Διάφορα εγχειρήματα κατά της σπατάλης τροφίμων τα οποία ευημερούν στην Γερμανία, αλλά και στην Βόρεια Ευρώπη από το 2018, αποτέλεσαν το έναυσμα για τη δημιουργία μιας ελληνικής καινοτόμου εφαρμογής με το όνομα “Bring It Back”, η οποία λειτουργεί με στόχο τη βέλτιστη διαχείριση τροφίμων και απευθύνεται σε καταναλωτές, αλλά και σε επαγγελματίες του κλάδου τροφίμων και ποτών.

Η Bring It Back επικοινωνεί συνεχώς με σούπερ μάρκετ, φούρνους και καταστήματα εστίασης για να μάθει αν έχουν περισσευούμενο φρέσκο φαγητό στο τέλος της ημέρας, το οποίο μπορούν να παραγγείλουν και να παραλάβουν από τα καταστήματα οι καταναλωτές σε μειωμένη τιμή.

«Το 2020 ξεκίνησα ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα κατά την διάρκεια του οποίου γνώρισα τους σημερινούς μου συνεργάτες με τους οποίους μαζί προχωρήσαμε στην υλοποίηση της ιδέας και στην επίτευξη του στόχου της.

Πρωταρχικό ρόλο έπαιξε και η παρουσία των ατόμων που απαρτίζουν την ομάδα μας σήμερα: ο κ. Γιδόπουλος από τη θέση του εξωτερικού συμβούλου της εταιρείας και ο κ. Μεταξάς ως Business Development» αναφέρει στο FOODReporter ο CEO της Bring It Back, Χρήστος Ανδρέας Κοκκορός.

Μέσω της εφαρμογής οι επαγγελματίες μπορούν να λάβουν το κόστος σπατάλης πίσω στα ταμειακά τους διαθέσιμα
Ο κ. Κοκκορός υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή απευθύνεται σε όλους, χωρίς κανένα περιορισμό. «Άλλωστε, ο τελικός σκοπός για να επιτευχθεί, θα πρέπει να υποστηριχθεί από τους πάντες άμεσα ή έμμεσα. Αυτό που πρέπει να ελεγχθεί είναι η κατασπατάληση των αγαθών, καθώς οι επιπτώσεις της έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα μας» προσθέτει ο ίδιος.

Σύμφωνα με τον CEO της Bring It Back, η λειτουργία χρήσης της εφαρμογής είναι απλή:

Ο καταναλωτής κατεβάζει την εφαρμογή στο κινητό του, δημιουργεί ένα προφίλ και εξερευνά τα καταστήματα της αρεσκείας του. «Από εκεί και πέρα οι χρήστες απολαμβάνουν την υπηρεσία μας, αλλά και την προσφορά τους στο περιβάλλον» σχολιάζει ο κ. Κοκκορός. Από την πλευρά του επαγγελματία του κλάδου τροφίμων, σκοπός του εγχειρήματος είναι οι επιχειρηματίες να περιορίσουν την σπατάλη των προϊόντων, καθώς έχει αρνητικό αντίκτυπο στα οικονομικά των επιχειρήσεων τους, αλλά και στο περιβάλλον.

«Για πρώτη φορά μέσω της εφαρμογής και τηρώντας τους κανόνες, οι επαγγελματίες μπορούν να λάβουν το κόστος σπατάλης (food cost) πίσω στα ταμειακά τους διαθέσιμα, κάτι το οποίο προσφέρει πολλαπλά οφέλη» επισημαίνει στο FOODReporter ο Χρήστος Ανδρέας Κοκκορός.

Η βιώσιμη σχέση W3 και τα πλεονεκτήματα της
Σημειώνεται ότι η Bring It Back επιδιώκει να δημιουργήσει μια βιώσιμη σχέση Win-Win-Win (W3) συνδέοντας τα καταστήματα πώλησης τροφίμων (φούρνους, εστιατόρια, σούπερ μάρκετ, ξενοδοχεία κτλ.) με τους περιβαλλοντικά συνειδητοποιημένους καταναλωτές. Σύμφωνα με τον κ. Κοκκορό, η σχέση W3 μπορεί να επιτευχθεί όταν:

  • Οι επιχειρήσεις μπορούν να αυξήσουν τα έσοδά τους πουλώντας πλεονάσματα (επίτευξη επιστροφής του food cost πίσω στην επιχείρηση) που διαφορετικά θα απορρίπτονταν. Μια βιώσιμη αύξηση του εισοδήματος για τις επιχειρήσεις θα βοηθήσει στη διασφάλιση και τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας.
  • Οι καταναλωτές μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα υψηλής ποιότητας σε μειωμένη τιμή. Η πώληση των πλεονασματικών ειδών σε χαμηλότερο κόστος θα μπορούσε να βοηθήσει το κοινό με περιορισμένο εισόδημα να αγοράζει τρόφιμα που κανονικά θα ήταν πάνω από την αγοραστική του δύναμη.
  • Η σπατάλη τροφίμων μπορεί να αποφευχθεί συμβάλλοντας σε έναν πιο βιώσιμο πλανήτη. Λιγότερα απόβλητα τροφίμων που παράγονται σημαίνει λιγότερα τρόφιμα που θαμμένα σε χωματερές και επομένως, λιγότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

Μακροπρόθεσμος στόχος η επέκταση της εφαρμογής και σε αγορές εκτός Ελλάδας
«Σκοπός αυτής της επιχειρηματικής κίνησης είναι, σε πρώτο χρόνο, να δούμε κατά πόσο ανταποκρίνεται η εγχώρια αγορά σε ένα τέτοιο εγχείρημα, με τα πρώτα δείγματα να είναι κάτι περισσότερο από ενθαρρυντικά, και κατά τη διάρκεια του έτους που διανύουμε, η εφαρμογή θα είναι διαθέσιμη σε όλη την Ελλάδα με συνεργασίες ανά την επικράτεια» αναφέρει στο FOODReporter ο CEO της Bring It Back, συμπληρώνοντας ότι ο μακροπρόθεσμος στόχος του είναι η εφαρμογή να επεκταθεί και σε χώρες του εξωτερικού.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter