Όταν το 1957 η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ξεκινούσε τις έρευνες οικογενειακών προϋπολογισμών για πολλούς οι δαπάνες σε είδη διατροφής έφταναν ή ξεπερνούσαν το 50% των συνολικών καταναλωτικών δαπανών τους. Για πρώτη φορά το 1988 η συμμετοχή των τροφίμων στο «καλάθι της νοικοκυράς» έπεσε κάτω από το 30%, ενώ το 2008 έφτασε το 16,4%. Πάντως, έναν χρόνο αργότερα τερματίστηκε η πορεία σχεδόν μισού αιώνα συνεχούς ανόδου του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων...

Κατά κεφαλή μέση ημερήσια λήψη θερμίδων 2.904, εκ των οποίων το 50,6% από φυτικές τροφές (57,5% στα ασθενέστερα οικονομικά στρώματα). Το ψωμί, το αλεύρι, τα δημητριακά και τα ζυμαρικά συμμετείχαν στο καθημερινό «σιτηρέσιο» με 1.262 θερμίδες, δηλαδή κατά το 43,5%, ενώ οι θερμίδες από το κρέας μόλις έφταναν τις 177 και από τα ψάρια τις 46… Αυτή ήταν η Ελλάδα του 1957 μόλις οκτώ χρόνια από τη λήξη του Εμφυλίου.

Όταν στις παραγκουπόλεις γύρω από τα αστικά κέντρα στοιβάζονταν χιλιάδες εκπατρισμένοι και απόκληροι, ζητώντας μια θέση στον ήλιο κι ένα γλίσχρο μεροκάματο στην οικοδομή και στην κλωστοϋφαντουργία. Όταν στην ύπαιθρο η οικονομία βρισκόταν ακόμη σε ανταλλακτικό στάδιο, ενώ οι συνθήκες ήταν ώριμες πια για τη μεγάλη μετανάστευση στο Βέλγιο και τη Γερμανία, που άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Το 1957, όταν η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ξεκίνησε να διενεργεί έρευνες οικογενειακών προϋπολογισμών, η Ελλάδα ήταν μια χώρα υποσιτιζόμενων πολιτών. Έτσι, ήταν απολύτως φυσικό στην πρώτη έρευνά της να συμπεριλάβει και στοιχεία για την ποιότητα και την ποσότητα των ειδών διατροφής που κατανάλωνε η ελληνική οικογένεια. Τα στοιχεία αυτά τα «αλιεύσαμε» από το αρχείο της ΕΣΥΕ (σήμερα ΕΛΣΤΑΤ).

Αφού σημειώσουμε ότι η έρευνα αφορούσε μόνο στις αστικές περιοχές της χώρας, αφού οι δυνατότητες της τότε ΕΣΥΕ δεν επέτρεπαν την επέκτασή της στις αγροτικές περιοχές όπου, άλλωστε, οι ανταλλακτικές συνθήκες της οικονομίας δεν επέτρεπαν την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, παραθέτουμε ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της.

Πριν 54 χρόνια, λοιπόν, οι Έλληνες λάμβαναν κατά μέσο όρο 2.904 θερμίδες την ημέρα, ποσότητα που κυμαινόταν από 2.435 θερμίδες στα φτωχά στρώματα των πόλεων έως 3.370 θερμίδες στις πλουσιότερες οικογένειες.

Η μέση ημερήσια κατά κεφαλή κατανάλωση καταμεριζόταν ως εξής:
• Ψωμί, αλεύρι, δημητριακά 1.262 θερμίδες, ή το 43,5% του συνόλου, αξίας 2 δραχμών.
• Κρέας, 177 θερμίδες, 6,1% του συνόλου, αξίας 2,1 δραχμών.
• Ψάρια, 46 θερμίδες, 1,6% του συνόλου, αξίας 0,7 δραχμών. Σημειωτέον ότι οι 20 θερμίδες προέρχονταν από παστό μπακαλιάρο, καπνιστές ρέγκες και παστές σαρδέλες…
• Έλαια και λίπη, 628 θερμίδες, 21,5% του συνόλου, αξίας 1,5 δραχμών.
• Γαλακτοκομικά προϊόντα, 166 θερμίδες, 5,7% του συνόλου, αξίας 1,3 δραχμών. Οι θερμίδες από νωπό γάλα έφταναν μόλις τις 69.
• Όσπρια και ξηροί καρποί, 101 θερμίδες, 3,5% του συνόλου, αξίας 0,2 δραχμών.
• Πατάτες, 74 θερμίδες, 2,5% του συνόλου, αξίας 0,2 δραχμών.
• Λαχανικά, 64 θερμίδες, 2,2% του συνόλου, αξίας 0,9 δραχμών.
• Φρούτα, 96 θερμίδες, 3,3% του συνόλου, αξίας 1 δραχμής.
• Ζάχαρη και είδη ζαχαροπλαστικής 197 θερμίδες, 6,8% του συνόλου, αξίας 0,8 δραχμών.
• Τρόφιμα εκτός κατοικίας, 135 θερμίδες, 4,6%, αξίας 1,5 δραχμών.

Από τα στοιχεία προκύπτει ότι η βάση της διατροφής του ελληνικού λαού ήταν τα δημητριακά, τα έλαια και η ζάχαρη, που μόνα τους έδιναν περίπου το 72% των θερμίδων που προσλάμβανε ημερησίως ο πληθυσμός. Ειδικότερα, το ψωμί και το λάδι «στύλωναν» εκείνα τα δύσκολα χρόνια τους Έλληνες. Το ψωμί από μόνο του συμμετείχε στην καθημερινή διατροφή με 804 θερμίδες, δηλαδή κατά το 28%. Το ελαιόλαδο προσέφερε στην καθημερινή διατροφή 484 θερμίδες, δηλαδή το 17% του συνόλου της (πάνω από 500 θερμίδες, αν προσθέσουμε τις 22 από την κατανάλωση ελιών…).

Ακολουθούν η ζάχαρη με 134 θερμίδες ημερησίως (σ.σ. μια φέτα ψωμί αλειμμένη με ζάχαρη ήταν το κατ’ εξοχή γλύκισμα των παιδιών της εποχής), το αλεύρι με 111 θερμίδες, τα ζυμαρικά με 108, η φασολάδα με 82, οι πατάτες με 74 κλπ. Με απλά λόγια, η πρώτη πεντάδα των τροφίμων (ψωμί, λάδι, ζάχαρη, αλεύρι, ζυμαρικά) συνεισέφεραν το 56,5% της μέσης ημερήσιας προσλαμβανόμενης κατά κεφαλή ποσότητας θερμίδων (1.641 σε σύνολο 2.904).

Για να αντιληφθούμε το τεράστιο έλλειμμα σε ζωικές θερμίδες της διατροφής των Ελλήνων πριν μισό και κάτι αιώνα, αρκεί να αναφέρουμε ότι οι κατά κεφαλή προσλαμβανόμενες θερμίδες από μοσχαρίσιο και βοδινό κρέας έφταναν κατά μέσο όρο μόλις τις 40 την ημέρα, από χοιρινό κρέας τις 7, από τυρί φέτα τις 36, από γιαούρτι τις 14 (στο φρέσκο γάλα και στα ψάρια αναφερθήκαμε).


Δαπάνες διατροφής και βιοτικό επίπεδο
Πέρα όμως από την ποσοτική και ποιοτική πλευρά της διατροφής, υπάρχει και η οικονομική. Εξετάζοντας από αυτήν την πλευρά το «καλάθι της νοικοκυράς» των αστικών περιοχών της χώρας το 1957, συμπεραίνουμε ότι οι Έλληνες την εποχή εκείνη δούλευαν σχεδόν αποκλειστικά για… το ψωμί της οικογένειας. Στα πιο φτωχά στρώματα του πληθυσμού οι δαπάνες για τα είδη διατροφής ξεπερνούσαν το 50% του συνόλου των οικογενειακών δαπανών.

Κατά μέσο όρο, η ελληνική οικογένεια διέθετε περίπου το 40% των δαπανών της για αγορά τροφίμων. Αν μάλιστα προσθέσουμε τα οινοπνευματώδη ποτά (βασικά το κρασί) και τα τσιγάρα, τότε το σχετικό ποσοστό ξεπερνάει το 44%.

Ιδιαίτερα ανελαστικές ήταν -και είναι- οι δαπάνες για το σπίτι, που το 1957 κάλυπταν το 12% του συνόλου των οικογενειακών δαπανών, ενώ στα έξοδα μετακίνησης (βασικά εισιτήρια μέσων μαζικής μεταφοράς) αναλογούσε το 5% των οικογενειακών δαπανών.

Στις επόμενες έρευνες οικογενειακών προϋπολογισμών η μέση δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές τροφίμων, ως ποσοστό επί του συνόλου των δαπανών, ακολούθησαν σταθερά πτωτική πορεία, με εξαίρεση το 1974. Η έξαρση του 1974 οφείλεται στην καθίζηση που υπέστησαν τα λαϊκά εισοδήματα λόγω της απότομης αύξησης του πληθωρισμού, που ήταν επακόλουθο της πρώτης μεγάλης πετρελαϊκής κρίσης. Όμως, στη συνέχεια, η πτωτική πορεία συνεχίστηκε. Για πρώτη φορά το 1988 η συμμετοχή των τροφίμων στο «καλάθι της νοικοκυράς» έπεσε κάτω από το 30%, ενώ το 2008 το ποσοστό συρρικνώθηκε στο 16,4%.

Η μείωση της συμμετοχής των ειδών διατροφής στο «καλάθι της νοικοκυράς» αποτελεί το πιο σημαντικό δείγμα βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου ενός λαού, καθώς όσο μικρότερο είναι το μερίδιο των τροφίμων στις δαπάνες, τόσο μεγαλύτερο είναι το διαθέσιμο εισόδημα για αγορές που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής (ψυχαγωγία, μόρφωση, υγεία, αγορά αυτοκινήτων κλπ).

Μόνο που οι σημερινές εξελίξεις δείχνουν ότι μεγάλο μέρος της ευημερίας του ελληνικού λαού, που βελτιώθηκε με αλματώδη τρόπο την τελευταία εικοσαετία –η οποία συμπίπτει με την απελευθέρωση της τραπεζικής αγοράς– οφείλεται στα δανεικά. Που σήμερα μας πνίγουν.

Το 1957 η μέση οικογενειακή δαπάνη για αγορά αυτοκινήτου ήταν 3,3 δραχμές, ή το 0,3% του συνόλου του διαθέσιμου προς κατανάλωση εισοδήματος. Το 2008 το αντίστοιχο ποσό ανερχόταν σε 98,2 ευρώ το μήνα, που αναλογούσε στο 4,6% των οικογενειακών δαπανών.

Επίσης, το μερίδιο των επικοινωνιών στις δαπάνες (τηλέφωνο) αυξήθηκε από 0,6% σε 4,4%. Την εποχή εκείνη στα ερωτήματα των ερευνητών δεν περιλαμβανόταν καν η κατανάλωση βενζίνης –πρωτοεμφανίστηκε στην έρευνα του 1974 και ήδη καλύπτει το 4,7% των οικογενειακών δαπανών. Όσο για την καταναλωτική πίστη, ήταν κάτι το εντελώς άγνωστο. Σήμερα, ωστόσο, απειλεί χιλιάδες οικογένειες με πλειστηριασμούς περιουσιών, αποτελώντας τη μεγαλύτερη πηγή άγχους του απειλούμενου με ανεργία εργαζόμενου.


Ξεπούλημα κι απαισιοδοξία πάνε μαζί
Το 2009 τερματίστηκε μία πορεία σχεδόν μισού αιώνα συνεχούς ανόδου του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων. Μισθοί και συντάξεις περικόπηκαν, κεκτημένα που θεωρούνταν ως δεδομένα και αδιαπραγμάτευτα, καταργήθηκαν εν ριπή οφθαλμού. Οι άνεργοι ξεπέρασαν ήδη τις 800.000, με την ανεργία στους νέους να κινείται επισήμως σε επίπεδα πάνω από το 40%. Πάνω από 10.000 νέοι πολύ υψηλού μορφωτικού επιπέδου απευθύνθηκαν το 2010 σε χώρες του εξωτερικού για εργασία.

Η ελληνική κοινωνία άναυδη –προς το παρόν– παρακολουθεί τις εξελίξεις, που έχουν λάβει κατακλυσμικό χαρακτήρα. Φόροι, τέλη, έκτακτες εισφορές, μειώσεις εισοδημάτων κατά βούληση και κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων, αποτελούν πλέον την καθημερινότητά της.

Οι έλληνες καταναλωτές, τονίζει το ΙΟΒΕ στην τελευταία του έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας, διατηρούν σταθερά για περισσότερο από ένα χρόνο την πρωτιά της απαισιοδοξίας στην ΕΕ. Ρουμάνοι και Πορτογάλοι τους ακολουθούν με μεγάλη διαφορά.

Τον Απρίλιο, δηλαδή πριν ανακοινωθεί το νέο πακέτο μέτρων και το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα και πριν επισημοποιηθούν οι νέες ακόμη πιο άγριες απαιτήσεις της τρόικας, υποστασιοποιημένες στην πολιτική γενικού ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης παρουσίασε σημαντική κάμψη.

«Οι προσδοκίες των καταναλωτών, έναν χρόνο μετά την προσφυγή στο μηχανισμό στήριξης, έχει επιδεινωθεί», τονίζει το ΙΟΒΕ, «καθώς η αβεβαιότητα για παραμέτρους της οικονομικής πολιτικής που αγγίζουν την καθημερινότητά τους εμμένει και χαρακτηρίζει το γενικότερο οικονομικό περιβάλλον. Αποτέλεσμα είναι η ευρεία πλειονότητα των καταναλωτών να δυσπιστεί απέναντι στη δυνατότητα ανάκαμψης της οικονομίας».

Κατά το 77% οι έλληνες καταναλωτές θεωρούν ότι το επόμενο διάστημα η οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους θα επιδεινωθεί, ενώ 4 στους 5 προβλέπουν επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας. Κατά το συντριπτικό 93% τα νοικοκυριά αναμένουν αύξηση της ανεργίας το επόμενο δωδεκάμηνο. Στο μεταξύ, 3 στους 5 καταναλωτές δηλώνουν ότι «μόλις τα βγάζουν πέρα».

Η νέα κατάσταση αντανακλάται στην καταναλωτική συμπεριφορά των Ελλήνων. Οι σχετικές αλλαγές αποτυπώνονται σε έρευνα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, που διενεργήθηκε υπό την επίβλεψη του καθηγητή του τμήματος Marketing, κ. Γ. Μπάλτα.

Πολύ συνοπτικά:
• Η μέση μηνιαία δαπάνη των Αθηναίων καταναλωτών στα σούπερ μάρκετ εκτιμήθηκε στα 334 ευρώ. Πέρυσι, η αντίστοιχη έρευνα την εκτιμούσε κατά 13 ευρώ μεγαλύτερη (347 ευρώ).
• Το 93,3% των ερωτηθέντων δήλωσαν προαποφασισμένοι για τα είδη που θα ψωνίσουν πριν μπουν στο σούπερ μάρκετ. Άρα, στο όνομα της οικονομίας εντείνεται ο περιορισμός των παρορμητικών αγορών και η αυστηρότητα του προγραμματισμού των αγοραστικών αποφάσεων.
• Οι μισοί καταναλωτές επιλέγουν μάρκες μέσα στο κατάστημα, συγκρίνοντας τις τιμές, ακόμα κι όταν πρόκειται για επαναλαμβανόμενες αγοραστικές αποφάσεις χαμηλού κόστους.

Τα δεδομένα της έρευνας, διαπιστώνει ο κ. Μπάλτας, σε συνδυασμό με πολλά άλλα στοιχεία που έρχονται από την αγορά, αναδεικνύουν τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην αγοραστική συμπεριφορά των καταναλωτών. Σημειώνεται ότι τα δεδομένα αυτό προέρχονται από μια αμυντική αγορά (σούπερ μάρκετ) που πάντα παρουσιάζει μεγαλύτερη αντοχή στην ύφεση, λόγω του είδους των προϊόντων, και δεν εκδηλώνει δραματική συρρίκνωση όπως άλλοι εμπορικοί κλάδοι.