Η εγχώρια παραγωγή απορρυπαντικών και σαπουνιών, ενώ υποχώρησε την περίοδο 2008-2011, έκτοτε ως το 2015 ανέκαμψε με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 1,5%, σύμφωνα με σχετική πρόσφατη μελέτη της ICAP. Αντίστοιχα η κατανάλωσή τους, ενώ μεταξύ 1990 και 2008 εμφάνιζε μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 2,4%, εξελίχθηκε φθίνουσα με μέσο ετήσιο ρυθμό -3,5%. Η συνολική κατανάλωση των εν λόγω προϊόντων σε όγκο το 2016 εκτιμάται ότι κινήθηκε μεταξύ στασιμότητας και μικρής μείωσης.

Στη μελέτη αναφέρεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας αγοράς απορρυπαντικών- σαπουνιών καλύπτεται από λίγες μεγάλου μεγέθους εταιρείες –με κυρίαρχες τις θυγατρικές των πολυεθνικών εταιρειών (αυτές προμηθεύονται μέρος ή το σύνολο των προϊόντων τους από τις μητρικές τους)–, μεταξύ των οποίων αναπτύσσεται έντονος ανταγωνισμός για την κατοχύρωση ακόμα μεγαλύτερου μεριδίου αγοράς. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, ο ανταγωνισμός στην κατηγορία έχει οξυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και λόγω της αυξημένης διείσδυσης των PL προϊόντων.

Η εγχώρια παραγωγή των εν λόγω προϊόντων υποχώρησε την περίοδο 2008-2011, εξέλιξη στην οποία συνέβαλλε και η μεταφορά μέρους της παραγωγής ορισμένων προϊόντων στο εξωτερικό, επισημαίνεται στη μελέτη. Πάντως, μεταξύ 2012 και 2015, ενόσω ένα μέρος των εισαγόμενων προϊόντων αντικαταστάθηκε από εγχωρίως παραγόμενα, η εγχώρια παραγωγή ανέκαμψε, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 1,5%. Το 2015 η συνολική παραγωγή σημείωσε οριακή μόνο αύξηση (0,4%) σε σύγκριση με το 2014. Αντίστοιχα, η εγχώρια ζήτηση απορρυπαντικών και σαπουνιών, ενώ παρουσίασε ανοδική τάση πωλήσεων σε όγκο την περίοδο 1990-2008 με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,4%, ακολούθως η εξέλιξή της ήταν φθίνουσα με μέσο ετήσιο ρυθμό -3,5%. Το 2015 η κατανάλωση απορρυπαντικών και σαπουνιών σημείωσε οριακή αύξηση της τάξης του 1%. Σύμφωνα με την έρευνα, τα απορρυπαντικά ρούχων και οικιακού καθαρισμού καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής αγοράς απορρυπαντικών-σαπουνιών, ήτοι το 38,5% και το 36,9% αντίστοιχα κατά το 2015, ενώ η συμμετοχή των απορρυπαντικών πιάτων και των μαλακτικών διαμορφώθηκε σε 10,7% και 9,3% αντίστοιχα. Τα σαπούνια κάλυψαν μόλις το 4,5% της συνολικής αγοράς την ίδια χρονιά.

Η συνολική κατανάλωση των εν λόγω προϊόντων σε όγκο το 2016, όπως εκτιμάται, κινήθηκε μεταξύ στασιμότητας και μικρής μείωσης. Στη μελέτη εκτιμάται ότι από άποψη αξίας η εξέλιξη τα επόμενα χρόνια προβλέπεται φθίνουσα στην κατηγορία, πράγμα που αποδίδεται στην αύξηση των συνεχόμενων προσφορών.

Η χρηματοοικονομική ανάλυση των επιχειρήσεων του κλάδου, στο πλαίσιο της μελέτης, έδειξε ότι το μέσο περιθώριο του μεικτού κέρδους τους την τελευταία πενταετία διαμορφώθηκε σε 32,4%. Τη διετία 2014-2013 από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 15 αντιπροσωπευτικών επιχειρήσεων του κλάδου προέκυψε ότι το σύνολο του ενεργητικού τους μειώθηκε κατά 5%, τα δε ίδια κεφάλαιά τους αυξήθηκαν κατά 25%. Οι συνολικές πωλήσεις και τα μικτά κέρδη τους αυξήθηκαν κατά 1,2% και 1,7% αντίστοιχα. Το λειτουργικό τους αποτέλεσμα παρουσίασε βελτίωση 4,4%, τα κέρδη τους προ φόρων αυξήθηκαν, ενώ τα κέρδη τους EBITDA αυξήθηκαν κατά 0,9%.

Η ευρωπαϊκή αγορά
Ειδική αναφορά γίνεται στη μελέτη στη συνολική αγορά των απορρυπαντικών και υγρών καθαρισμού της ΕΕ, η αξία της οποίας το 2014 αναφέρεται ότι ανήλθε στα 35 δισ. ευρώ, περιλαμβανομένης της αγοράς των σχετικών προϊόντων επαγγελματικής χρήσης. Η αξία των απορρυπαντικών οικιακής χρήσης προσδιορίζεται στα 28,3 δισ. ευρώ την ίδια χρονιά, εμφανίζοντας οριακή μείωση 0,6% έναντι του 2013 (28,5 δισ. ευρώ). Κατά τους μελετητές τα απορρυπαντικά πλυντηρίου ρούχων καλύπτουν το 48,1% της ευρωπαϊκής αγοράς σε αξία, ενώ τα απορρυπαντικά καθαρισμού σκληρών επιφανειών το 21%. Έπονται τα απορρυπαντικά πιάτων με 15,3%.