«Νέο χάρτη» στο ελληνικό λιανεμπόριο προοιωνίζεται η απελευθέρωση της αγοράς των υπηρεσιών, όπου περιλαμβάνεται και το διανεμητικό εμπόριο, την οποία αναγγέλλει επικείμενο νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών κατ' εφαρμογήν της Κοινοτικής Οδηγίας 2006/123. Το νομοσχέδιο του ΥΠΕΘΟ, το οποίο βρίσκεται στην τελική φάση της προετοιμασίας του, καταργεί όλους τους εδαφικούς και ποσοτικούς περιορισμούς στη χώρα μας για την άσκηση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Εφόσον ισχύσει ως νόμος, με απλά λόγια, αν η οποιαδήποτε ελληνική ή ξένη λιανεμπορική αλυσίδα διαθέτει τα κατάλληλα ακίνητα και τηρώντας απλώς τις πολεοδομικές-υγειονομικές διατάξεις, θα μπορεί να επεκτείνει το δίκτυό της χωρίς καμία απολύτως δέσμευση κατά το δοκούν.

Σε ό,τι αφορά στους ποσοτικούς περιορισμούς, ορίζεται ότι θα ισχύει το καθεστώς που ισχύει σε όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ αναφορικά με τον αριθμό των επιχειρήσεων που επιτρέπεται να εγκατασταθούν στο έδαφός τους ή σε συγκεκριμένη περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, θα πάψει να ισχύει, πχ, ο περιορισμός, βάσει του οποίου δεν επιτρέπεται η λειτουργία περισσότερων του ενός καταστημάτων για συγκεκριμένο αριθμό κατοίκων σε μία περιοχή. Αντίστοιχα, όσον αφορά στους εδαφικούς περιορισμούς, θα καταργηθούν οι απαιτήσεις που περιορίζουν, πχ, τον αριθμό των παρόχων υπηρεσιών στη βάση των ελάχιστων γεωγραφικών αποστάσεων μεταξύ τους (πχ 1.000 m ή 2.000 m ή περισσότερο). Επίσης, θα αρθούν όλοι οι περιορισμοί, βάσει των οποίων η χορήγηση αδειών λειτουργίας των επιχειρήσεων συναρτάται με τη ζήτηση της αγοράς, πράγμα το οποίο θεωρείται ότι νοθεύει τον ανταγωνισμό.

Εφόσον ο σχετικός νόμος ισχύσει, θα υπάρξει πλήρης απελευθέρωση της εγχώριας αγοράς των επιχειρήσεων του διανεμητικού εμπορίου από την άποψη της χωροθέτησης των εμπορικών μονάδων και των σχετικών προϋποθέσεων λειτουργίας τους. Με απλά λόγια, διαθέτοντας μια λιανεμπορική αλυσίδα τα κατάλληλα ακίνητα και τηρώντας απλώς τις πολεοδομικές-υγειονομικές διατάξεις, θα μπορεί να επεκτείνει το δίκτυό της χωρίς καμία δέσμευση κατά το δοκούν.

Η «επανάσταση» με το νομοσχέδιο αυτό φαίνεται ότι δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτή, τουλάχιστον στους εμπλεκόμενους στην αδειοδότηση των λιανεμπορικών καταστημάτων, όπως η τοπική αυτοδιοίκηση.

Οι αλλαγές αυτές, αν συνδυαστούν με το γεγονός ότι η ελληνική αγορά κατακλύζεται σήμερα από νέες ξένες λιανεμπορικές αλυσίδες, δίνουν μία πρώτη ιδέα για την κλίμακα των μεταβολών που θα ζήσει ο εμπορικός κόσμος της χώρας.

Μας κυριεύουν οι ξένες αλυσίδες

Σύμφωνα με πρόσφατη διεθνή μελέτη του ξένου οίκου CB Richard Ellis, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 21η θέση μεταξύ των 61 μεγαλύτερων αγορών του κόσμου, με κριτήριο την πυκνότητα της παρουσίας παγκόσμιων λιανεμπορικών αλυσίδων στο έδαφός της. Δηλαδή, εκτός από ακριβή, η χώρα μας είναι κι ένας από τους αγαπημένους προορισμούς των πολυεθνικών λιανέμπορων, οι οποίοι την προτιμούν περισσότερο από αγορές όπως της Σουηδίας, της Αυστραλίας, της Σαουδικής Αραβίας, της Νορβηγίας κά.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα αποτελεί μία καλή επιλογή δραστηριοποίησης του διεθνούς λιανεμπορίου, εντούτοις σε ευρωπαϊκό επίπεδο εμφανίζεται να υστερεί έναντι και μικρότερων ακόμη οικονομιών, όπως της Πορτογαλίας. Είναι ενδεικτικό ότι η 21η θέση της στην παγκόσμια κατάταξη αντιστοιχεί στην 16η σε επίπεδο Ευρώπης. Η χώρα μας δεν μπορεί να ανταγωνιστεί από αυτή την άποψη αγορές όπως της Τουρκίας, η οποία μπορεί μεν να έχει κατά πολύ χαμηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα, αλλά είναι πολύ μεγαλύτερη αγορά πληθυσμιακά.

Στη μελέτη διαπιστώνεται ότι οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις από την Ευρώπη που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα είναι διπλάσιες από τις αντίστοιχες, που έλκουν τις ρίζες τους από τις ΗΠΑ ή από την περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού, ενώ εκτιμάται ότι η ύπαρξη της ΕΕ είναι η σημαντικότερη αιτία για την ευχέρεια της επέκτασης των μεγάλων ευρωπαϊκών λιανεμπορικών αλυσίδων στην Ελλάδα.

“Πέφτουν τα κάστρα” των τοπικών λιανεμπόρων

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, η ελληνική λιανεμπορική αγορά, συγκριτικά με άλλες, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί “ώριμη”, πράγμα που το επιβεβαιώνει η τάση των τελευταίων χρόνων για νέες επενδύσεις όλο και περισσότερων ξένων επιχειρήσεων στην Ελλάδα, η οποία δίνει εν παραλλήλω και το μέτρο της δύναμης ή αντοχής των ελληνικών λιανεμπορικών επιχειρήσεων. Εξάλλου, μέσω γενικών αναφορών, η μελέτη υπαινίσσεται ότι, όπου οι εγχώριοι λιανέμποροι είναι ισχυροί και παρόντες σε όλη την αγορά, η διείσδυση των ξένων ανταγωνιστών είναι μικρότερη, κάτι που φυσικά δεν συμβαίνει στη χώρα μας.

Σημειώνεται ότι στη σχετική μελέτη εξετάζεται η παρουσία 250 μεγάλων λιανεμπορικών επιχειρήσεων σε όλο τον κόσμο, σε δείγμα των 61 χωρών που η ισχύς των οικονομιών τους αντιστοιχεί στο 96% του παγκόσμιου ΑΕΠ.