Το χαλί για την επιτάχυνση των διεργασιών περαιτέρω συγκέντρωσης της αγοράς του κλάδου στρώνει η πανδημία από τον Μάρτιο πέρυσι και συνεχίζει φέτος. Οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ, λόγω των περιοριστικών μέτρων για την ανάσχεση της πανδημίας, πέτυχαν το 2020 μια άνευ προηγουμένου ανάπτυξη πωλήσεων περίπου 10%, κατά κάποιο τρόπο «προεισπράττοντας» την αύξηση εσόδων τουλάχιστον μιας τριετίας, η οποία υπολογίζεται περίπου σε ένα δισεκατομμύριο ευρώ!

Το ποια θα είναι η συνέχεια αυτών των απροσδόκητα θετικών εξελίξεων, θα εξαρτηθεί από μια σειρά παράγοντες, όπως από τη δυναμική διαμόρφωσης των μακροοικονομικών μεγεθών της οικονομίας μας (ανεργία, ΑΕΠ, εισόδημα, τουρισμός, εμπορικό ισοζύγιο), από την επιδημιολογική τροπή των πραγμάτων στο πεδίο των προσπαθειών για τον έλεγχό της, αλλά και από το πώς θα διαχειριστεί η κάθε αλυσίδα τα ενισχυμένα κεφαλαιακά αποθέματά της.

Μιλώντας ειδικότερα για τη διαχείριση των αναπάντεχα ενισχυμένων κεφαλαίων των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, οι επιλογές φαντάζουν αρκετές: Να κάνουν διανομή κερδών, να διατηρήσουν αυξημένη τη ρευστότητά τους στην προοπτική χρηματοδότησης των πιθανών εξαγορών, να δώσουν έμφαση στην τόνωση της ανταγωνιστικότητάς τους, μέσω της αναπροσαρμογής της πολιτικής τιμών καθεμιάς, να επιταχύνουν την επέκταση των δικτύων τους και φυσικά να κάνουν συνδυασμούς των προαναφερόμενων επιλογών.

Η άσκηση την οποία καλούνται να λύσουν φέτος οι επιχειρήσεις του κλάδου δεν θα είναι εύκολη ή τουλάχιστον όχι τόσο, όσο το να εισπράττουν πολύ περισσότερα απ’ αυτά που υπό κανονικές συνθήκες τους αναλογούν, σε μια περίοδο που το σούπερ μάρκετ κυριολεκτικά μονοπωλεί το σύνολο του λιανεμπορικού τζίρου. Διότι αυτό συνέβη το 2020 και εξακολουθεί να συμβαίνει τις πρώτες εβδομάδες του 2021, ίσως με προοπτική να περάσει έτσι ο χειμώνας.

Ως προς τις εξαγορές κινητικότητα φαίνεται πιθανό πως θα εκδηλωθεί στη μεσαία ζώνη της αγοράς. Δυσκολότερα αναμένεται κάποιο deal μεταξύ των ισχυρών, αλλά είναι περίπου βέβαιο πως αναμένεται γενική αποψίλωση των μικρών τοπικών αλυσίδων, αφού ο χρόνος τρέχει εις βάρος τους, αυξάνοντας ανελέητα την ανταγωνιστική πίεση των μεγάλων. Το παιχνίδι των εξαγορών σε κάθε περίπτωση κρίνεται στο αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης επί της τιμής πώλησης κάθε εταιρείας, δηλαδή μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή. Η εποχή, λοιπόν, μάλλον δεν βοηθά οι διαπραγματευόμενοι «να τα βρίσκουν κάπου στη μέση», δεδομένου ότι αυτή η «μέση» σε εποχές κρίσης ολισθαίνει χωρίς μεγάλο ζόρι προς τα κάτω εις βάρος της ανίσχυρης πλευράς…

Φήμες για είσοδο του CVC Group
Φέτος δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει εκπλήξεις σε ό,τι αφορά την είσοδο νέων «παικτών» εξ αλλοδαπής στην εγχώρια κλαδική αγορά. Ήδη από το 2020 ακούγονται φήμες σχετικές με το ενδιαφέρον του CVC Group να ελέγξει και κάποιο από τα υπάρχοντα δίκτυα λιανικής, μετά τη συμφωνία που πέτυχε για την εξαγορά της Vivartia από τη MIG. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να είναι μια λογική έως και αναμενόμενη εξέλιξη, αλλά, όπως σχολιάζουν παράγοντες της αγοράς, μέχρι σήμερα τα funds απέφυγαν να εμπλακούν στη ζωή του κλάδου, θεωρώντας εύλογα ότι οι σχετικές επενδύσεις δύσκολα εξασφαλίζουν σημαντικό κέρδος. Εξάλλου, είχαν στο πρόσφατο παρελθόν καλές ευκαιρίες να κινηθούν επιθετικά, επενδύοντας είτε στη Μαρινόπουλος είτε στην Αφοί Βερόπουλοι. Όμως, το απέφυγαν.

Η φτώχεια φέρνει νέους «παίκτες»
Ένα ακόμη σενάριο που βγήκε ως πληροφορία στο φως της δημοσιότητας, αφορά το υποτιθέμενο ενδιαφέρον να μπει στην εγχώρια αγορά η βρετανική αλυσίδα χαμηλού κόστους Poundland. Όπως δημοσίευσαν οι Financial Times, η εταιρεία σχεδιάζει να ανοίξει συνολικά 300 καταστήματα στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη, στο πλαίσιο ενός σχεδίου τριπλασιασμού των πωλήσεων και των κερδών της εντός της νέας δεκαετίας, και πιθανώς τα σχέδιά της περιλαμβάνουν και την Ελλάδα.

