Η Ελλάδα καλείται αυτή την περίοδο να ενσωματώσει στο κανονιστικό της πλαίσιο τις νέες κατευθύνσεις σχετικά με την ερμηνεία και την εφαρμογή της Οδηγίας 2005/29/ΕΚ περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών των επιχειρήσεων εις βάρος των καταναλωτών, που εκδόθηκαν στις 29 Δεκεμβρίου του 2021 (2021/C 526/01). Είναι σημαντικό να γίνουν κατανοητά τα βασικά
σημεία αυτού του πολυσέλιδου οδηγού, ώστε ο διάλογος μεταξύ αγοράς και διοίκησης να φέρει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα.

Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Οδηγίας, μία εμπορική πρακτική θεωρείται παραπλανητική όταν περιλαμβάνει εσφαλμένες πληροφορίες ή όταν με τον οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης της συνολικής παρουσίασής της, εξαπατά ή ενδέχεται να εξαπατήσει τον μέσο καταναλωτή, ακόμα και εάν οι πληροφορίες είναι αντικειμενικά ορθές και ούτως ή άλλως τον οδηγεί ή ενδέχεται να τον οδηγήσει να λάβει απόφαση συναλλαγής, την οποία διαφορετικά δεν θα ελάμβανε. Με το νέο Οδηγό προσδιορίζεται ως πεδίο τόσο το περιεχόμενο των παρεχόμενων πληροφοριών όσο και ο τρόπος παρουσίασης των πληροφοριών, που μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται οι καταναλωτές.

Τέτοιες πληροφορίες μπορεί να αφορούν:
• Τη φύση και τα κύρια χαρακτηριστικά του προϊόντος (διαθεσιμότητα, οφέλη και κινδύνους, σύνθεση, αντιμετώπιση παραπόνων, μέθοδο και ημερομηνία κατασκευής, χρήση, ποσότητα, προδιαγραφές, γεωγραφική ή εμπορική προέλευση ή αναμενόμενα από τη χρήση του προϊόντος αποτελέσματα ή αποτελέσματα και ουσιώδη χαρακτηριστικά των δοκιμών ή ελέγχων του προϊόντος),
• την τιμή ή τον τρόπο υπολογισμού της ή την ύπαρξη ειδικής πλεονεκτικής τιμής,
• τη φύση και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εμπορευόμενου ή του πράκτορά του (όπως, μεταξύ άλλων, των βραβείων και των διακρίσεών του),
• τα δικαιώματα του καταναλωτή,
• τη συγκριτική διαφήμιση, που δημιουργεί σύγχυση με προϊόντα, εμπορικά σήματα, εμπορικές επωνυμίες και άλλα διακριτικά γνωρίσματα ενός ανταγωνιστή και
• την εμπορική προώθηση σε κάποιο κράτος-μέλος ενός αγαθού, το οποίο είναι πανομοιότυπο με κάποιο άλλο, που είναι αντικείμενο εμπορίας σε άλλα κράτη-μέλη, ενώ πρόκειται για αγαθό σαφώς διαφορετικής σύστασης ή χαρακτηριστικών από το δεύτερο, εκτός εάν αιτιολογείται από θεμιτούς και αντικειμενικούς παράγοντες.

Με βάση το νέο Οδηγό, μια εμπορική πρακτική είναι, επίσης, αθέμιτη όταν αφενός είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις επαγγελματικής ευσυνειδησίας και αφετέρου στρεβλώνει ουσιωδώς ή ενδέχεται να στρεβλώσει ουσιωδώς την οικονομική συμπεριφορά του μέσου καταναλωτή, στον οποίο φθάνει ή στον οποίο απευθύνεται το προϊόν ή του «μέσου μέλους της ομάδας», όταν η εμπορική πρακτική απευθύνεται σε μια συγκεκριμένη ομάδα καταναλωτών.

Ποιος είναι ο «μέσος καταναλωτής»;
Ο Οδηγός ορίζει για πρώτη φορά τη σημαντική έννοια του «μέσου καταναλωτή» ως εκείνου που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, λαμβανομένων υπόψη των κοινωνικών, πολιτιστικών και γλωσσικών παραγόντων. Διευκρινίζει ότι για συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών, όπως τα παιδιά, η επίδραση της εμπορικής πρακτικής είναι ευκταίο να εκτιμάται από την οπτική γωνία του «μέσου μέλους» της εν λόγω ομάδας. Σαν παράδειγμα αναφέρει ότι σε περίπτωση διαφήμισης αντιαλλεργικών ιδιοτήτων σε βρεφικές πάνες ο μέσος καταναλωτής είναι οι γονείς μικρών παιδιών, οι οποίοι δεν έχουν εξειδικευμένες γνώσεις σχετικά με τις αλλεργίες.

Πώς θα γίνονται οι ανακοινώσεις των τιμών
Στο άρθρο 6α της Οδηγίας –το οποίο, βέβαια, δεν περιορίζει με κανέναν τρόπο τις διακυμάνσεις ή τις μειώσεις τιμών, αλλά αναφέρεται μόνο στις ανακοινώσεις της μείωσής τους– προβλέπεται ότι: Σε κάθε ανακοίνωση σχετική με τη μείωσης της τιμής υποδεικνύεται η προγενέστερη τιμή, που εφάρμοζε ο έμπορος για καθορισμένο χρονικό διάστημα προ της εφαρμογής της μείωσής της. Ως «προγενέστερη τιμή» νοείται η χαμηλότερη τιμή, που εφάρμοσε ο έμπορος κατά τη διάρκεια χρονικού διαστήματος όχι συντομότερου των τριάντα ημερών πριν την εφαρμογή της μείωσης της τιμής.

