Ανηφορικός και μάλιστα με μεγάλη κλήση προδιαγράφεται ο δρόμος των ανατιμήσεων τους επόμενους μήνες στην χώρα μας, καθώς, όπως αναμένεται, οι ανατιμήσεις των ενεργειακών αγαθών και των προϊόντων υψηλής ζήτησης θα ωθήσουν τον πληθωρισμό σε ιστορικά υψηλά, τουλάχιστον από την ένταξη της Ελλάδας στην οικονομία του ευρώ. Οι επιχειρήσεις του κλάδου, που από τον περασμένο Αύγουστο απορρόφησαν ένα μέρος των ανατιμήσεων χονδρικής, πλέον υποχρεώνονται εκ των πραγμάτων να μετακυλούν στις τιμές ραφιού το μεγαλύτερο μέρος των αυξήσεων, που τους ανακοινώνουν κάθε μήνα οι προμηθευτές τους.

Ως το τέλος του Σεπτεμβρίου ο πληθωρισμός στην αγορά των σούπερ μάρκετ είχε συγκρατηθεί κοντά στο 1,8%, ενώ το δεύτερο τρίμηνο του 2021 ήταν οριακά αυξημένος. Αντίθετα, στο τέταρτο τρίμηνο του έτους οι πληθωριστικές πιέσεις ήταν ισχυρές. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πληθωρισμός του Νοεμβρίου, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, έκλεισε στο 4,8% σε ετήσια βάση, ενώ του Δεκεμβρίου στο 5%. Τον Νοέμβριο οι τιμές στο φυσικό αέριο αυξήθηκαν κατά 180,9%, στο πετρέλαιο θέρμανσης κατά 45,2% και στο ηλεκτρικό ρεύμα κατά 37,8%.

Σημαντικές αυξήσεις παρατηρήθηκαν και σε βασικά τρόφιμα, όπως τα αμνοερίφια, των οποίων οι τιμές κατέγραψαν αύξηση 21,3%, στο ελαιόλαδο 18,5% και στις πατάτες 11%. Σημειώνουμε ότι, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat, τον Δεκέμβριο ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα έφτασε το 4,4% από 4% τον Νοέμβριο και 2,8% τον Οκτώβριο.

Στελέχη του κλάδου ισχυρίζονται, πάντως, ότι οι πληθωριστικές πιέσεις στην αγορά των σούπερ μάρκετ είναι ηπιότερες απ’ όσο τις περιγράφει η ΕΛΣΤΑΤ, κι αυτό γιατί ήδη έχει αλλάξει το μίγμα των προϊόντων που επιλέγουν οι καταναλωτές, πράγμα που δεν λαμβάνουν υπόψη τους οι αναλυτές της ΕΛΣΤΑΤ, αλλά φαίνεται από τα δεδομένα πωλήσεων των ταμείων των αλυσίδων. Πράγματι οι καταναλωτές, υποχρεωμένοι να αναπροσαρμόζουν τις αγοραστικές τους επιλογές βάσει των εισοδηματικών αντοχών τους, οι οποίες ήδη έχουν εξασθενήσει, ήδη στρέφονται σε αγαθά που είτε δεν έχουν ανατιμηθεί σημαντικά είτε ανήκουν σε φθηνότερες μάρκες από εκείνες που επέλεγαν μέχρι πρότινος.

Στο πεδίο των παραγωγών το ενδιαφέρον πλέον εστιάζεται στο ποιοι εξ αυτών θα βγουν κερδισμένοι: Εκείνοι, άραγε, που επιδεικνύουν αυτοσυγκράτηση στην τιμολογιακή τους πολιτική ή οι άλλοι, που υπό το βάρος της ανόδου των κοστολογίων τους λυγίζουν και ανατιμούν επιθετικά τα προϊόντα τους, επιδιώκοντας αύξηση τζίρου σε αξία;

