«Κανένας δεν βγαίνει κερδισμένος από τη διατήρηση του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα», τονίζει σε συνέντευξή του στο «σελφ σέρβις» ο γενικός διευθυντής της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδος, κ. Απόστολος Πεταλάς, αναφερόμενος στο πρόβλημα της ακρίβειας των προϊόντων καθημερινής ανάγκης. Και προσθέτει ότι ο καταναλωτής σήμερα έχει πολλά εργαλεία στα χέρια του, προκειμένου να μεγιστοποιεί τα οφέλη από τις αγοραστικές επιλογές του στα καταστήματα του κλάδου.

Σύμφωνα με τον κ. Απόστολο Πεταλά, το κύριο ζητούμενο για τα στελέχη του κλάδου είναι να αντιλαμβάνονται τις ανάγκες εξισορρόπησης όλων των συντελεστών που συμβάλλουν στην ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη. Σε ό,τι αφορά την Ένωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας, τονίζει ότι το όραμά του είναι να συμβάλλει στην εξελικτική πορεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, ενθαρρύνοντας τις συνεχείς επενδύσεις στην εμπειρία και την εξυπηρέτηση του καταναλωτή και την προσφορά ποιοτικών και οικονομικών προϊόντων, στο πλαίσιο μιας υπεύθυνης και βιώσιμης ανάπτυξης.

σελφ σέρβις: Προέρχεστε από την Fourlis, έναν όμιλο με παρουσία και δράση σε αγορές διαφορετικές από αυτήν του κλάδου των σούπερ μάρκετ. Πώς θα περιγράφατε το προφίλ του καταναλωτή που «αφήσατε» και πώς φαντάζεται το προφίλ του καταναλωτή που έχετε σήμερα απέναντί σας;

Απόστολος Πεταλάς: H Fourlis, με σημαιοφόρο την ΙΚΕΑ στα είδη οικιακού εξοπλισμού, την Intersport στα αθλητικά είδη και την Holland and Barrett στα προϊόντα wellness, είναι ένας πρωτοπόρος όμιλος στο οργανωμένο λιανεμπόριο non-food, με ισχυρή παρουσία στην Νοτιοανατολική Ευρώπη. Οι καταναλωτές που επισκέπτονται τα καταστήματά του είναι οι ίδιοι που είναι πελάτες και των σούπερ μάρκετ. Η βασική διαφορά εντοπίζεται στη συχνότητα των επισκέψεών τους στα καταστήματα των δύο κλάδων λιανικής, καθώς στα σούπερ μάρκετ ψωνίζουμε τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, ενώ στα καταστήματα non-food ειδών η επισκεψιμότητα δεν είναι τόσο συχνή. Διαφοροποιήσεις υπάρχουν και στο κτίσιμο της εμπιστοσύνης μεταξύ πελάτη και επωνυμίας αλυσίδας καταστημάτων. Άλλες πολιτικές ακολουθεί η αλυσίδα του κλάδου των τροφίμων και των λοιπών ταχέως κινούμενων καταναλωτικών προϊόντων κι άλλες η αλυσίδα πώλησης διαρκών προϊόντων. Επίσης, ο καταναλωτής είναι σαφώς πιο εξοικειωμένος με τα προϊόντα του σούπερ μάρκετ απ’ ό,τι με τα διαρκή προϊόντα, για την επιλογή των οποίων απαιτείται κάθε φορά να μελετά προσεκτικά τις προδιαγραφές, είτε αφορούν ζητήματα τεχνολογίας, η οποία ως γνωστόν εξελίσσεται συνέχεια, είτε τον τρόπο χρήσης των προϊόντων.

Ελκυστικό περιβάλλον για επενδύσεις

σ. σ.: Πόσο ελκυστικό θεωρείτε το οικονομικό περιβάλλον στην Ελλάδα για έναν επενδυτή, Έλληνα ή αλλοδαπό;

Α. Π.: Η Ελλάδα θεωρείται ένα ιδιαίτερα ελκυστικό περιβάλλον για επενδύσεις σε αρκετούς κλάδους, κυρίως μετά την περίοδο των αλλεπάλληλων κρίσεων. Ο τουρισμός, τα logistics, το real estate, η ενέργεια, οι υποδομές και τα τρόφιμα είναι μερικοί από αυτούς. Τελευταία βλέπουμε και εταιρείες τεχνολογίας να αξιοποιούν τα πλεονεκτήματα της χώρας μας για επενδύσεις. Πιστεύω ότι σταδιακά, τόσο με τις μεταρρυθμίσεις που γίνονται όσο και με τις υποδομές που είτε ήδη υλοποιούνται είτε σχεδιάζονται, η ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας συνεχώς βελτιώνεται. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το οργανωμένο λιανεμπόριο, θέλω να τονίσω ότι οι επενδύσεις, λόγω της φύσης που έχει η ανάπτυξη της σχετικής αγοράς, είναι σχεδόν αδιάκοπες και πολλές φορές εντεινόμενες.

Το όραμα

σ. σ.: Ανεξάρτητα από την ατζέντα που θα διαμορφώσει η ΕΣΕ και τις στρατηγικές επιλογές της, έχετε προσωπικό όραμα για τον κλάδο, τα συμφέροντα του οποίου υπηρετεί;

Α. Π.: Ο κλάδος του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων και λοιπών ταχυκίνητων καταναλωτικών ειδών διαχρονικά έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη, την απασχόληση και γενικότερα την ευημερία της ελληνικής κοινωνίας. Σ’ ένα κόσμο που αλλάζει με πολύ γρήγορο ρυθμό, κυρίως λόγω της ραγδαίας εξέλιξης των ψηφιακών τεχνολογιών, το όραμά μου είναι να συνεχίσουμε να συμβάλλουμε –σαν Ένωση Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας και σαν εταιρείες που συμμετέχουν σε αυτήν– στην εξελικτική πορεία της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, με συνεχείς επενδύσεις στην εμπειρία και την εξυπηρέτηση του καταναλωτή, με την προσφορά ποιοτικών και οικονομικών προϊόντων, αλλά και την υπεύθυνη ανάπτυξη σε ό,τι αφορά το κλίμα και το περιβάλλον, την κοινωνία και την εταιρική διακυβέρνηση.

σ. σ.: Τι σας δίδαξε η πολυετής ενασχόλησή σας με το επιχειρείν και πώς θα αξιοποιήσετε τη σχετική εμπειρία σας, προκειμένου να στηρίξετε τη δράση της ΕΣΕ;

Α. Π.: Η εμπειρία περίπου σαράντα χρόνων στον επιχειρηματικό στίβο βοηθάει ένα μάνατζερ να βλέπει τα πράγματα από πολλές διαφορετικές όψεις, να γίνεται πιο αποτελεσματικός και να διακρίνει τις ανάγκες εξισορρόπησης μεταξύ όλων των διαφορετικών συντελεστών, που συμβάλουν σε μια ισορροπημένη οικονομική ανάπτυξη. Όμως, αυτό στο οποίο με βοήθησε περισσότερο η εμπειρία από τη δράση μου στον κόσμο των επιχειρήσεων είναι να κατανοήσω βαθύτερα ότι στο κέντρο των αποφάσεων πρέπει να βρίσκεται συνεχώς ο παράγων «άνθρωπος».

Η «δίκαιη» αγορά είναι στο χέρι του καταναλωτή

σ. σ.: Θεωρείτε ότι η αγορά –με την ευρεία έννοια του όρου– συμπεριφέρεται «δίκαια» στον τελικό καταναλωτή, με τον τρόπο που τιμολογεί και προωθεί τα προϊόντα της;

Α. Π.: Πιστεύω ότι ο ενημερωμένος και εκπαιδευμένος τελικός καταναλωτής μπορεί να κάνει πολύ καλές επιλογές, ώστε το τελικό αποτέλεσμα γι’ αυτόν να είναι το καλύτερο δυνατό, δηλαδή το «δικαιότερο». Ιδιαίτερα στην εποχή μας σήμερα, με τις δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή τεχνολογία, ο καταναλωτής έχει πολλά εργαλεία στα χέρια του για να μεγιστοποιεί τα οφέλη από τις αγοραστικές του επιλογές.

Το λιανεμπόριο κάνει ό,τι μπορεί…

σ. σ.: Κρίνοντας από την εξέλιξη του πληθωρισμού και τις καθυστερήσεις στις αναπροσαρμογές των μισθών στον ιδιωτικό τομέα –πέραν του βασικού μισθού–, διαπιστώνουμε ότι αγοραστική δύναμη του μέσου Έλληνα έχει μειωθεί σωρευτικά περίπου κατά 15%-20%. Ποιες πιστεύετε ότι θα είναι οι επιπτώσεις στη ζήτηση και την παραγωγικότητα;

Α. Π.: Ο υψηλός πληθωρισμός είναι ένα μεγάλο πρόβλημα για κάθε οικονομία, για κάθε επιχείρηση και φυσικά για κάθε νοικοκυριό. Εντέλει δεν βγαίνει κερδισμένος κανένας από τη διατήρηση του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Για το λόγο αυτό οι κεντρικές τράπεζες κάνουν τις δύσκολες αλλά αναγκαίες ενέργειες, προκειμένου να υποχωρήσει ο πληθωρισμός, πράγμα που σταδιακά θα το δούμε, πιστεύω, να συμβαίνει.

Η κατανάλωση σε όγκο σε όλους τους κλάδους, περιλαμβανομένου του κλάδου των τροφίμων και λοιπών ταχυκίνητων προϊόντων, επηρεάζεται αρνητικά εξαιτίας του πληθωρισμού. Οι λιανεμπορικές επιχειρήσεις κάνουν ό,τι μπορούν, ώστε να διαχειρίζονται τη μείωση της αγοραστικής ικανότητας του μέσου νοικοκυριού, κυρίως προτείνοντας τα προϊόντα των δικών τους ετικετών και κάνοντας συνεχείς προσφορές σε διάφορες κατηγορίες προϊόντων. Όχι τυχαία την τελευταία διετία έχουν περιοριστεί σημαντικά τα περιθώρια του καθαρού αποτελέσματος στο λιανεμπόριο και μάλιστα σε ανησυχητικό ποσοστό, δηλαδή κάτω του 2%. Όμως, είμαι αισιόδοξος ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις στην ελληνική οικονομία, ώστε ν’ αρχίσουμε να διαπιστώνουμε σύντομα μια βελτίωση στην αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, παράλληλα με τη σταδιακή υποχώρηση του πληθωρισμού.