Η πανδημία Covid-19 έχει οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε μια νέα περίοδο αστάθειας, πολλαπλών αβεβαιοτήτων και αναγκαίων μετασχηματισμών. Για την κατανόηση των νέων δεδομένων είναι απαραίτητο να προσδιορίσουμε τα διακριτά στοιχεία της τρέχουσας διττής κρίσης, οικονομικής και υγειονομικής, που τη διαφοροποιούν από τις προηγούμενες σε βάθος, ένταση και έκταση.

Πιο συγκεκριμένα, η τρέχουσα κρίση α) ξεκίνησε από την πραγματική οικονομία και ειδικότερα από την κατάρρευση του κλάδου των υπηρεσιών ως συνέπεια της επιλογής της πολιτικής των lockdown, τα οποία προκάλεσαν ένα διττό σοκ προσφοράς και ζήτησης, β) απλώνεται οριζόντια σε όλες τις οικονομίες, αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες, αλλά με ασύμμετρες αναπτυξιακές και κοινωνικές επιπτώσεις, γ) επιταχύνει ήδη συσσωρευμένες διαρθρωτικές και χρηματοοικονομικές δυσλειτουργίες που περιορίζουν την αποτελεσματικότητα των συμβατικών εργαλείων άσκησης οικονομικής πολιτικής, και δ) συμπλέκεται με τα mega-trends της κλιματικής αλλαγής και της ψηφιακής επανάστασης.

Η έκταση της κρίσης συμπυκνώνεται στην απαισιοδοξία των εκτιμήσεων των διεθνών οργανισμών για την εξέλιξη της δυναμικής της μεγέθυνσης σε παγκόσμιο, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Επιπλέον, σε έναν ήδη πολύ άνισο κόσμο, η τρέχουσα κρίση έχει ήδη αυξήσει και θα συνεχίσει να αυξάνει την ανισότητα, την ανεργία, την επισφάλεια της εργασίας και την κοινωνική δυσαρέσκεια για τις ασκούμενες τις τελευταίες δεκαετίες πολιτικές συρρίκνωσης των δημόσιων υπηρεσιών και των κοινών αγαθών της υγείας και της πρόνοιας. Ωστόσο, οι μεγάλες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας, αφορούν το πώς η διττή αυτή κρίση θα επηρεάσει συνολικά την παγκόσμια πολιτική οικονομία. Αυτό θα εξαρτηθεί από τους εξής παράγοντες:

Πρώτον, τη συνειδητοποίηση των κοινωνιών για το ορατό ενδεχόμενο η κλιματική αλλαγή να ενεργοποιήσει αδιανόητα, σήμερα, γεγονότα και καταστροφές. Η συνειδητοποίηση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μείζονες αλλαγές στον τρόπο ζωής, παραγωγής και κατανάλωσης. Αν και μια τέτοια εξέλιξη είναι θετική, θα επιφέρει δομικές αναδιαρθρώσεις σε πολλές πτυχές των παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής, εφοδιασμού και διανομής, καθιστώντας αναγκαίο το μετασχηματισμό των σημερινών αναπτυξιακών προτύπων. Ένα πιθανό επακόλουθο, λοιπόν, της τρέχουσας κρίσης είναι η αναβίωση του αναπτυξιακού σχεδιασμού και της βιομηχανικής στρατηγικής, δύο παρεμβατικών εργαλείων οικονομικής πολιτικής, τα οποία είχαν σχεδόν ξεχαστεί σε πάρα πολλές χώρες στη νεοφιλελεύθερη εποχή. Ο σχεδιασμός νέων διαδικασιών παραγωγής είναι κρίσιμης σημασίας για την ανάπτυξη διατηρήσιμων αλυσίδων εφοδιασμού και σχέσεων εισροών-εκροών σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, όπως επίσης και για τη βιώσιμη ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας. Ωστόσο, καθώς οι εθνικές αναπτυξιακές και στρατηγικές αντιδράσεις είναι απίθανο να είναι συμμετρικές, η μετάβαση στη νέα παγκόσμια πολιτική οικονομία θα προσδιοριστεί από μια νέα ιεραρχία παραγωγής και διανομής του πλούτου και της ισχύος με απρόβλεπτες γεωπολιτικές επεκτάσεις.

Δεύτερον, την εξέλιξη της διεθνούς χρηματοδότησης σε μια περίοδο μεγάλης διόγκωσης του ιδιωτικού και του κρατικού χρέους και τη μεσομακροπρόθεσμη αντίδραση των σημαντικών κεντρικών τραπεζών και των εποπτικών αρχών. Η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας τους τελευταίους μήνες έχει αυξήσει την αστάθεια και την αβεβαιότητα των καναλιών της παγκόσμιας χρηματοδότησης. Η κλασική φράση του J.M. Keynes ότι «το μέλλον είναι άγνωστο και στατιστικά μη προβλέψιμο» διαμορφώνει πλέον με οδυνηρό τρόπο τις καθημερινές χρηματοοικονομικές συμπεριφορές, επιλογές και πράξεις. Τα χρηματικά συμβόλαια που συμφωνήθηκαν πριν την πανδημία, αποδείχτηκαν παράλογα και οι υποχρεώσεις τους είναι μη πληρωτέες. Οι ασφαλιστικές απαιτήσεις μετά την κρίση θα είναι πιθανόν ακραίες και συνεπώς οι ισολογισμοί πολλών οργανισμών μη βιώσιμοι. Θα χρειαστεί πολύς χρόνος μετά την υγειονομική κρίση, για να διαμορφώσουν οι επενδυτές τις νέες παραδοχές πάνω στις οποίες θα στηρίξουν τις επενδυτικές αποφάσεις τους.

