Ενώ βρισκόμαστε ήδη στο μάτι του κυκλώνα Covid-19, με το δεύτερο κύμα της πανδημίας να λειτουργεί ευνοϊκά προς το παρόν για τις πωλήσεις των σούπερ μάρκετ, αλλά με τις προβλέψεις για το 2021 να έχουν αρνητικό πρόσημο, παρουσιάζουμε την πορεία του κύκλου εργασιών και του δικτύου καταστημάτων λιανικής πώλησης FMCG κατά το 2019, όπως καταγράφονται στην ετήσια έρευνα Census της IRI, που μελετά όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, περιλαμβανομένης της Κρήτης και της Εύβοιας. Μια πρώτη ματιά μιας δείχνει για μία ακόμη χρονιά άνοδο τζίρου, κατά 254 εκατ. ευρώ στο σύνολο της εξεταζόμενης αγοράς και κατά 211 εκατ. ευρώ στο κανάλι των σούπερ μάρκετ και υπέρ μάρκετ. Όσο για το κανάλι του discount, η κατ΄ εκτίμηση αύξηση ήταν της τάξης των 46 εκατ. ευρώ.

Όπως δείχνει η μελέτη των στοιχείων του πίνακα 1, ο κύκλος εργασιών στα διαφορετικά κανάλια πώλησης ταχυκίνητων προϊόντων, μετά τη σημαντική διακύμανση που σημείωσε κυρίως έως την πραγματοποίηση της εξαγοράς της Μαρινόπουλος από την Ελληνικές Υπεραγορές Σκλαβενίτης, η οποία ολοκληρώθηκε το 2017, και τη σταδιακή επαναλειτουργία των καταστημάτων της, σημειώνει από το 2016 έως και το 2019 σχετική σταθερότητα. Το ίδιο συμβαίνει και σε ό,τι αφορά την κατηγοριοποίηση των καταστημάτων ανάλογα με το μέγεθός τους (σούπερ μάρκετ, υπέρ μάρκετ και μικρά καταστήματα τροφίμων). Το συγκεκριμένο στοιχείο είναι ενδεικτικό της ελαχιστοποίησης τα τελευταία χρόνια της μετακίνησης τζίρου από τα μικρά καταστήματα τροφίμων στις οργανωμένες αλυσίδες λιανικής, που έχουν εν τω μεταξύ επενδύσει σημαντικά στην ανάπτυξη των δικών τους μικρών καταστημάτων, κυρίως μέσω franchising.

Συνολικά ο τζίρος των καταστημάτων τροφίμων εκτιμάται από την IRI πως το 2019 ανήλθε σε 9,2 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 2,84%. Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα σούπερ μάρκετ και τα υπέρ μάρκετ, εκτιμάται πως αύξησαν τον τζίρο τους κατά υψηλότερο ποσοστό και συγκεκριμένα κατά 3%, σε 7,23 δισ. ευρώ έναντι 7,02 δισ. ευρώ το προηγούμενο έτος. Εάν προστεθούν οι πωλήσεις των καταστημάτων που βρίσκονται στα νησιά (εκτός Κρήτης), τις οποίες η IRI υπολογίζει σε περίπου 0,5 δισ. ευρώ και τις πωλήσεις των cash & carry, περίπου 1,2 δισ. ευρώ, ο συνολικός τζίρος ανεβαίνει στα 8,93 δισ. ευρώ. Προσθέτοντας και τις εκτιμώμενες από την εταιρεία ερευνών πωλήσεις της Lidl, δηλαδή 1,5 δισ. ευρώ, ο συνολικός τζίρος διαμορφώνεται σε 10,43 δισ. ευρώ.

Όσο για το δίκτυο καταστημάτων τροφίμων -σούπερ μάρκετ, μίνι μάρκετ, discount και μικρά καταστήματα -παραδοσιακά και μίνι μάρκετ, το 2019 μειώθηκε κατά 14,9%, από 12.711 σε 12.462 καταστήματα. Αντίθετα, το δίκτυο των σούπερ/υπέρ μάρκετ αυξήθηκε κατά 1,95% (+48 καταστήματα). Θετικό ήταν το πρόσημο και στα εκπτωτικά καταστήματα, με ανάπτυξη κατά 5 σημεία πώλησης, από 208 σε 213.Τα παραδοσιακά μικρά καταστήματα μειώθηκαν σε αριθμό κατά 4,12%, ενώ μείωση είχαν και τα μίνι μάρκετ, σε μικρότερο όμως ποσοστό, (-2,5%). Υπενθυμίζεται πως στις συγκεκριμένες κατηγορίες δεν περιλαμβάνονται τα καταστήματα ψιλικών ούτε τα περίπτερα, που εξετάζονται ως διαφορετικό κανάλι από την IRI.

Σχετικά αναφέρουμε, εξετάζοντας τα «μη εικονιζόμενα» στην παρουσίασή μας στοιχεία του Census 2019, πως η έρευνα καταμέτρησε το 2019 μείωση των καταστημάτων ψιλικών, από 4.831 το 2018 σε 4.731 (-2,1%), των περιπτέρων από 4.638 σε 4.496 (-3,06%) και των convenience από 8.036 σε 7.826 (-2,6%). Συγκρίνοντας τα μερίδια των διαφορετικών τύπων καταστημάτων, τόσο ως προς τον αριθμό τους όσο και ως σταθμισμένο μερίδιο, όπου απεικονίζεται η συμμετοχή τους στον τζίρο, σε σχέση με τα αντίστοιχα της περσινής χρονιάς (βλ. τεύχος Σεπτεμβρίου 2019), δεν παρατηρούμε καμία σημαντική μεταβολή, παρά μόνο την αύξηση του αριθμητικού μεριδίου των καταστημάτων των σούπερ μάρκετ/υπέρ μάρκετ, από 19,4% το 2018 σε 20,1% το 2019 και των εκπτωτικών καταστημάτων από 1,6% σε 1,7% αντίστοιχα.

Η σταθμισμένη συμμετοχή όλων των καναλιών παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη, γεγονός που καταδεικνύει την ισορροπημένη διασπορά των νέων πωλήσεων στο σύνολο των καταστημάτων και την αδυναμία απόκτησης επιπλέον πωλήσεων από κάποιο κανάλι. Αξιοσημείωτη είναι η μεγάλη διαφορά μεταξύ αριθμητικής και σταθμισμένης κατανομής των σούπερ μάρκετ και υπέρ μάρκετ στην Αττική. Με μερίδιο στον συνολικό αριθμό καταστημάτων 22,7%, η Αττική έχει συμμετοχή στον τζίρο 49%. Η μόνη από τις άλλες περιοχές που έχει μεγαλύτερο σταθμισμένο μερίδιο στις πωλήσεις από το αριθμητικό μερίδιο του δικτύου καταστημάτων είναι η Θεσσαλονίκη, αλλά η διαφορά είναι ελάχιστη (10,2% αριθμητικό μερίδιο και 11,2% σταθμισμένη συμμετοχή στις πωλήσεις). Ενδιαφέρον έχουν και τα στοιχεία για τα σημεία πώλησης χονδρικής (cash & carry) στο σύνολο της χώρας (πίνακας 7). Μετά την επέκτασή τους το 2017 από 1 έως 3 νέα καταστήματα ανά περιφέρεια και τη σταθεροποίησή τους το 2018, δεν σημειώθηκα καμία ουσιαστική αλλαγή το 2019.
Στην έρευνα παρουσιάζονται επίσης στοιχεία για τα καταστήματα καλλυντικών, που μειώθηκαν από 576 το 2018 σε 559 το 2019, καθώς και για τα φαρμακεία, που επίσης μειώθηκαν από 8.768 σε 8.742 τις αντίστοιχες χρονιές.

Η καταταξη των καταστηματων κατα την IRI
Τα καταστήματα, σύμφωνα με την IRI, κατατάσσονται ανά είδος ή κατηγορία σε «καταστήματα τροφίμων», «καταστήματα cash & carry», «καταστήματα ευκολίας» (ή convenience), «καταστήματα ειδών καπνιστού και πρώτης ζήτησης» και σε «φαρμακεία/καταστήματα καλλυντικών». Τα «καταστήματα τροφίμων» ως ειδική κατηγορία, χωρίζονται σε «σούπερ μάρκετ» (εμπορικές μονάδες με σύστημα σελφ σέρβις, τουλάχιστον δύο ταμείων και άνω), σε «υπέρ μάρκετ» (μονάδες αντίστοιχου είδους άνω των 2.500τμ), discount και σε «μικρά καταστήματα τροφίμων» μίας ταμειακής μηχανής, τα οποία κατανέμονται σε «μίνι μάρκετ», που δουλεύουν με σύστημα σελφ σέρβις, και σε «παραδοσιακά παντοπωλεία», που διαθέτουν εκτός των τυποποιημένων ειδών και περιορισμένη ποικιλία φρέσκων τροφίμων.
Αντίστοιχα ως «καταστήματα ευκολίας» ή convenience εννοούνται όσα δουλεύουν με διευρυμένο ωράριο άνω των 10 ωρών, διαθέτοντας τυποποιημένα γαλακτοκομικά και είδη αρτοποιίας, αλκοολούχα και μη ποτά, σνακ και ζαχαρώδη προϊόντα. Τα «καταστήματα ειδών καπνιστού και πρώτης ζήτησης» χωρίζονται στα τυπικά καταστήματα ψιλικών και τα κλασικά περίπτερα.