Στροφή προς την πτώση
Τις εξελίξεις τις οδηγούν και φέτος οι έκτακτες συνθήκες, οι οποίες δεν επιτρέπουν σε κανέναν να διατυπώνει ασφαλείς προβλέψεις για την εξέλιξη των πωλήσεων. Ήδη κάποιες πρώιμες αναφορές περί πτώσης του συνόλου των κλαδικών εσόδων γύρω στο 5,8% κρίνονται μάλλον υπερβολικές, οπότε αναθεωρούνται.Ορισμένα στελέχη του κλάδου θεωρούν ότι το δωδεκάμηνο θα κλείσει με μικρή πτώση, που πιθανώς δεν θα υπερβαίνει το 2%, εφόσον βέβαια όλα κυλήσουν ομαλά με το εμβόλιο, η αγορά αρχίσει να βαίνει σε τροχιά αποκατάστασης το δεύτερο τρίμηνο του έτους και η τουριστική αγορά αρχίσει να ανακάμπτει… Πώς όμως; Με 250.000 εμβολιασμούς το μήνα στην καλύτερη περίπτωση, όταν η απόκτηση ανοσίας από τον πληθυσμό απαιτεί τουλάχιστον το 70% του εμβολιασμού του; Ορισμένοι άλλοι, πιο επιφυλακτικοί, κάνουν λόγο για απώλειες έως 4% συγκριτικά με το 2020.

Βασικοί παράμετροι των εξελίξεων του τζίρου φέτος θα είναι η εξέλιξη της ανεργίας και ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση θα αποσύρει τα μέτρα στήριξης της αγοράς. Όπως εξηγούν υψηλόβαθμα στελέχη του κλάδου, αν τα μέτρα «κοπούν μαχαίρι», όταν αρχίσει η αναθέρμανση της οικονομίας, τα προβλήματα θα είναι σημαντικά. Αν η απόσυρσή τους είναι σταδιακή, οι κραδασμοί θα περιοριστούν. Βέβαια, κάθε αλυσίδα θα έχει τη δική της ταχύτητα εξέλιξης του τζίρου. Άλλες εταιρείες θα συνεχίσουν να κινούνται με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, άλλες θα κρατήσουν τα έσοδά τους κι άλλες θα μετρούν σοβαρές απώλειες. Κατά γενική πεποίθηση όσο ψηλότερα κοιτάζει κανείς στην κλαδική πυραμίδα ισχύος τόσο καλύτερες επιδόσεις θα βλέπει, ενώ τα δεδομένα χειροτερεύουν όσο το βλέμμα του θα κατεβαίνει προς τη βάση της πυραμίδας. Με άλλα λόγια, η μεσαία ζώνη της αγοράς και κυρίως όσοι βρίσκονται κάτω από αυτή, θα δεχθούν τις περισσότερες πιέσεις. Φυσικά, οι πιέσεις θα είναι αφόρητες στα πολύ μικρά ανεξάρτητα καταστήματα τροφίμων.

Η αγορά γενικά εκτιμά ότι το πρώτο τρίμηνο του 2021 ο τζίρος θα είναι έντονα ανοδικός, εξαιτίας της συνεχιζόμενης εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων για την ανάσχεση της πανδημίας. Το δεύτερο τρίμηνο κανείς δεν αναμένει ότι οι αλυσίδες θα πλησιάσουν, έστω, τις επιδόσεις του περυσινού Απριλίου, αλλά στο τρίτο τρίμηνο, με σύμμαχο την ανάκαμψη του τουρισμού, πολλοί πιστεύουν ότι οι πωλήσεις θα έχουν θετική τάση. Το τέταρτο τρίμηνο όλοι ελπίζουν και αισιοδοξούν ότι ο τζίρος θα εξελιχθεί …πτωτικά(!), με την έννοια ασφαλώς της αποκατάστασης της δημόσιας υγείας και της οικονομικής ζωής, στο πλαίσιο της οποίας οι ποσοστιαίες αναπτύξεις ύψους 10%-15%, όπως πρόσφατα στην περίοδο των γιορτών, είναι απίθανες.

Μεγάλες οι απώλειες στη χονδρική
Σε ό,τι αφορά την οργανωμένη χονδρική, το 2020 οι πωλήσεις σε μέσο επίπεδο εξελίχθηκαν πτωτικά εξαιτίας του «κλειδώματος» της αγοράς Ho.re.Ca. και της καταστροφικής καθίζησης της τουριστικής αγοράς. Παράγοντες του κλάδου εκτιμούν ότι πέρυσι συνολικά ο τζίρος της οργανωμένης χονδρικής μειώθηκε περίπου κατά 3,5% σε σύγκριση με το 2019, επισημαίνοντας ότι κανένα δίκτυο δεν κατάφερε να αυξήσει τις πωλήσεις του. Ωστόσο, υπήρξαν δίκτυα που μπόρεσαν να διατηρήσουν τα έσοδά τους ανέπαφα, έτσι ώστε οι ανταγωνιστές τους βρέθηκαν να μετρούν απώλειες άνω του 6,5% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είναι αστείο, αν όχι προκλητικό, να μιλάμε για τόσο μικρό εύρος απωλειών, όταν σε ένα σημαντικό τμήμα της η αγορά που απευθύνεται το cash & carry υπέστη κυριολεκτικά συντριβή.

Για το 2021 υπάρχει διάχυτη αισιοδοξία για την κατάσταση της οργανωμένης χονδρικής στο σύνολό της. Η αγορά της εκτιμάται ότι οπωσδήποτε θα κινηθεί ανοδικά, αλλά το πόσο κερδισμένη θα είναι, εξαρτάται φυσικά από το πότε θα αρθούν τα περιοριστικά μέτρα στην αγορά ho.re.ca. και από το πόσο καλή θα είναι η τουριστική περίοδος.