Ασφαλώς όταν κλείσει ο κύκλος των συνεχών ανατιμήσεων –ενδεχομένως προς τα τέλη του έτους ή αργότερα κι όχι, πάντως, την άνοιξη, όπως βιάστηκαν πολλοί να υποθέσουν–, οι προμηθευτές θα «κάνουν ταμείο», οπότε θα φανεί ποιος θα έχει παγιώσει την προτίμηση των καταναλωτών και ποιος θα εξαναγκαστεί σε γενναίες προσφορές και εκπτώσεις, ώστε να ξανακερδίσει χαμένα μερίδια αγοράς. Τότε θα κριθεί η δυναμική εντέλει του κάθε brand, δηλαδή το κατά πόσο θα έχει παραμείνει εντυπωμένο στην καταναλωτική συνείδηση. Το βέβαιο είναι, πάντως, ότι οι πωλήσεις του κάθε προϊόντος σε περίοδο κρίσης συναρτώνται και με το βαθμό της ανελαστικότητας της ζήτησής του από τα νοικοκυριά, βάσει της θέσης που κατέχει στην κλίμακα των αναγκών τους.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι φανερό πως μια μεγάλη ποικιλία προϊόντων και κωδικών μάλλον δευτερεύουσας ανάγκης για τα νοικοκυριά, έστω κι αν αποφευχθούν οι σημαντικές ανατιμήσεις τους, δεν θα προτιμηθούν, τουλάχιστον στην ίδια συχνότητα που αγοράζονταν προηγουμένως, έναντι της κάλυψης άλλων πρωτευουσών αναγκών, όπως π.χ. της θέρμανσης τώρα το χειμώνα. Από αυτή την άποψη είναι πιθανόν έως αναμενόμενο η έξοδος από την περιπέτεια του ανατιμητικού πυρετού να βρει τις συλλογές κωδικών πολλών προμηθευτών πιο «λιτές», δεδομένου ότι οι ίδιοι θα υποχρεωθούν να αποσύρουν τους εμπορικά πιο αδύνατους κωδικούς προϊόντων τους.

Γιατί μειώνεται η ζήτηση
Οι ειδικοί αναλυτές, μιλώντας στο «σελφ σέρβις», επισημαίνουν ότι οι μετρήσεις τους ήδη πιστοποιούν μια πρώτη αυτοσυγκράτηση της ζήτησης, εκφρασμένη στη μείωση των πωλούμενων όγκων, αλλά με αύξηση εσόδων. Όπως εξηγούν, τρεις είναι οι λόγοι για τους οποίους η συγκράτηση της κατανάλωσης θα ενταθεί περαιτέρω. Πρώτον, είναι βέβαιη η συνέχεια των ανατιμήσεων εκ μέρους των προμηθευτών, άρα και της έκφρασής της στα ράφια της λιανικής. Δεύτερον, η ενεργειακή ακρίβεια πλήττει βαριά το εισόδημα της μέσης οικογένειας, με αποτέλεσμα τα νοικοκυριά να μειώνουν τις δαπάνες τους ακόμα και για την προμήθεια αγαθών καθημερινής ανάγκης. Τρίτον, ήδη οι πωλήσεις του 2021 συγκρινόμενες με του 2020, όπως άλλωστε και του νέου χρόνου ως προς του 2021, έχουν υψηλή βάση σύγκρισης, λόγω των ιδιαίτερα υψηλών αποδόσεων της οργανωμένης λιανικής από την έναρξη της πανδημίας για τους γνωστούς λόγους.