Η ανεπάρκεια παραγωγικών επενδύσεων, ενεργού ζήτησης και απασχόλησης θα είναι μεσοπρόθεσμα μια κύρια εστία οικονομικής και κοινωνικής αποσταθεροποίησης, η έκταση της οποίας θα εξαρτηθεί από το παγκόσμιο έλλειμμα χρηματοδότησης των επενδύσεων στην πραγματική οικονομία. Hedge funds, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, αγορές εταιρικών ομολόγων και ένα σκιώδες τραπεζικό σύστημα, που αλληλεξαρτάται με τις τράπεζες, συνθέτουν μια παγκόσμια κερδοσκοπική χρηματοοικονομική δομή, η οποία, αν συνεχίσει να λειτουργεί απορρυθμισμένη από τις εποπτικές αρχές και τις κεντρικές τράπεζες, θα οξύνει περαιτέρω την αβεβαιότητα και την αστάθεια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αξιολογήσουμε και την εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας, η οποία ανέδειξε τα όρια της νομισματικής πολιτικής της ποσοτικής χαλάρωσης. Η συγκεκριμένη νομισματική επιλογή, ενώ προστατεύει το χρηματοπιστωτικό σύστημα από φαινόμενα πανικού και χρεοκοπίας, υποτιμά τα προβλήματα της φερεγγυότητας που αντιμετωπίζουν τα εθνικά κράτη, οι θεσμικοί τομείς και επιχειρήσεις. Τα εμπειρικά δεδομένα τεκμηριώνουν την αναποτελεσματικότητά της να συμβάλει στην έξοδο των εθνικών οικονομιών, ανεπτυγμένων και μη, από το μακροοικονομικό περιβάλλον της διαρκούς και διαρθρωτικής στασιμότητας.

Τρίτον, τις μεσομακροπρόθεσμες αντιδράσεις των κυβερνήσεων. Δύο είναι οι μείζονες προκλήσεις στο πεδίο αυτό. Το τεράστιο μέγεθος της κρίσης έχει οδηγήσει στην απομάκρυνση από τις πολιτικές της δημοσιονομικής λιτότητας. Ωστόσο, στους συμβατικούς κύκλους οικονομικής πολιτικής η δημοσιονομική χαλάρωση φαίνεται να αντιμετωπίζεται ως προσωρινή, ώστε να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες φτηνού δανεισμού της πολύ χαλαρής νομισματικής πολιτικής. Επίσης, η τρέχουσα πολιτική επιλογή των δημοσιονομικών ελλειμμάτων είναι ασύμμετρη και εξαρτάται από τα δημοσιονομικά περιθώρια των εθνικών κρατών. Αυτό έχει ως συνέπεια την όξυνση των εθνικών και των περιφερειακών ανισοτήτων. Επιπλέον, τα υψηλά επίπεδα των δημοσιονομικών ελλειμμάτων θα αφήσουν σημαντική κληρονομιά χρέους στη νέα παγκόσμια πολιτική οικονομία, το οποίο θα αποτελεί μια επιπρόσθετη εστία ανισοτήτων στη νέα ιεραρχία του πλούτου και της ισχύος.

Είναι αναγκαία μια μεσομακροπρόθεσμη αποδέσμευση των εθνικών κυβερνήσεων από τη δημοσιονομική ορθοδοξία, με την ενδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας και της απασχόλησης, καθώς και την αύξηση της προοδευτικότητας των συστημάτων φορολογίας εισοδήματος και πλούτου, ώστε να ενισχυθούν οι αυτόματοι σταθεροποιητές. Στην Ευρωζώνη αυτό ισοδυναμεί με επανεξέταση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και πρόσβαση των εθνικών κρατών σε νέους μηχανισμούς ρευστότητας, προκειμένου να μπορέσουν οι κυβερνήσεις να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των οικονομιών τους και να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις της μετάβασης σε ένα νέο ψηφιακό και «πράσινο» υπόδειγμα ανάπτυξης. Επίσης, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί η αναδιανεμητική λειτουργία της αύξησης της παραγωγικής απασχόλησης και των δίκαιων μισθών. Η συλλογική πρόοδος σε πλανητικό επίπεδο χρειάζεται την ενίσχυση εκείνων των μηχανισμών αναδιανομής που θα επιτρέψουν στον πλούτο, που δημιουργείται στις σύνθετες και περίπλοκες παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, να ρέει προς τα κάτω σε νέες παραγωγικές θέσεις εργασίας, σε δίκαιους μισθούς και σε αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και διαβίωσης και όχι προς τα πάνω, προκαλώντας περαιτέρω όξυνση της οικονομικής ανισότητας και αποδόμηση θεμελιωδών δικαιωμάτων.

 

Διαβάστε και τις υπόλοιπες συνεντεύξεις της ενότητας εδώ: