Τη στιγμή που όλο και περισσότερα τμήματα του επιχειρηματικού κόσμου διαμαρτύρονται έντονα για αποφάσεις που λαμβάνονται υπό την απειλή καθυστέρησης των δόσεων από την τρόικα, κάποιες άλλες επιχειρηματικές ομάδες, έστω και μουδιασμένα, δηλώνουν ικανοποιημένες.

Το ενδιαφέρον, για άλλη μια φορά, εστιάζεται όχι στο ότι ομάδες πληθυσμού ή επιχειρηματικοί κλάδοι τοποθετούνται με διαφορετικό τρόπο απέναντι σε κυβερνητικές θέσεις και νομικές ρυθμίσεις, αφού είναι δεδομένο πως μεταξύ κλάδων υπάρχουν –και είναι θεμιτό- αντικρουόμενα συμφέροντα, αλλά στο ότι σήμερα, όταν η κρίση έχει ανατρέψει τα δεδομένα σε όλους τους τομείς και έχει πλήξει όλους τους κλάδους, η συζήτηση για θεσμικές παρεμβάσεις γίνεται πάνω σε βάσεις που θα έπρεπε πια να θεωρούνται ξεπερασμένες. Για παράδειγμα, ένα λογικό αίτημα του παρελθόντος που αφορούσε στην κατάργηση κάποιου φόρου δεν είναι δυνατόν να θεωρείται σήμερα λογικό και αυτονόητο, όταν οδηγεί στην καταστροφή, για παράδειγμα, ασφαλιστικά ταμεία. Το ίδιο ισχύει και για παρεμβάσεις που γίνονται στον τρόπο άσκησης επαγγελμάτων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες των κλάδων στους οποίους ανήκουν, και δημιουργούν τεράστια προβλήματα όχι μόνο σήμερα αλλά και για το μέλλον.

Σήμερα, υπό τις νέες συνθήκες, όλα θα έπρεπε να εξετάζονται κάτω από τη λογική του ισότιμου δικαιώματος διαφορετικών επιχειρηματικών ομάδων να διεκδικούν την επιβίωσή τους, έχοντας ως κριτήριο τη συνολική επιβίωση της χώρας, χωρίς τον κίνδυνο επιβάρυνσης της κοινωνίας με νέες εκατοντάδες ανέργων ή ημιαπασχολούμενων. Αν, βέβαια, το μέλλον της χώρας είναι αυτό που πρωτίστως μας ενδιαφέρει και όχι η άνωθεν υστερόβουλη επιβολή των κανόνων λειτουργίας της αγοράς. Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο ενδεικτικό της εμμονής σε στοιχεία του παρελθόντος, τα οποία έχουν συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στο να βρεθούμε στη σημερινή κατάσταση, είναι το εξής: Τη στιγμή που δεν υπάρχει παρά μία ισχνή μειοψηφία ανθρώπων που υποστηρίζουν ότι το πείραμα που διεξάγεται στην Ελλάδα έχει επιτύχει, επιμένουμε να συζητάμε για νέα μέτρα αύξησης της ανταγωνιστικότητας.

Τα στοιχεία για την ανεργία, το ισοζύγιο εισαγωγών / εξαγωγών, των επιχειρήσεων που πτωχεύουν και των νέων που εγκαταλείπουν τη χώρα είναι η απάντηση στο κατά πόσο ο όρος «ανταγωνιστικότητα» μπορεί να χρησιμοποιείται σήμερα και να είναι πειστικό επιχείρημα για την υποστήριξη επιλογών που λαμβάνονται υπέρ μιας μερίδας του πληθυσμού, και όχι συνολικά της χώρας -και μερικές φορές, ούτε καν της ίδιας της χώρας..Πριν λίγες μέρες είδα την πρόταση δυο αξιόλογων Αμερικανών γραφιστών για το σήμα θέσης ή διάβασης αναπήρων.
Το γνωστό σκίτσο με το αναπηρικό καρότσι, στο οποίο κάθεται παθητικά ένας άνθρωπος με δυσκολία κίνησης, δηλώνοντας απλώς την αναπηρία του, μετατράπηκε σε ένα σκίτσο που δείχνει ένα άτομο με κίνηση δυναμική, που, παρά τη δυσκολία του, παίρνει φόρα στηριζόμενο σε ό,τι το βοηθά να κινείται, το καρότσι του, και γέρνει εμπρός, διεκδικώντας τη θέση που του αρμόζει.

Κάπως έτσι πιστεύω πως πρέπει να δούμε τη ζωή μας σε αυτή τη χώρα. Είτε θα μείνουμε καθηλωμένοι στην «αναπηρία» μας και θα στηριζόμαστε στην ξένη βοήθεια, που ακόμη και ο πιο καλόπιστος δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει πως μας οδηγεί σύμφωνα με το δικό της συμφέρον, ή θα πάρουμε φόρα για να διεκδικήσουμε το δικό μας όραμα, αυτό που πιστεύουμε πως αξίζει σε εμάς και σε αυτή την τόσο συκοφαντημένη χώρα. Και ο ανταγωνισμός, ειδικά μεταξύ μας, θα πάψει να γεννά «ανάπηρους» νέους Έλληνες.