Πήραν φωτιά τα κόστη των σούπερ μάρκετ
Στο μεταξύ, οι επιχειρήσεις του κλάδου πέρα από τους νέους «φουσκωμένους» τιμοκαταλόγους χονδρικής των προμηθευτών έχουν να διαχειριστούν και τα δικά τους αυξημένα κόστη λειτουργίας. Όπως των πρώτων υλών, εφόσον αφορούν την παραγωγή των private label προϊόντων τους, του πετρελαίου, του ρεύματος και του φυσικού αερίου, που δίνουν ενέργεια στους ψυκτικούς εξοπλισμούς, ζωή στα κέντρα logistics και κίνηση για τις μεταφορές τροφοδοσίας των καταστημάτων, των υλικών συσκευασίας, των οποίων οι τιμές έχουν κυριολεκτικά απογειωθεί, των μισθολογικών αυξήσεων, που φέτος αναμένονται διπλές στους κατώτατους μισθούς, δεδομένου ότι ήδη από την 1η του έτους έχουν αυξηθεί κατά 2%, ενόσω η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί ότι εντός του έτους θα προβεί εκ νέου στην αύξησή τους.

Στα προαναφερόμενα πρέπει να προσθέσουμε και την αύξηση των τιμών των υλικών κατασκευής των υποδομών, επισκευής των μηχανημάτων, όπως και την αύξηση των τιμών των ακινήτων, που επιβαρύνει το επενδυτικό κόστος των αλυσίδων.

Μιλώντας ειδικότερα για το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, στελέχη του κλάδου τονίζουν ότι στο επίπεδο που έχει φθάσει, μπορεί να επηρεάσει τις τιμές των αγαθών έως και 2%, δεδομένου ότι συνήθως αντιστοιχεί στο 2% του τζίρου κάθε αλυσίδας. Συνεπώς από τη στιγμή που έχει ήδη διπλασιαστεί, αντιστοιχεί πλέον στο 4% του τζίρου. Η διαφορά, λοιπόν, των δύο ποσοστιαίων μονάδων με την πάροδο του χρόνου προφανώς θα επηρεάσει ανάλογα τις τιμές ραφιού.

Πόσο ανατιμήθηκε τι;
Πόσο έχουν επιβαρυνθεί μέχρι σήμερα οι τιμές χονδρικής για τα βασικότερα αγαθά που διακινούνται μέσω των σούπερ μάρκετ; Γνωστό στέλεχος του κλάδου σχολιάζει χαρακτηριστικά ότι από τον περασμένο Αύγουστο έως το τέλος του έτους οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις καταγράφηκαν στα τυροκομικά και κυμαίνονται από 6% έως 20%, στο αλεύρι, όπου οι μεταβολές ήταν από 3% έως 8%, στα ζυμαρικά, οι ανατιμήσεις των οποίων αρχίζουν από 10% και φθάνουν το 18%, στον ελληνικό καφέ του, οποίου οι τιμές αυξήθηκαν πάνω από 5% και στο στιγμιαίο πάνω από 3%, αλλά και στα είδη οικιακής, όπου καταγράφηκαν ανατιμήσεις από 10% έως 15%.

Επίσης, στα καλλυντικά οι αυξήσεις τιμών κυμαίνονται από 3% έως 6%, στις ζύμες από 4% έως 7%, στις σερβιέτες όπως και στα απορρυπαντικά υπερβαίνουν το 6%, στα γαλακτοκομικά διαμορφώνονται κοντά στο 4% ή το 5% και στα χαρτικά μεταξύ 5% ή 7%.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προαναφερόμενες ανατιμήσεις αφορούν τον κύριο όγκο των αγαθών που διακινούν τα σούπερ μάρκετ ανά κατηγορία, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχουν και κωδικοί με πολύ μεγαλύτερες ανατιμήσεις, ακόμη και άνω του 30% ή του 40%, οι οποίες, πάντως, δεν δίνουν συνολικά τον τόνο στην αγορά του κλάδου πλην επιβαρύνουν σημαντικά το καλάθι αγορών όσων τα επιλέγουν. Μάλιστα, στελέχη των αλυσίδων λένε χαρακτηριστικά ότι ορισμένοι από τους μεγαλύτερους προμηθευτές της αγοράς επανέρχονται ανά μήνα υποβάλλοντας στους πελάτες τους νέους ανατιμημένους τιμοκαταλόγους, ακόμη και κατά 10% σε σχέση με την προηγούμενη ανατίμησή τους.