Ειδικότεροι κανόνες μπορεί να προβλεφθούν για τα ευαλλοίωτα ή τα «κοντόληκτα» αγαθά ή για τις νέες τοποθετήσεις ή για τις κλιμακούμενες εκπτώσεις.

Στον Οδηγό αναφέρονται συγκεκριμένα παραδείγματα επικοινωνίας αναφορικά με
• το ποσοστό (π.χ. «20 % έκπτωση») ή το συγκεκριμένο ποσό (π.χ. «10 ευρώ έκπτωση»),
• την αναγραφή της νέας (χαμηλότερης) τιμής μαζί με την αναγραφή της προγενέστερης (υψηλότερης) τιμής. Η προηγούμενη τιμή μπορεί να εμφανίζεται σε διαγραμμένη μορφή –π.χ. «τώρα 50 ευρώ/πριν 100 ευρώ» ή «50 ευρώ * 100 ευρώ»
• την οποιαδήποτε άλλη τεχνική προώθησης, όπως π.χ. «αγοράστε σήμερα χωρίς να πληρώσετε τον ΦΠΑ», η οποία ενημερώνει τον καταναλωτή ότι η μείωση της τιμής ισούται με την αξία του ΦΠΑ (χωρίς να σημαίνει, φυσικά, ότι ο ΦΠΑ δεν εισπράττεται)
• την παρουσίαση της τρέχουσας τιμής ως τιμής «εκκίνησης» ή κάτι αντίστοιχο και την αναγραφή της υψηλότερης τιμής σαν της προσεχώς κανονικής τιμής.

Οι κανόνες εφαρμόζονται και στις μη μετρήσιμες μειώσεις της τιμής: «Εκπτωτική» τιμή, «ειδικές προσφορές» ή «προσφορές Μαύρης Παρασκευής» –όχι όμως σε συγκρίσεις τιμών και αλληλένδετες (υπό όρους) προσφορές. Ως τιμή αναφέρεται και η «μοναδιαία τιμή» για τα πωλούμενα χύμα κινητά αγαθά.

Ποια είναι η «προγενέστερη» τιμή;
Σύμφωνα με τον Οδηγό, ο σκοπός της διάρκειας των «τουλάχιστον τριάντα ημερών» είναι να εμποδίζονται οι έμποροι από το να παρουσιάζουν, μέσω των συχνών μεταβολών των τιμών, ψεύτικες μειώσεις τους –είναι σύνηθες να αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος για σύντομο χρονικό διάστημα, προκειμένου να μειωθεί κατόπιν, για να εμφανιστεί ως σημαντικά μειωμένη, πράγμα που παραπλανά τον καταναλωτή. Αυτό δεν εμποδίζει την αναφορά ως «προγενέστερης» τιμής, της χαμηλότερης τιμής που εφαρμόστηκε για περίοδο ακόμη μεγαλύτερη των τριάντα ημερών. Σε αυτήν, όμως, περιλαμβάνεται κάθε προηγούμενη «μείωση» της τιμής στη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Για παράδειγμα, όταν η ανακοίνωση μείωσης της τιμής είναι «50 % έκπτωση» και η χαμηλότερη τιμή κατά τις τριάντα προηγούμενες ημέρες ήταν τα 100 ευρώ, ο πωλητής θα πρέπει να παρουσιάσει το ποσό των 100 ευρώ ως «προγενέστερη» τιμή επί της οποίας θα υπολογιστεί η μείωση 50%, έστω κι αν η τελευταία τιμή πώλησης του αγαθού ήταν π.χ. τα 160 ευρώ.

Στην αντίστροφη εμπορική πρακτική, η προγενέστερη τιμή για τη μεταγενέστερη μείωσή της πρέπει να συνεχίσει να είναι η χαμηλότερη τιμή των τελευταίων τριάντα ημερών, δηλαδή στην περίπτωση αυτή η αρχική τιμή εκκίνησης.

Σε άλλη περίπτωση ένας έμπορος, που εφαρμόζει μείωση των τιμών συχνότερα από μία φορά κάθε τριάντα ημέρες, θα μπορούσε να ενημερώνει επιπλέον τον καταναλωτή σχετικά με τις άλλες προηγούμενες τιμές του ως εξής: «20 % έκπτωση από [ημερομηνία έναρξης] έως [ημερομηνία λήξης]: 80 ευρώ αντί για 100 ευρώ ήταν η χαμηλότερη τιμή μας τις τελευταίες τριάντα ημέρες. Η κανονική μας τιμή, εκτός των περιόδων προώθησης, κατά τις τελευταίες τριάντα (ή τις εκατό ημέρες κ.λπ.) ήταν 120 ευρώ».

Βέβαια, η Οδηγία δεν υποχρεώνει τους εμπόρους να δηλώνουν για πόσο χρονικό διάστημα έχουν εφαρμόσει την αναγραφόμενη «προγενέστερη» τιμή και δεν επηρεάζει τη διάρκεια των εκστρατειών τους (και για περισσότερες από τριάντα ημέρες). Σε αυτήν την περίπτωση η «προγενέστερη» τιμή, που πρέπει να αναγράφεται, παραμένει η χαμηλότερη τιμή που εφαρμοζόταν κατά τη διάρκεια τουλάχιστον τριάντα ημερών προ της μείωσης της τιμής. Πάντα, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι οι καταναλωτές είναι σαφώς ενημερωμένοι ότι πρόκειται για παράταση κι όχι για νέα εκστρατεία μείωσης των τιμών!