 1,48 δισ. ευρώ σε 1,64 δισ. ευρώ, ήτοι κατά 10,81%, ενώ τα self service (μίνι μάρκετ) είχαν μικρή αύξηση τζίρου, από 360 εκατ. ευρώ σε 385 εκατ. ευρώ (6,9%) και τα small food (παραδοσιακά καταστήματα) μείωσαν τις πωλήσεις τους από 137 εκατ. ευρώ το 2019 σε 135 εκατ. ευρώ το 2020 (-1,46%).

Δίκτυο τροφιμων
Το δίκτυο των καταστημάτων που ανήκουν στις κατηγορίες των σούπερ μάρκετ, υπέρ μάρκετ, discount, self service και small food σημείωσε μικρή αύξηση, από 12.462 καταστήματα το 2019 σε 12.481 το 2020 (0,15%).

Ο αριθμός των σημείων πώλησης τροφίμων, όταν συνυπολογίζονται, πέραν των προαναφερθέντων τύπων καταστημάτων, τα cash & carry, τα convenience και τα καταστήματα πώλησης ειδών καπνιστού και πρώτης ζήτησης, διαμορφώνεται το 2020 σε 29.284 έναντι 29.639 το 2019. Η μείωση αυτή αριθμητικά αντιστοιχεί σε 355 καταστήματα, ενώ η ποσοστιαία μεταβολή είναι -1,2%.

Ουσιαστική αύξηση είχε μόνο το δίκτυο των σούπερ μάρκετ/υπέρ μάρκετ, που το 2020 αριθμούσε 2.569 καταστήματα έναντι 2.510 το 2019. Η μεταβολή αυτή αντιστοιχεί σε επιπλέον 9 καταστήματα και σε ποσοστιαία αύξηση 2,35%. Θετικό ήταν το πρόσημο και στην περίπτωση των εκπτωτικών καταστημάτων. Όμως, στην περίπτωση αυτή η αύξηση αφορά την προσθήκη τριών μόνο σημείων πώλησης (216 έναντι 213 το 2019). Τα υπόλοιπα από τα προαναφερόμενα δίκτυα σημείωσαν μείωση του συνολικού αριθμού καταστημάτων τους.

Σε ό,τι αφορά τα cash & carry, τα καταστήματα ψιλικών και τα περίπτερα, που παρουσιάζονται ως ξεχωριστό κανάλι από την IRI, αναφέρουμε συνοπτικά τα επιμέρους στοιχεία εξέλιξης του δικτύου τους, καθώς, λόγω οικονομίας χώρου, δεν δημοσιεύουμε τους αντίστοιχους πίνακες. Σύμφωνα, λοιπόν το Census 2020, η μείωση του δικτύου τών εν λόγω καταστημάτων που είχε καταγραφεί το 2019 συνεχίστηκε και το 2020, με τον αριθμό τους να διαμορφώνεται για τα ψιλικά σε 4.636 από 4.731, για τα περίπτερα σε 4.370 από 4.496 και για τα convenience σε 7.674 από 7.826, ενώ τα καταστήματα ειδών καπνιστού και πρώτης ζήτησης μειώθηκαν από 9.227 σε 9.006.

Αριθμητικά και σταθμισμένα μερίδια
Στους σχετικούς πίνακες και διαγράμματα που ακολουθούν παρατηρούμε, συγκρίνοντας τα μερίδια των διαφορετικών τύπων καταστημάτων, τόσο ως προς τον αριθμό τους όσο και ως προς τη συμμετοχή τους στον τζίρο, σε σχέση με τα αντίστοιχα μερίδια της περσινής χρονιάς (βλ. σελφ σέρβις, Νοέμβριος 2020), ελάχιστες μεταβολές, όπως η αύξηση του μεριδίου σε αριθμό των σούπερ μάρκετ/υπέρ μάρκετ από 20,1% το 2019 σε 20,6%.

Και η σταθμισμένη συμμετοχή όλων των καναλιών παρέμεινε το 2020 ουσιαστικά αμετάβλητη, γεγονός που καταδεικνύει πως για άλλη μια χρονιά υπήρξε αδυναμία μετακίνησης μεριδίων εσωτερικά στη λιανική αγορά τροφίμων. Όσο για τα cash & carry, η έρευνα καταγράφει αύξηση του αριθμού τους κατά ένα μόνο σημείο πώλησης, στη Θεσσαλονίκη.

Πωλήσεις σούπερ μάρκετ και υπερ μάρκετ το 2021
Στις αρχές Φεβρουαρίου, η IRI Hellas δημοσιοποίησε τα στοιχεία που αφορούν την εικόνα της αγοράς το 2021. Σημειώνεται πως 2021 ο τζίρος των σούπερ μάρκετ και των υπέρ μάρκετ διαμορφώθηκε σε 7,95 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά μόλις 0,6%. Την ίδια χρονιά οι τιμές αυξήθηκαν κατά 1,9%.
Όσον αφορά τις πωλήσεις των προϊόντων σταθερού barcode, αυξήθηκαν κατά 0,8%, ενώ των χύμα μειώθηκαν κατά 0,2%, δείχνοντας ξεκάθαρα πως η μικρή έστω ανάπτυξη των πωλήσεων στο κανάλι προήλθε από τα τυποποιημένα προϊόντα. Στον επιμερισμό δε των πωλήσεων ανά μεγα-κατηγορίες, τα τρόφιμα ήταν η μόνη κατηγορία που είχε ανάπτυξη πωλήσεων το 2021, κατά 1,6%, πάντα σε αξία, ενώ σε όγκο σημείωσε μείωση πωλήσεων κατά 0,6%.

Εξετάζοντας τις πωλήσεις αποκλειστικά των προϊόντων σταθερού barcode, τα στοιχεία του 2021 δείχνουν πως η συνεισφορά των υπέρ μάρκετ στην αύξηση των πωλήσεων ήταν καθοριστική, καθώς στα καταστήματα 2.500τμ και άνω το ποσοστό ανόδου ήταν 7,7%, όταν το αντίστοιχο ποσοστό για τους χώρους επιφάνειας 1.000τμ-2.500τμ ήταν μόλις 0,2%.

Η κατάταξη των καταστημάτων κατά την IRI
Τα καταστήματα λιανεμπορίου τροφίμων, σύμφωνα με την IRI, κατατάσσονται ανά είδος ή κατηγορία σε «καταστήματα τροφίμων», «καταστήματα cash & carry», «καταστήματα ευκολίας» (ή convenience) και «καταστήματα ειδών καπνιστού και πρώτης ζήτησης».

Τα «καταστήματα τροφίμων» ως ειδική κατηγορία χωρίζονται σε «σούπερ μάρκετ» (εμπορικές μονάδες με σύστημα σελφ σέρβις, τουλάχιστον δύο ταμείων και άνω) και «υπέρ μάρκετ» (μονάδες αντίστοιχου είδους άνω των 2.500τμ), σε «discount», σε «self service stores», με μία ταμειακή μηχανή, με μεσαία ποικιλία προϊόντων μπακαλικής και σε «small food stores», επίσης με μία ταμειακή μηχανή, που διαθέτουν εκτός των τυποποιημένων ειδών και περιορισμένη ποικιλία φρέσκων τροφίμων.
Αντίστοιχα ως «καταστήματα ευκολίας» ή convenience εννοούνται όσα δουλεύουν με διευρυμένο ωράριο άνω των 10 ωρών, διαθέτοντας τυποποιημένα γαλακτοκομικά και είδη αρτοποιίας, αλκοολούχα και μη ποτά, σνακ και ζαχαρώδη προϊόντα.

Τα «καταστήματα ειδών καπνιστού και πρώτης ζήτησης» χωρίζονται στα τυπικά καταστήματα ψιλικών και στα κλασικά περίπτερα.