Συνέργειες τόσο στα έσοδα και στο κόστος, όσο και στην εξυπηρέτηση πελατών σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, επιδιώκει η Astir Vitogiannis από τη συμφωνία που υπέγραψε με την SAB, η οποία ανήκει στην AB InBev, για την εξαγορά της πλειοψηφικής συμμετοχής της στη νοτιοαφρικανική εταιρεία Coleus Packaging Proprietary Limited. Το deal ανακοίνωσε χθες η Ideal Holdings, μητρική της Astir Vitogiannis, χωρίς να γνωστοποιήσει λεπτομέρειες για το τίμημα της εξαγοράς, πέρα από το ότι η συναλλαγή θα χρηματοδοτηθεί με την ολοκλήρωσή της τόσο με ίδια κεφάλαια της Astir, όσο και με χρηματοδότηση από τοπικές τράπεζες σε νοτιοαφρικανικά ραντ.

Ποια είναι η Coleus
Η Coleus διαθέτει παραγωγικές εγκαταστάσεις στη Νότια Αφρική και προμηθεύει μεταλλικά πώματα σε ζυθοποιίες και εταιρείες ποτών και αναψυκτικών στην Νότια Αφρική και τις γύρω χώρες. Η εταιρεία διέθεσε περισσότερα από 6,2 δισεκατομμύρια πώματα το 2021 στους πελάτες της, συμπεριλαμβανομένων των AB InBev Group, Heineken, Distell, Diageo και Coca Cola και οι οποίες αποτελούν το 98% των πωλήσεών της. Η Coleus το 2021 είχε πωλήσεις 31,4 εκατ. ευρώ, EBITDA 3,6 εκατ. ευρώ και καθαρό δανεισμό 7,2 εκατ. ευρώ. Σημειωτέον ότι το 2021 η Astir και η Coleus είχαν συνολικές πωλήσεις 12,5 δισεκατομμυρίων πωμάτων.

Το success story της Astir Vitogiannis
Υπενθυμίζεται ότι πέρυσι το καλοκαίρι η Ideal Holdings έκανε την είσοδό της στις κατηγορίες της κατασκευής και διάθεσης μεταλλικών πωμάτων και της εμπορίας mixers και tonics, ενσωματώνοντας στον όμιλο τις εταιρείες Astir Vitogiannis και Three Cents αντίστοιχα. H Astir Vitogiannis ιδρύθηκε το 1953 από τον Γιώργο Βυτογιάννη, αρχικά ως ένας μικρός εμφιαλωτής αναψυκτικών, όμως σταδιακά εξελίχθηκε σε έναν διεθνούς εμβέλειας κατασκευαστή μεταλλικών καπακιών, με σημείο καμπής τη στρατηγική επένδυση της εταιρείας το 2004 σε ένα νέο εργοστάσιο στην περιοχή της Αυλώνας, ενώ δέκα χρόνια αργότερα η Astir Vitogiannis απέκτησε και ένα δεύτερο εργοστάσιο στον Καναδά, χάρη στο οποίο αύξησε την παραγωγική της ικανότητα και απέκτησε βελτιωμένη πρόσβαση στην αγορά της Βόρειας Αμερικής. Πλέον, η εταιρεία έχει παραγωγική δυναμικότητα άνω των 12 δισεκατομμυρίων καπακιών, ενώ εξάγει το 87% της παραγωγής της. Σήμερα τα προϊόντα της εταιρείας πωλούνται σε πάνω από 45 χώρες σε πέντε ηπείρους, εξυπηρετώντας 400 διαφορετικούς πελάτες, μεταξύ των οποίων και οι μεγαλύτεροι εμφιαλωτές του κόσμου.


Πρώτη δημοσίευση της είδησης στο καθημερινό newsletter FOODReporter